Εκκλησία
ΗΣΑΙΑΣ 61 Πατήστε τι εικονίδιο για να διαβάσετε το κείμενο

(αποσπάσμα από το βιβλίο: Christopher Walter, The Warrior Saints in Byzantine Art and Tradition, Ashgate 2003)

Παρόλο που υπάρχουν στοιχεία για την απεικόνιση του Αγίου Γεωργίου ως πολεμιστή πριν από την εικονοκλαστική περίοδο ο αριθμός των αναπαραστάσεών του ως πολεμιστή αυξάνουν σημαντικά μετά την εικονομαχία κυρίως στην Καππαδοκία στην οποία οι στρατιωτικοί Άγιοι λατρεύονταν ιδιαίτερα. Εικονίζονταν τόσο ως προστάτης των στρατιωτών όσο και ως κατεξοχήν κατακτητής του κακού. Τοποθετούνταν σε προεξέχουσες θέσεις όπως στις εισόδους των ναών ή μπροστά στο ιερό, ακόμη και στην αψίδα.

Οι αλλαγές στην εικονογραφία του Αγίου (από βυζαντινός αξιωματούχος σε βυζαντινό πολεμιστή) συμπίπτουν με τις αλλαγές στην έννοια του Αυτοκράτορα ο οποίος κατά τη διάρκεια του απογείου της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τη βασιλεία του Νικηφόρου Φωκά (963-969), του Ιωάννη Τζιμισκή (969-976) και Βασιλείου Β΄ (976-1025) απέκτησε τη νέα ποιότητα του στρατιωτικού θάρρους και ο οποίος δοξάζονταν στο πεδίο της μάχης.

Αναμφίβολα η εξέλιξη της λατρείας του Αγίου οφείλει πολλά στην υιοθέτησή του ως προστάτη από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Παρόλο που δεν ήταν αμετάβλητη πρακτική, γίνονταν συνήθως εντυπωσιακές χορηγίες είτε για να παροτρύνουν τον Άγιο Γεώργιο να προστατέψει τους άνδρες για τους οποίους ήταν υπεύθυνοι στην μάχη είτε ως ανταμοιβή που το είχε πράξει ήδη. Τέτοια συναισθήματα εκφράζονται στον Κανόνα που συνέταξε ο Γεώργιος Σκυλίτζης στον οποίο ζητείτε η αρωγή του Αγίου προκειμένου να βοηθήσει τον αυτοκρατορικό στρατό να κερδίσει τη νίκη ενάντια στους Σκύθες, Πέρσες και βαρβάρους.

Το Praecepta Militaria (μεσοβυζαντινό στρατιωτικό εγχειρίδιο), που συνήθως αποδίδεται στον Νικηφόρο Φωκά, προέβλεπε να λέγονται προσευχές από τους στρατιώτες καθημερινά, πρωί και βράδυ, με αυστηρές ποινές για όσους δεν συμμετείχαν. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτός ο ιδιαίτερα επιτυχημένος στρατηγός αντιμετώπιζε τις θρησκευτικές πρακτικές στον στρατό τόσο σοβαρά, καθώς αυτός ήταν υπεύθυνος που η εικόνα του ευγενή ιππότη εισήλθε στην βυζαντινή γραμματεία.

Στα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ο Άγιος Γεώργιος χρειάστηκε περισσότερο ως προστάτης εναντίον στους κατακτητές παρά ως σύμμαχος σε μια μάχη που πιθανώς να κατέληγε σε νίκη. Αυτό εξηγεί τον τεράστιο αριθμό προστατευτικών αναπαραστάσεων στους υστεροβυζαντινούς ναούς. Αυτές ήταν πολυάριθμες στην Τρανσυλβανία όπου ο αυτόχθων ορθόδοξος ρουμανικός πληθυσμός επιζητούσε προστασία εναντίον των καθολικών Ανδεγαυών, καθώς και στην Κρήτη η οποία ήταν υποτελής στην Βενετία από το 1204 έως το 1669.

Μετά τη λατινική και τουρκική κατάκτηση, οι Έλληνες χρειάζονταν πάνω από όλα προστασία από τους κατακτητές. Η προστατευτική λειτουργία των στρατιωτικών αγίων έγινε πάλι επίκαιρη. Παρουσιάζονται σε αμέτρητες αναπαραστάσεις, κυρίως στις προσόψεις ή στις εισόδους των ναών. Αυτές οι εικόνες ήταν απλά πορτραίτα αλλά ένας δημοφιλής εικονογραφικός τύπος ήταν αυτός του Αγίου Γεωργίου που σκοτώνει έναν εχθρό ή ένα αντιπαθητικό τέρας. Αυτό χρησίμευε ως ένας γλωσσικός κώδικας: στη θέση του τέρατος εννοούνταν οι Τούρκοι.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Αυτός, λοιπόν, που ισχυρίζεται στα πνευματικά, ότι αισθάνεται τις πραγματικότητες που είναι πάνω από το νου, το λόγο και την έννοια, προτού να έλθει σε θεωρία, μοιάζει με τον τυφλό, ο οποίος αισθάνεται μεν όσα αγαθά ή κακά υφίσταται, αγνοεί όμως όσα βρίσκονται μπροστά του και όσα γίνονται γι’ αυτόν αιτία ζωής ή θανάτου· γιατί όσα καλά ή άσχημα επακολουθούν γι’ αυτόν καθόλου δεν αντιλαμβάνεται και τούτο γιατί έχει στερηθεί την οπτική δύναμη και αίσθηση. Κι έτσι πολλές φορές σηκώνοντας το ραβδί του για να αποκρούσει τον εχθρό του, αντί για κείνον κτυπά κάποτε το φίλο του, ενώ ο εχθρός στέκεται μπροστά στα μάτια του και τον κοροϊδεύει.

Την ανάσταση του Χριστού, οι περισσότεροι άνθρωποι την πιστεύουν, είναι όμως πολύ λίγοι εκείνοι που τη βλέπουν καθαρά. Και φυσικά, αυτοί που δεν την είδαν, ούτε τον Ιησού Χριστό μπορούν να προσκυνούν, ως Άγιο και Κύριο.

«Ουδείς γαρ, λέγεται, δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι Αγίω», και αλλού «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν Πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν». Ούτε βέβαια λέει το ιερώτατο κείμενο, που καθημερινά απαγγέλουμε «Ανάστασιν Χριστού πιστεύσαντες», αλλά τί; «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Άγιον Κύριον Ιησούν, τον μόνον αναμάρτητον».

Πώς λοιπόν μας προτρέπει τώρα το Άγιο Πνεύμα -σαν να είδαμε αυτή που δεν είδαμε- να λέμε «Ανάστα­σιν Χριστού θεασάμενοι», αφού ο Χριστός αναστήθηκε μια φορά πριν χίλια χρόνια και μάλιστα ούτε τότε τον είδε κανείς την ώρα της αναστάσεως; Άραγε μήπως θέλει η θεία Γραφή να λέμε ψέματα; Όχι βέβαια, αλλά αντίθετα μας παραγγέλλει να λέμε την αλήθεια, διότι η ανάσταση του Χριστού γίνεται πραγματικά στην ψυχή κάθε πιστού ξεχωριστά και μάλιστα όχι μια φορά, αλλά -θα τολμούσα να πω- συνεχώς ο Δεσπότης Χριστός ανίσταται μέσα μας λάμπρος ορώντας και απαστράπτοντας τις αστραπές της αφθαρσίας και της θεότητος. Γιατί η φωτοφόρος παρουσία του Αγίου Πνεύματος μας αποκαλύπτει την ανάσταση του Δεσπότη Χριστού όπως μέσα σε πρωινή φωτοχυσία ή καλύτερα μας δίνει το δώρο να βλέπουμε αυτόν τον ίδιο τον αναστημένο Χριστό. Γι’ αυτό και λέμε· «Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν» και υποδηλώνοντας τη δεύτερη παρουσία του, τελειώνοντας λέμε· «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».

Σε όσους λοιπόν φανερωθεί ο αναστημένος Χριστός ολωσδιόλου πνευματικά φανερώνεται και τον βλέπουν με τα πνευματικά μάτια. Όταν δηλαδή ο Χριστός έλθει μέσα μας με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, μας ανιστά εκ νεκρών και μας ζωοποιεί και μας αξιώνει να τον βλέπουμε μέσα μας ολοζώντανο, αυτόν που είναι αθάνατος και ανώλεθρος κι όχι μόνο αυτό, αλλά μας δίνει το χάρισμα να αντιλαμβανόμαστε ότι μας ανιστά μαζί Του και μας συνδοξάζει, όπως λέγεται σε όλη την Αγία Γραφή.

Αυτά λοιπόν είναι τα θεία μυστήρια των χριστιανών, αυτή η κρυμμένη δύναμη της πίστεως μας, την οποία οι άπιστοι ή δύσπιστοι ή, για να πω καλύτερα ημίπιστοι δεν την βλέπουν, ούτε ασφαλώς μπορούν καθόλου να τη δουν.

Άπιστοι, δύσπιστοι και ημίπιστοι είναι αυτοί που δεν αποδεικνύουν την πίστη με τα έργα τους. Γιατί χωρίς έργα και οι δαίμονες πιστεύουν και ομολογούν ότι είναι Θεός ο Δεσπότης Χριστός. «Οίδαμεν γαρ σε», λένε, τον «Υιόν του Θεού», και αλλού· «Ούτοι οι άνθρωποι δούλοι του Θεού του Υψίστου εισίν». Αλλά όμως ούτε τους δαίμονες ούτε κι αυτούς τους ανθρώπους ακόμη θα ωφελήσει αυτή η ομολογία. Διότι κανένα όφελος δεν προκύπτει από αυτή την πίστη, επειδή είναι νεκρή, σύμφωνα με το θείο Απόστολο: «Η πίστις γαρ, λέγει, δίχα των έργων νεκρά εστίν», όπως ακριβώς και τα έργα χωρίς πίστη. Και γιατί είναι νεκρή; Διότι δεν έχει μέσα της το Θεό που ζωογονεί τα πάντα, διότι αυτόν που είπε· «Ο αγαπών με τας εντολάς τας εμάς τηρήσει, και εγώ και ο Πατήρ ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιησόμεθα», δεν προσπάθησε να κλείσει μέσα της. Άστε με την παρουσία του να αναστήσει αυτόν που την έχει εκ νεκρών, να τον ζωοποιήσει και να τον αξιώσει να δει καθαρά, ολοκληρωτικά αυτόν που αναστήθηκε μέσα του και ανέστησε και αυτόν. Νεκρή λοιπόν είναι αυτή η πίστη απ’ αυτό ακριβώς, και μάλλον είναι νεκροί όσοι την έχουν αποκτήσει χωρίς όμως να έχουν και έργα. Γιατί η πίστη στο Θεό, ζει πάντοτε και ζώντας ζωοποιεί αυτούς που προσέρχονται με πρόθεση αγαθή και την ασπάζονται. Αυτή η πίστη πολλούς οδήγησε από το θάνατο στη ζωή, προτού να εκτελέσουν τις εντολές του Θεού και τους αποκάλυψε το Χριστό και Θεό. Και αν έμεναν πιστοί στις εντολές του και τις εφάρμοζαν μέχρι θανάτου, επρόκειτο να διατηρηθούν κι αυτοί απ’ αυτές -τέτοιοι προφανώς που έγιναν από μόνη την πίστη.  Επειδή όμως γύρισαν πίσω σαν το τεντωμένο τόξο και ενεπλάκη σαν στις προηγούμενες πράξεις τους, φυσικά αμέσως ναυάγησαν και στην πίστη και στέρησαν δυστυχώς τους εαυτούς τους από τον αληθινό πλούτο, που είναι ο Χριστός, ο Θεός.

Αυτό ακριβώς για να μην πάθουμε και μείς, ας τηρήσουμε σας παρακαλώ, τις εντολές του Θεού με όση δύναμη έχουμε, ώστε και τα παρόντα και τα μέλλοντα αγαθά να απολαύσουμε, και μάλιστα εννοώ, την ίδια την θέα του Χριστού, την οποία είθε όλοι εμείς να επιτύχουμε με τη χάρη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Αδελφοί και πατέρες, τώρα πλέον έφθασε Πάσχα, η χαρμόσυνη ημέρα, που μας χαρίζει ευφροσύνη και χαρά, η ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού, που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, γίνεται όμως καθημερινά και αέναα στις ψυχές αυτών που γνωρίζουν το μυστήριο της, γέμισε τις καρδιές μας με χαρά και άφατη αγαλλίαση. Ταυτόχρονα έδωσε τέρμα στον κόπο της πάνσεπτης νηστείας, ή για να πω καλύτερα, της έδωσε πλήρωμα και συγχρόνως παρηγόρησε τις ψυχές μας. Γι’ αυτό αφού προσκάλεσε όλους μαζί τους πιστούς σε ανάπαυση και ευχαριστία, όπως βλέπετε, πέρασε.

Ας ευχαριστήσουμε λοιπόν τον Κύριο, που μας βοήθησε να διαπλεύσουμε το πέλαγος της νηστείας και μας οδήγησε στο λιμένα της αναστάσεώς του γεμάτους χαρά.

Ας τον ευχαριστήσουμε και όσοι διανύσαμε το δρόμο της νηστείας με επιμέλεια και προθυμία, με πρόθεση γεμάτη ζέση και με αγώνες για την απόκτηση της αρετής και όσοι λιποψυχήσαμε σ’ αυτά από αμέλεια και ψυχική ασθένεια.

Γιατί αυτός είναι εκείνος που και στους επιμελείς αγωνιστές με το παραπάνω δίνει τους στεφάνους και μισθούς αντάξιους των έργων τους, αλλά και στους πιο αδύνατους πνευματικά απονέμει πάλι τη συγγνώμη, ως ελεήμων και φιλάνθρωπος που είναι, Υπολογίζει τις διαθέσεις των ψυχών μας περισσότερο και την προαίρεσή μας, παρά τους κόπους τους σωματικούς, με τους οποίους ασκούμε τους εαυτούς μας στην αρετή, είτε κάνουμε μεγαλύτερη άσκηση με ολόψυχη προθυμία, είτε λιγότερη εξαιτίας της ασθένειας του σώματος, από τους μεγάλους αγωνιστές, και σύμφωνα με την πρόθεση μας μοιράζει αντίστοιχα τα έπαθλα και τα χαρίσματα του Πνεύματος στον καθένα, αναδεικνύοντας τον (ή) περιβόητο και ένδοξο αγωνιστή ή αφήνοντάς τον σε χαμηλότερο επίπεδο, ώστε να έχει ανάγκη από πιο επίμονη κάθαρση.

Αλλά ας δούμε, αν συμφωνείτε, και ας εξετάσουμε προσεκτικά, ποιό είναι το μυστήριο της αναστάσεως του Χριστού και Θεού μας, το οποίο σε μας που θέλουμε τελείται πάντοτε μυστικά, και πως ο Χριστός θάπτεται μέσα μας σαν σε μνήμα και πως, αφού ενωθεί με τις ψυχές μας ανίσταται και ανιστά μαζί του και μας. Και αυτό που σκοπεύω να πω, είναι το εξής:

Ο Χριστός και Θεός μας, σταυρώθηκε και προσήλωσε πάνω στο Σταυρό την αμαρτία του κόσμου, γεύθηκε το θάνατο και κατέβηκε στα έγκατα του άδη. Όπως λοιπόν ακριβώς ανεβαίνοντας πάλι από τον άδη, ενώθηκε με το άχραντο σώμα του, από το οποίο κατεβαίνοντας εκεί καθόλου δεν χωρίστηκε η θεότητα, και αμέσως αναστήθηκε από τους νεκρούς και μετά απ’ αυτό ανέβηκε στον ουρανό με δόξα πολλή και δύναμη, έτσι λοιπόν και τώρα, όταν εμείς βγαίνουμε από τον κόσμο της αμαρτίας και εισερχόμαστε, με τη μίμηση των παθημάτων του Κυρίου, στο μνήμα της ταπεινώσεως και της μετανοίας, αυτός ο ίδιος κατεβαίνοντας από τον ουρανό, εισέρχεται σαν σε τάφο, στο σώμα μας, και αφού ενωθεί με τις ψυχές μας, τις ανασταίνει, αυτές που είναι ομολογουμένως νεκρές. Και τότε ακριβώς αξιώνει αυτόν, που μ’ αυτό τον τρόπο αναστήθηκε μαζί με το Χριστό, να βλέπει τη δόξα της μυστικής αναστάσεώς του.

Ανάσταση, λοιπόν, του Χριστού είναι η δική μας ανάσταση, που είμαστε πεσμένοι στην αμαρτία. Γιατί εκείνος, που δεν έπεσε ποτέ σε αμαρτία, όπως έχει γραφεί, ούτε έχασε το ελάχιστο από τη δική του δόξα, πως είναι δυνατό να αναστηθεί ποτέ ή να δοξασθεί, αυτός που είναι πάντοτε δοξασμένος, περισσότερο από όλα τα όντα και ταυτόχρονα βρίσκεται πάνω από κάθε αρχή και εξουσία; Ανάσταση και δόξα Χριστού είναι η δική μας δόξα, όπως είπαμε, που επιτυγχάνεται με την ανάσταση του Χριστού μέσα μας και (έτσι) μας αποκαλύπτεται και τη βλέπουμε. Διότι, μία φορά αφού οικειώθηκε τη φύση μας, όσα αυτός τελεί μέσα μας, αυτά, αυτός πρώτος τα υφίσταται. Ανάσταση της ψυχής, είναι η ένωση με τη ζωή· γιατί όπως ακριβώς το νεκρό σώμα, αν δεν δεχθεί μέσα του τη ζωντανή ψυχή και δεν ενωθεί μ’ αυτή χωρίς μείξη δεν λέγεται ότι ζει, ούτε μπορεί να ζει, έτσι και η ψυχή δεν μπορεί να ζει μόνη της, αν δεν ενωθεί με το Θεό, την πραγματικά αιώνια ζωή, με ένωση άρρητη και ασύγχυτη. Γιατί πριν από την ένωση που επιτυγχάνεται με τη γνώση των μυστηρίων του Θεού, την όραση των πνευματικών αληθειών και την αίσθηση της Θείας Χάριτος είναι, νεκρή, αν και είναι νοερή και κατά τη φύση της αθάνατη.

Γιατί ούτε η γνώση είναι δυνατή χωρίς την όραση, ούτε η όραση χωρίς την αίσθηση. Κι αυτό που λέω, είναι το εξής: Πρέπει να προηγηθεί η όραση και μέσα σ’ αυτήν υπάρχει η γνώση και η αίσθηση (αυτό το λέω για τα πνευματικά πράγματα, γιατί στα σωματικά και χωρίς την όραση υπάρχει αίσθηση).

Τί ακριβώς λέω; Ο τυφλός όταν χτυπήσει το πόδι του σε πέτρα το αισθάνεται, ο νεκρός όμως όχι· και στα πνευματικά πράγματα, εάν ο νους δεν έλθει σε θεωρία των πραγμάτων που υπερβαίνουν κάθε έννοια, δεν αισθάνεται τη μυστική ενέργεια της Θείας Χάριτος.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

«Ω Πάσχα, λύτρον λύπης!», αναφωνούμε από τα βάθη της καρδιάς μας σε κάθε ακολουθία της Πασχαλίου περιόδου! Αιχμάλωτοι είμαστε οι άνθρωποι, στον θάνατο, το κακό, τα πάθη μας, τα συμφέροντά μας. Μας έχει αιχμαλωτίσει ο εγωκεντρισμός μας, η απουσία του Θεού από την ζωή μας και η υποκατάσταση της κοινωνίας μαζί Του από την ύλη και το κοσμικό πνεύμα. Και έχουμε ανάγκη από Κάποιον που να καταβάλει τα λύτρα, για να μπορέσουμε να ελευθερωθούμε. Ακόμη κι αν δεν το καταλαβαίνουμε, παρασυρμένοι από το πνεύμα της εποχής, από τις μέριμνες του βίου, από την πεποίθηση στην γνώση και την πρόοδο. Αδυσσώπητος όμως ο θάνατος σε όλες του τις μορφές, περιμένει να μας δώσει την λύπη του.

Λύτρον της λύπης όμως είναι ο ίδιος ο Χριστός και γι’ αυτό εορτάζουμε το Πάσχα! Ανεβαίνει στον Σταυρό και καταδέχεται τον θάνατο, για να τον νικήσει δια της Αναστάσεως. Φορτώνεται όλες τις αμαρτίες μας και κάθε λύπη, για να μας δείξει και να παράσχει ταυτόχρονα τον τρόπο της συγχωρήσεως. Δεν διαγράφει μαγικά κάθε δυσκολία από την ζωή μας, μας δείχνει όμως ότι δια της πίστεως σ’ Εκείνον ξεκινά κάθε στιγμή η χαρά του αγώνα ώστε να μην νικιόμαστε από καμία λύπη. Και δια της ζωής της Εκκλησίας μας υπενθυμίζει ότι προτεραιότητα έχει η αγάπη, ότι «έσχατος εχθρός ο θάνατος καταργείται» (Α’ Κορ. 15,26), γιατί δεν μπορεί πλέον να μας υποτάξει.

Πολλές λύπες ταλαιπωρούν την ζωή μας σήμερα. Ακοές πολέμων, συγκρούσεις, κρίσεις, απογοητεύσεις και άγχος για το μέλλον. Ζητούμε ειρήνη τόσο στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους όσο και εντός μας και εισπράττουμε την λύπη της διασπάσεως εξ αιτίας της συγκρούσεως των συμφερόντων και της απουσίας πνευματικού προσανατολισμού. Διαπιστώνουμε ότι με τις δικές μας δυνάμεις είμαστε αδύναμοι έναντι των ισχυρών του κόσμου. Στοχεύσαμε στο «ευ ζην», στην αυτάρκεια και την ευμάρεια, και δυσκολευόμαστε ακόμη και στην επιβίωση. Χωρίς Χριστό, Εσταυρωμένο και Αναστάντα, παραμένουμε αιχμάλωτοι στον πονηρό και το κακό.

Καιρός μετανοίας λοιπόν! Καιρός πίστεως! Καιρός να ακούσουμε τον λόγο του Κυρίου μας: «εάν μη νίψω ημάς, ουκ έχετε μέρος μετ’ εμού» (Ιωάν. 13, 8). Να αφεθούμε με εμπιστοσύνη στα καθαγιασμένα χέρια Του, τα οποία μας καθαρίζουν με την αγάπη και την ταπείνωση. Με την ζωή στην Εκκλησία! Ας μην περιμένουμε να κάνουν την αρχή όλοι αυτοί, οι οποίοι νομίζουν ότι έχουν χαρά, αλλά είναι παραδομένοι στην πιο δυσβάσταχτη λύπη: να μην πιστεύουν στην Ανάσταση και την αιωνιότητα. Πρώτοι εμείς λοιπόν να ανταποκριθούμε!

Ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε για να κηρύξει την ελευθερία στους αιχμαλώτους στην αμαρτία, να φέρει το φως στους πνευματικά τυφλούς, να λυτρώσει δια της συγχωρήσεως όλους όσους νιώθουν συντετριμμένοι από κάθε λύπη, να αναγγείλει τον ερχομό του καιρού της σωτηρίας (Λουκ. 4, 19). Ας Τον αφήσουμε να γίνει και για εμάς το λύτρον της λύπης. Για να ζήσουμε αληθινά την λύτρωση την οποία το μυστήριον του Πάσχα μας φέρνει!

Χρόνια Πολλά κι ευλογημένα σε όλες και όλους σας! Χριστός Ανέστη – Αληθώς Ανέστη!

Ευχέτης σας προς τον Αναστάντα Κύριό μας,

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ & Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΑΣ

†Ο ΚΕΡΚΥΡΑΣ, ΠΑΞΩΝ & ΔΙΑΠΟΝΤΙΩΝ ΝΗΣΩΝ
ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr
Μέχρι χθες, ο τάφος έμοιαζε ο τελικός νικητής μίας μάχης, που ο Χριστός μας έδινε ως άνθρωπος, από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε. Διότι, τι άλλο είναι η ζωή του ανθρώπου από μία διαρκή μάχη με τον θάνατο; Πάνω στο σώμα του παλεύει διαρκώς η υγεία με την φθορά και την αρρώστια. Μέσα στην ψυχή του, παλεύει διαρκώς η πνοή του Θεού με την ροπή προς τα υλικά και τα γήινα. Γύρω του, στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, παλεύει διαρκώς η ειλικρίνεια με την υποκρισία και η αγάπη με τον υπολογισμό και την ιδιοτέλεια. Παντού, όμως, ο ίδιος ο εχθρός, ο ένας και ο μοναδικός: ο Θάνατος. Αυτός μαραίνει το σώμα, αυτός ταπεινώνει την ψυχή, αυτός δηλητηριάζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Κάθε υψηλό σχέδιο, κάθε ελπίδα, κάθε προσφορά μοιάζουν να συντρίβονται ενώπιόν του.
Ο λίθος, όμως, έχει κυλίσει και ο τάφος είναι κενός. Δυό χιλιάδες χρόνια τώρα αγωνίζονται οι ισχυροί να αρνηθούν το γεγονός. Κρύβονται πίσω από τη λογική, κρύβονται πίσω από τη συνωμοσία. Κι όμως, η ίδια η λογική τους διαψεύδει: «Μπορεί νεκρός να μεταβάλει ταπεινούς ψαράδες σε ατρόμητους αποστόλους; Μπορεί νεκρός να γκρεμίσει αυτοκρατορίες; Μπορεί νεκρός να μεταμορφώσει τον άνθρωπο, από θηρίο σε άγγελο;», αναρωτιέται ο Ηλίας Μηνιάτης. Αιώνες τώρα, σοφοί και ηγέτες λάμπουν για μία - δυό δεκαετίες και κατόπιν, εξαφανίζονται. Ο Χριστός όμως ζει και το ξέρουν καλά όσοι απαρνήθηκαν για χάρη Του ανέσεις, τιμές, ακόμη και τη ζωή τους. Το ξέρουν καλά, όσοι άγιοι θαυματούργησαν στο όνομά Του. Το ξέρουν καλά, όσοι προδόθηκαν και εγκαταλείφθηκαν απ ὅλους, αλλά στάθηκαν ξανά στα πόδια τους, όταν ένα χέρι, το χέρι το Aναστημένου Χριστού, τους ξανάδωσε δύναμη, κουράγιο και νέα ζωή.

Ο δρόμος από την Βηθλεέμ στον Γολγοθά και από κει στο κενό μνημείο απεδείχθη αλάνθαστος. Όσοι τον περπάτησαν και όσοι τον περπατούν γνωρίζουν πως η διαδρομή αυτή έχει πόνο, έχει μοναξιά, έχει θυσία. Όσοι όμως επέμειναν, γνωρίζουν πως η υπακοή στον λόγο Του, η πίστη στην δύναμή Του, η εμπιστοσύνη στην αγάπη Του και η συμμετοχή στα πάθη Του είναι εκείνα που εγκαθιστούν Αυτόν, τον Αρχηγό της ζωής, στη ανθρώπινη καρδιά. Από κει, Αυτός γνωρίζει να δίνει κουράγιο στην ψυχή, δύναμη στο σώμα, αγάπη στις ανθρώπινες σχέσεις, ελπίδα στην κοινωνία, προοπτική και συνέχεια μετά το τέλος της επίγειας διαδρομής μας. Διότι, δεν θέλω να λησμονείτε, πως τα «εδώ» και τα «επέκεινα» δεν διαχωρίζονται.

Ανέστη ο Χριστός με το δικό Του, επίγειο σώμα. Με αυτό εμφανίστηκε στους μαθητές Του. Μέχρι και τις πληγές Του διατήρησε, για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία, πως αυτό ήταν το ίδιο σώμα που βασανίστηκε, ραπίστηκε, ματώθηκε, καρφώθηκε και κρεμάστηκε άψυχο πάνω στο Σταυρό. Να το μεγάλο μήνυμα, της Ανάστασης: Αφού αυτό το υλικό και φθαρτό σώμα, από κατοικητήριο του θανάτου συμμετέχει στην αφθαρσία του Αναστάντος Χριστού, σημαίνει πως και αυτός ο κόσμος, ο υλικός και φθαρτός, ο γεμάτος φρίκη και θάνατο, έχει ελπίδα και δυνατότητα να ξεχειλίσει από ζωή και να αποκαλύψει την παρουσία, τη δύναμη και την αγάπη του Θεανθρώπου Σωτήρα μας. Δεν είμαστε, λοιπόν, καταδικασμένοι και γι’ αυτό δεν απελπιζόμαστε. Ούτε το χάος και η διάλυση είναι η αναπόφευκτη μοίρα της ανθρωπότητας. Ακόμη κι όταν όλα δείχνουν πως παραδίδονται στο απόλυτο «τίποτα», εμείς γνωρίζουμε, πως σήμερα, με την Ανάστασή Του, ο Θεός εγκαθίσταται ως νικητής στην ανθρώπινη ιστορία και περιμένει από τις δικές μας επιλογές να ανακαινίσει τα πάντα στο «εδώ» και στο «τώρα».

Αδελφοί μου, σήμερα πραγματοποιείται μία νέα αρχή. Σήμερα παρουσιάζεται μία νέα ευκαιρία. Η φιλανθρωπία του Θεού αποδεικνύεται ισχυρότερη. «Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα. Συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε», μας διαβεβαιώνει ο ιερός Χρυσόστομος.
Αύριο, ίσως, τα προβλήματα και οι δυσκολίες θα εμφανιστούν ξανά. Γι’ αυτό και πρέπει, η χαρά της Ανάστασης να επεκταθεί σε όλο τον χρόνο. Ο Χριστός, όμως, δείχνει σήμερα με την ανάστασή Του πως η ζωή ανήκει σε όσους έμειναν στέρεοι στον δρόμο που Εκείνος χάραξε. Μείνετε σ αὐτόν τον δρόμο. Η ανάσταση είναι ένα γεγονός. Ας γίνει και το καθημερινό ζητούμενο όλων μας. Όχι λοιπόν μόνον άγγελμα χαράς, αλλά καθημερινό βίωμα ζωής και αγάπης.


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr
Tου Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου

Μόλις πήρε να βραδιάζει. Είχαν καταλαγιάσει οι θόρυβοι. Είχε σιγήσει η λύσσα των ανόμων. Είχε ήδη συντελεστεί στο Γολγοθά το πιο αποτρόπαιο έγκλημα. Ήταν οι ώρες, που μια βαρειά σκιά τρόμου και δέους, ενοχών και συντριβής, τύλιγε μαζί με το σκοτάδι την Ιουδαία. Κείνες τις στιγμές, που έμοιαζε να ́χει σταματήσει ο χρόνος, ένας πλούσιος άνθρωπος από την Αριμαθαία, ο Ιωσήφ, βρήκε το θάρρος να εμφανιστεί μπροστά στον Πιλάτο, και να ζητήσει το σώμα του Ιησού. «Δός μοι τούτον τον ξένον», του λέγει. Μας μεταφέρει τα λόγια του η Εκκλησία μας με ένα συγκλονιστικό μελοποίημα, που ακούγεται μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη Παρασκευή, στη λιτανεία του Επιταφίου. Η αρχή του έχει ως εξής σε έμμετρη παράφραση:
Τον ήλιο που σκοτίστηκε, τις πέτρες που ραγίσαν,
όταν επάνω στο Σταυρό τα θεία μάτια κλείσαν
ο Ιωσήφ κοιτάζοντας με θαυμασμό και δέος
μπρός στον Πιλάτο έρχεται για το ύστατο το χρέος.
«Σε ικετεύω -του μιλάει- δός μου τούτον τον ξένο
δός μου ετούτον τον νεκρό που βλέπω σταυρωμένο
σαν ξένο βρέφος οι άνθρωποι στον κόσμο τον δεχτήκαν
σαν ξένο τον θανάτωσαν, γιατί τον εμισήσαν.
Τον θάνατο όταν εννοώ, τρέμω κι άναυδος μένω·
σε ικετεύω, Άρχοντα, δός μου τούτον τον ξένο.
Εκείνον που ευεργέτησε τον κάθε πονεμένο,
Εκείνον που αγκάλιασε κάθε φτωχό και ξένο.
Δεν είχε τόπο εδώ στη γη την κεφαλή να γείρει
κι οι Εβραίοι του έδωσαν να πιει του Πάθους το ποτήρι.
Γι΄ αυτό ζητώ το σώμα Του, το ταλαιπωρημένο
για να το θάψω, Άρχοντα, δός μου τούτον τον Ξένο.»
Μάς εκπλήσσει η τόλμη του κρυφού μαθητή, αποδεικτική μιας ασύλληπτης αγάπης, που αψηφά το φόβο. Περισσότερο, όμως, μάς ξαφνιάζει το μυστήριο της θείας συγκατάβασης. Γράφει ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου: «ο πηλός μπροστά στον πηλό ζητά να λάβει τον Πλάστη τών όλων. Το χορτάρι ζητά από το χορτάρι την ουράνια φωτιά. Η σταγόνα ζητά από την άλλη σταγόνα τον απύθμενο ωκεανό. Ποιός είδε, ποιός ποτέ άκουσε αυτό το απίστευτο! Ο άνθρωπος, να χαρίζει σε άλλον άνθρωπο τον Δημιουργό των πάντων. Ένας άνομος άρχοντας να χαρίζει σε έναν άνθρωπο του νόμου τον Νομοθέτη». Η λογική στέκεται ανίκανη να συλλαβίσει τα υπέρ λόγον· η καρδιά, όμως, αφουγκράζεται με βαθειά περίσκεψη το λόγο του Ιωσήφ.
«Δός μοι τούτον τόν ξένον». Όντως, ο Ιησούς έζησε και πέθανε σαν ξένος. Ποιός είναι ξένος; Είναι εκείνος, που δεν έχει δικό του σπίτι, που είναι μόνος μέσα στο πλήθος, που βρίσκει ολόγυρα κλειστές τις πόρτες. Ξένος είναι ο αλλοδαπός, που έρχεται από ξένη χώρα και μιλάει μια ξένη γλώσσα· εκείνος, που ένα χάσμα μάς κρατάει μακρυά του, μιά καχυποψία ή ακόμα και μιά έχθρα. Ο Ιησούς ήταν ο μόνος πραγματικά ξένος. «Εκ του κόσμου ουκ ειμί», είπε ο Ίδιος πριν από το Πάθος Του. Ήλθε ξένος στη γη, για να σώσει τον αποξενωμένο από το Θεό άνθρωπο. Γεννήθηκε σε μια φάτνη στη Βηθλεέμ ξένος και άστεγος. Δεν υπήρχε για Κείνον κατάλυμα στη γη. Απ’ τα σπάργανά Του ακόμη καταδιώχθηκε και ξενιτεύθηκε στην Αίγυπτο. Και δεν είχε πόλη, ούτε χωριό, ούτε σπίτι να μείνει. Αδικήθηκε, πουλήθηκε από φίλο, προδόθηκε από μαθητή, διώχθηκε από τους αδελφούς Του, θανατώθηκε απ’ τους συμπατριώτες Του σαν ξένος. Θαρρούσαν οι άνθρωποι ότι μιλούσε μια ξένη γλώσσα, όταν τους δίδασκε την αγάπη για όλους, αυτή που δεν ξεχωρίζει πατριώτη και ξένο, φίλο και εχθρό. Γι’ αυτό και οι πολλοί δεν Τον δέχθηκαν. Έκλεισαν ερμητικά τις πόρτες των σπιτιών και της ψυχής τους. Και έμεινε ο Ιησούς Ξένος για κείνους, Άγνωστος, Ακατάληπτος.
«Δός μοι τούτον τον ξένον». Κάθε Μεγάλη Παρασκευή ηχεί στα αυτιά μας δραματικά επίκαιρο το απήχημα αυτού του λόγου. Ίσως γιατί συνταράσσει τα λιμνάζοντα ύδατα της πνευματικής μας στασιμότητας. Ίσως γιατί θέτει σε δοκιμασία τη στάση τη δική μας απέναντι στον Ιησού. Μετράει το βάθος της σχέσης μας με Εκείνον. Βαθμολογεί την ειλικρίνειά μας. Ελέγχει την υποκρισία μας.
Μήπως, τελικά, ο Εσταυρωμένος Ιησούς παραμένει, είκοσι αιώνες τώρα, και πάλι Ξένος; Μήπως άραγε παραμένει ο Μεγάλος Άγνωστος, ακόμη και για μάς, που συνωστιζόμαστε σήμερα στους ναούς, με δάκρυα κατάνυξης στα μάτια και με τα μύρα της λατρείας μας στην καρδιά; Μήπως περιοριζόμαστε σε έναν στείρο συναισθηματισμό, σε μια επιφανειακή προσέγγιση του Θείου Προσώπου Του, ενώ στην ουσία είναι για μάς Ξένος;
Μια γνωστή εικόνα της Αποκάλυψης αποτυπώνει τόσο παραστατικά αυτή την αλήθεια. «Ιδού, έστηκα επί την θύραν και κρούω», λέγει ο Ιησούς. Κρούει τη θύρα της καρδιάς μας, που είναι κλειστή για Εκείνον, όπως είναι κλειστή για κάθε ξένο. Οι οικείοι έχουν κλειδί, μπορούν να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα. Εκείνον Τον κρατάμε σε απόσταση, ίσως γιατί δεν θέλουμε να ελέγξει την ακαταστασία της ψυχής μας. Τηρούμε τους τύπους απέναντί Του, δεν αποζητούμε τη ζεστασιά της οικειότητας. Ακόμα κι όταν προσευχόμαστε, θέλουμε κάτι από Εκείνον, όχι όμως Εκείνον. Τον ασπαζόμαστε με λατρεία, αλλά δεν Τον νιώθουμε ουσιαστικά δικό μας. Επιθυμούμε να είμαστε συγκληρονόμοι Του, αλλά δεν φροντίζουμε να κυλάει διαρκώς στις φλέβες μας το δικό Του βασιλικό αίμα. Εκείνος μάς καλεί· εμείς διστάζουμε. Εκείνος μάς προσφέρεται σε κάθε Θεία Λειτουργία· εμείς Τον αποφεύγουμε.
Κάποιες φορές, προσπαθούμε με λαχτάρα να Τον ανακαλύψουμε στη ζωή μας. Τον περιμένουμε, όπως τα ξερόχορτα περιμένουν τη βροχή, όπως τα άνθη τον ήλιο, όπως τα μάτια το φως, όπως η καρδιά την παρηγοριά. Δέν έχει, όμως, ούτε το μυαλό μας τη δύναμη, ούτε η καρδιά μας τη διαίσθηση, ούτε η ψυχή μας το φωτισμό να Τον ανακαλύψει εκεί που αντικατοπτρίζεται, στο πρόσωπο του κάθε κατατρεγμένου. Με είδατε -λέγει ο Ιησούς- ξένο, με είδατε γυμνό, με είδατε πεινασμένο, με είδατε φυλακισμένο στο πρόσωπο των αδελφών μου των ελαχίστων. Κι ανάλογα με τη συμπεριφορά σας σε κείνους, ανάλογα με το μέτρο της αγάπης σας, θα κριθεί η είσοδός σας στη Βασιλεία μου.
Με είδατε, μάς λέγει. Κι όμως εμείς δεν Τον αναγνωρίσαμε στα πρόσωπα των εμπερίστατων, ούτε καν υποψιαστήκαμε την παρουσία Του. Γι’ αυτό, και προβάλαμε σ’ αυτούς αντί της αγάπης την αδιαφορία και τη μιζέρια μας, τα πάθη και τον πανικό μας. Υψώσαμε τείχη απέναντι στο διπλανό μας, τον θεωρήσαμε κάποιες φορές αντίπαλο, ίσως και εχθρό. Τραγική στη ζωή μας αυτή η αποξένωση απ’ τον συνάνθρωπό μας. Περπατάμε στους δρόμους των μεγαλουπόλεων, μπλεκόμαστε στην κίνηση, πλήθος ανθρώπων μάς περιτριγυρίζουν, κι όμως νιώθουμε μοναξιά. Παγιδευμένοι στην εγωπάθειά μας, αδυνατούμε να δούμε το πρόσωπο του άλλου, και να αποκαλύψουμε σ΄αυτό την εικόνα του Θεού. Αδυνατούμε να αγαπήσουμε. Και αυτό συνιστά την τιμωρία μας. Είναι ξένη και απόμακρη για μάς η διδαχή του Χριστού, γι’ αυτό και ανέφικτη η εφαρμογή της.
Ξένος ο Ιησούς, ξένη η διδασκαλία Του, ξένη όμως και η αχειροποίητη εικόνα Του μέσα μας. Μάς είναι ξένος τις περισσότερες φορές ο ίδιος ο εαυτός μας. Άβυσσος η ψυχή μας, γεμάτη μυστήριο. Η εξωστρέφειά μας μάς απαγορεύει να υποψιαστούμε τα ανεξερεύνητα προσωπικά μας βάθη, την εσωτερική μας πενία, τις άτακτες κινήσεις της ψυχής μας, τις εφάμαρτες επιθυμίες της, τις ένοχες διαθέσεις της. Οδυνηρή η αυτογνωσία μας, καθώς μπορεί να αναδείξει εικόνες, που δεν αντέχουμε να αντικρύσουμε. Γι’ αυτό και δεν την επιδιώκουμε. Και παραμένει άγνωστος και ξένος και ο εαυτός μας.
«Δός μοι τούτον τον ξένον». Ένας βαθύς συγκλονισμός διατρέχει την ύπαρξή μας στο άκουσμα τούτου του λόγου, καθώς ανακαλύπτουμε την τραγικότητα της προσωπικής μας αποξένωσης από τον Κύριό μας. Αν όμως η μέθη της αλαζονείας μας σφυρηλάτησε την αδιαφορία μας για Εκείνον ή την αποστασία μας, ο Εσταυρώμενος Ιησούς μακρόθυμα μάς περιμένει. Δεν μάς καταλογίζει την βραδύτητα, δεν βδελύσσεται τη σκληροκαρδία μας. Τον πληγώνει όμως η ψυχρότητά μας. Θέλει να Του δώσουμε την καρδιά μας. «Υιέ μου, δός μοι σην καρδίαν» μάς προτρέπει. Περιμένει επάνω στο Σταυρό, έχοντας τα τρυπημένα Του χέρια ανοιχτά, για να μάς αγκαλιάσει με τη στοργή του πατέρα, με την αγάπη του φίλου, με την εγκαρδιότητα του οικείου.
Κι όταν υψώνουμε δεητικά το βλέμμα μας στην πονεμένη μορφή Του, νιώθουμε μυστικά να απευθύνεται προσωπικά στον καθένα μας με απροσμέτρητη γλυκύτητα και αγάπη, και να μάς παροτρύνει, όπως χαρακτηριστικά γράφει Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
«Δός μου παιδί μου την καρδιά σου. Εγώ για σένα πατέρας, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ φίλος· ό,τι χρειάζεσαι, εγώ. Τίποτε δεν θα σου λείψει. Μόνο να με νιώθεις δικό σου. Κι εσύ είσαι τα πάντα για μένα, και αδελφός και φίλος και συγκληρονόμος. Τί άλλο θέλεις; Γιατί στρέφεσαι στη ματαιότητα του κόσμου και αποστρέφεσαι εμένα, που τόσο σε έχω αγαπήσει;»
Τί να ψελλίσει η φτωχή μας καρδιά ή τί να αντιδωρίσει στο ασύλληπτο μεγαλείο της θεϊκής Του αγάπης! Αυτές τις ώρες της κατανυκτικής ησυχίας και της λυτρωτικής περισυλλογής, μάς συνέχει απρόσμενα μιά ακατανίκητη επιθυμία, να αποδειχθούμε οικείοι Του· να γίνουμε μέτοχοι της μεγάλης τιμής, που μάς αξιώνει.
«Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου» μάς παρακινεί ο λογισμός μας. Δεν υπάρχει, άλλωστε, πιο μεγαλειώδης προοπτική για τον άνθρωπο, πιο ζηλευτός προορισμός, αλλά και πιο εκπληκτική εμπειρία από ετούτη: Επίγειος ών να μαγνητίζεται από τον ουρανό· πρόσκαιρος, να πορεύεται προς τα αιώνια· μικρός και ατελής, να αναζητά την τελειότητα.
«Δός μοι τούτον τον ξένον». Το αίτημα του Ιωσήφ στον Πιλάτο ας γίνει σήμερα αίτημα και της δικής μας προσευχής στο Θεό:
Ουράνιε Πατέρα μας, δός μας τούτον τον Ξένον, που σήμερον κρεμάται επί ξύλου. Δός μας τούτον τον Ξένον να Τον κάνουμε δικό μας, οικείο μας, θεμέλιο και φως της ζωής μας. Δός μας τούτον τον Ξένον να ζει μέσα στα βάθη της ύπαρξής μας, να μάς χειραγωγεῖ στα μονοπάτια της θεογνωσίας, και να μάς ανακαινίζει με το πανάγιο Αίμα Του. Δός μας τούτον τον Ξένον, για να συνοδοιπορούμε στο δρόμο της θυσιαστικής Του αγάπης, να συμμετέχουμε στο λυτρωτικό Του Πάθος, και να βιώνουμε διαρκώς την αναφαίρετη χαρά της Αναστάσεώς Του και της αιωνίας δόξης Του. Αμήν.


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου 

Για μιαν ακόμη χρονιά βιώνουμε το Μυστήριο της απέραντης αγάπης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού προς τον άνθρωπο. Για τη σωτηρία του πλάσματός Του ο «αχώρητος παντί εχωρήθη εν γαστρί» και στη συνέχεια εδέχθη τον φθόνο, την απιστία, τη συκοφαντία, τα ραπίσματα, τους κολαφισμούς, τις ειρωνίες, την άδικη καταδίκη και τον σταυρικό θάνατο. Οι εχθροί του πίστεψαν πως με την ταφόπλακα τέλειωσαν με τον ενοχλητικό. Όμως ο Χριστός, Υιός και Λόγος του Θεού, που τόσο ταπεινώθηκε για τη σωτηρία μας, νίκησε τον θάνατο, τον κατήργησε και βασιλεύει στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων.

Οι γραμματείς, οι φαρισαίοι, ο όχλος και οι Πιλάτοι δεν έπαυσαν ποτέ να υπάρχουν. Είναι όσοι ζουν μέσα στον εγωκεντρισμό τους, όσοι είναι αιχμάλωτοι της ηδονής και όσοι είναι εγκλωβισμένοι στη θνησιμαία λογική τους και δεν αφήνουν στον εαυτό τους χρόνο να βιώσει το μήνυμα του Χριστού. Όλοι αυτοί είτε είναι απέναντι στον Θεάνθρωπο και δεν πιστεύουν στη θεότητά του, είτε είναι αγνωστικιστές και «νίπτουν τας χείρας των» ενώπιον του υπαρξιακού προβλήματος.

Κάνει εντύπωση ότι τα τελευταία χρόνια συστηματικά τη Μεγάλη Εβδομάδα παρουσιάζονται διάφορα θέματα, υβριστικά και συκοφαντικά για τον Θεάνθρωπο Ιησού. Όλα επιδιώκουν να τον παρουσιάσουν ως ένα κοινό άνθρωπο. Να θυμηθούμε τις μυθιστορίες του Νταν Μπράουν, τα παραμύθια περί της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, τα απόκρυφα ευαγγέλια του Θωμά και άλλων αποστόλων, τις πλάκες που βρίσκονται εδώ κι εκεί. Και η φετινή χρονιά δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Βρέθηκε λέει χειρόγραφο του 6ου αιώνα, που παρουσιάζει τον Θεάνθρωπο με γυναίκα και παιδιά...Όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Δεν μπορεί όλες οι επιθέσεις σε βάρος του Χριστού να συμβαίνουν κάθε χρόνο τις ημέρες του Πάσχα. Φέτος τη μόδα των αμερικανών και των συμπολιτών μας Ευρωπαίων αρνητών και υβριστών του Χριστού ακολούθησε στην Ελλάδα ο 79χρονος επικοινωνιολόγος, ο οποίος προκαλεί θόρυβο γύρω από τον εαυτό του, βάλλοντας κατά του Ιησού και της Εκκλησίας Του, καθώς είναι υποψήφιος για τις Ευρωεκλογές. Είναι και αυτό σημείο των καιρών, να υπάρχουν σήμερα υποψήφιοι, που να διακηρύσσουν την ομοφυλοφιλία τους, ή την αθεΐα τους, πιστεύοντας ότι έτσι αποκομίζουν ψήφους.

Οι αρνητές του Χριστού δεν καταλαβαίνουν αυτό που τονίζει ο Γιώργος Σαραντάρης, πως «όποιος δεν κατέχει πίστη είναι σαν να μην κατέχει τίποτε». Ο σημαντικός ποιητής και στοχαστής σημειώνει πως «δεν έχουν νικήσει το θάνατο εκείνοι που τον λησμόνησαν» και πως μόνο όποιος με την πίστη στον Θεάνθρωπο Χριστό και στην Ανάστασή Του νικήσει το φόβο του θανάτου μπορεί να διδάξει στους άλλους ( σ’ ένα άτομο ή σ’ ένα λαό) τη λύση δευτερευόντων προβλημάτων, όπως είναι λ.χ. το λεγόμενο σεξουαλικό ή το οικονομικό πρόβλημα! Φτάνει να υφίστανται αυτιά που ν’ ακούνε». Και προσθέτει ο Γ. Σαραντάρης: « Εκείνοι που ανάγουν το σεξουαλικό ή το οικονομικό πρόβλημα σε προβλήματα συνολικά, μπορούν να χαμογελάσουν. Δεν μιλάω σ’ αυτούς, εφ’ όσον δυστυχώς συναντούν ψυχολογικά εμπόδια να πιστεύουν, εφ’ όσον ένας ψευδοπολιτισμός κατάστρεψε τη διανοητική τους υγεία κ’ εστείρεψε τις πηγές του αισθήματός τους». Και ο ψευδοπολιτισμός αυτός προέρχεται από την Ευρώπη της οποίας, όπως πάλι γράφει ο Γ. Σαραντάρης, « η φιλοσοφία της είναι φτωχή και ανεπαρκής για την τωρινή νεότητα, ακριβώς γιατί σα φιλοσοφία δεν νίκησε το φόβο του θανάτου».

Η άποψη που εκφράζεται από τους αρνητές της Θεότητας του Ιησού Χριστού είναι διαστροφή τη πραγματικότητας, υποβάθμιση της ύπαρξης, στρουθοκαμηλισμός ως προς τον θάνατο και έκφραση της υλιστικής σκέψης της Δύσης, της οποίας οι θεμελιωτές, Μοντεσκιέ, Γίββωνας και άλλοι «σύμφρονές τους», όπως γράφει ο Σπ. Ζαμπέλιος στις «Βυζαντινές Μελέτες» του, «ευρίσκουσιν παρ’ ημίν - Σημ. στους Έλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς - θάνατον αντί ζωής, ευρίσκουσι βασιλείαν τυφλής Ανάγκης, αντί νόμων προόδου και θείας συνεργίας. Τί παράδοξον; Η Ελληνική Αναγέννησις, θυγάτηρ Ορθοδόξου πίστεως, δεν επεφάνη εις αιώνα σεσοφισμένης απιστίας και πυρρωνισμού. Ανέτειλεν εις ημέρας αποκαταστάσεως, ευσεβείας επιστημονικής...Η συγγραφή του Γίββωνος, εκ του οποίου σήμερον η Ευρώπη αντλεί τας περί μεσαιώνος γνώσεις και κρίσεις όζει γαιώδες τι και νεκριμαίον και επιτύμβιον, αναμιμνήσκον την πένθιμον Μούσαν του Τακίτου».

Η διαστροφή της πραγματικότητας και η απολυτοποίηση αυτής της διαστροφής είναι ο λόγος που με τη βία και από τον 11ο αιώνα και μετά οι Παπικοί και οι Δυτικοί γενικώς επιδιώκουν με κάθε μέσο να μας «εκπολιτίσουν», βρίσκοντας κάποιους γραικύλους για βοηθούς. Όμως προς κέντρα λακτίζουν. Ο θριαμβευτής του θανάτου και ζωοδότης Χριστός είναι κυρίαρχος της Ιστορίας, ενώ οι αρνητές Του είτε χάνονται στη λήθη με το θάνατό τους, είτε παραμένουν ως θλιβερά στίγματα στην Ιστορία και παραδείγματα προς αποφυγήν.


Πηγή:http://synodoiporia.blogspot.gr

Πρωτοπρ. Βασίλειος Καλλιακμάνης, καθηγητής ΑΠΘ

α) Ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος ηγείται του χορού των εορταζόντων στο μέγιστο και παγκοσμίων διαστάσεων γεγονός της θείας συγκατάβασης, της πορείας του Κυρίου προς το εκούσιον πάθος. Στο πρόσωπό του βρίσκουν εφαρμογή τα ευαγγελικά μηνύματα της συμφιλίωσης και της συγχωρητικότητας, της σωφροσύνης και της καρδιακής καθαρότητας. Μπορεί εκείνος να μην άκουσε το γλυκόηχο άγγελμα της αγάπης προς τους εχθρούς· μπορεί να μην γνώρισε από κοντά το ιλαρόν πρόσωπο του Νυμφίου της Εκκλησίας, το οποίο εμπνέει τη διακονία, τη θυσία και την τιμιότητα· μπορεί να έζησε εκατοντάδες χρόνια πριν από Αυτόν. Όμως, όλα αυτά δεν τον εμπόδισαν να αναδειχθεί άνθρωπος του Θεού, ευαγγελιστής προ του ευαγγελίου, σώφρων σε καιρούς αφροσύνης, υπάκουος μαθητής πριν την εμφάνιση του Διδασκάλου.

β) Ο Ιωσήφ αποτελεί τύπο, προτύπωση και προεικόνιση του Χριστού στην Παλαιά Διαθήκη. «Και ήν Ιωσήφ καλός τω είδει και ωραίος τη όψει σφόδρα», αναφέρει ο συγγραφέας της Γένεσης (39, 6), που αναδείχθηκε σπουδαία φυσιογνωμία, στην οποία συνδυάσθηκε άριστα το εξωτερικό κάλλος με τη λαμπρότητα του ψυχικού κόσμου. Σκεπτόμενος τον Ιωσήφ, ο νους ανάγεται στον εράσμιο Νυμφίο της Εκκλησίας, ο οποίος είναι «τω κάλλει ωραίος παρά πάντας ανθρώπους», που προσκαλεί σε εστίαση πνευματική κάθε διψασμένη κα πεινασμένη ψυχή. Και πράγματι, η Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί συμπόσιο πνευματικό, στο οποίο έχουν κληθεί να μετάσχουν όλοι οι άνθρωποι· χορταίνουν όμως από τα πνευματικά εδέσματα, όσοι έχουν «ένδυμα γάμου», δάκρυα μετανοίας και φόβο Θεού.

γ) Όπως ο Χριστός, «αμαρτίαν ουκ εποίησεν ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (Α΄Πέτρ. 2, 22), έτσι κι ο Ιωσήφ, στάθηκε τίμιος με τον εαυτό του με τον Θεό των πατέρων του αλλά και τους συνανθρώπους του. Κι ενώ οι πειρασμοί της φιληδονίας και της εκδίκησης στην περίπτωσή του ήταν ιδιαίτερα απειλητικοί, εκείνος κοσμούμενος με σωφροσύνη ούτε την τιμή του κυρίου του προσέβαλε ούτε τα αδέλφια του που τον πούλησαν σκλάβο εκδικήθηκε. Και μπορεί η Αιγύπτια σύζυγος του αρχιμάγειρα του Φαραώ Πετεφρή να είδε τον Ιωσήφ ως σκεύος ηδονής, εκείνος όμως δεν ενέδωσε στο πάθος. Μ αμετάτρεπτη γνώμη «έφυγε τον αμαρτίαν, και γυμνός ουκ ησχύνετο, ως ο πρωτόπλαστος προ της παρακοής».

δ) Η τιμιότητα όμως πληρώθηκε ακριβά, αφού οδηγήθηκε στη φυλακή. Αλλά κι εκεί η χάρη του Θεού δεν τον εγκατέλειψε. Αντίθετα, όπως γράφει ο όσιος Νικόδημος, έγινε αφορμή «με τον επίλυσιν των ονειράτων, οπού εκεί εις την φυλακήν τινών βασιλικών καταδίκων έκαμε, τον εβγάνουν από την φυλακήν και εις τον βασιλέα παρρησιάζεται και κύριος πάσης γης Αιγύπτου γίνεται». Ο Ιωσήφ παρά τις αντίξοες εξωτερικές συνθήκες ακολούθησε πιστά το θέλημα του Θεού, αλλά και τη φωνή της αγνής του συνείδησης. Διότι, ενώ τα αδέλφια του τον πούλησαν, κινούμενα από φθόνο εξαιτίας της αγάπης του πατέρα τους προς αυτόν, εκείνος όχι μόνο τα δέχθηκε και τα στήριξε στην αδυναμία τους, ως «Άρχων γης Αιγύπτου», αλλά θεώρησε και την πώλησή του στους Ισμαηλίτες ως θέλημα Θεού!

ε) Τον πάγκαλο Ιωσήφ ακολουθούν στο πνευματικό χορό οι φρόνιμες παρθένες, που κρατάνε λαμπάδες ολόφωτες γεμίζοντάς τες με λάδι, τις θείες αρετές. Έπονται οι πιστές μαθήτριες, η πόρνη γυναίκα, και ο ευγνώμων ληστής. Αναρωτιέται ο ευλαβής προσκυνητής της Μεγάλης Εβδομάδας, τί να πρωτοθαυμάσει από την ιερή αυτή χορεία, την φιλόθεη ξυνωρίδα; Την επαγρύπνηση και εγρήγορση των πέντε φρονίμων παρθένων; Τα δάκρυα και τους στεναγμούς της πόρνης; Του ληστή τη μετάνοια; Την παρρησία και το θάρρος των μαθητριών; Όλα μπορούν να εμπνεύσουν. Όλα κρύβουν τη φύτρα της εν Πνεύματι ζωής.

στ) Ακολουθούν τον Χριστό στο εκούσιο πάθος και συμπληρώνουν τη μεγάλη χορεία, οι φοβισμένοι, ταραγμένοι και σκεπτικοί μαθητές, που παρότι μυσταγωγούνται στο μυστήριο του σταυρού από τον ίδιο τον Κύριο, τα γεγονότα τους υπερβαίνουν και σκανδαλίζονται. Ο Ιούδας προδίδει το Διδάσκαλο και χάνεται μέσα στην εωσφορικὴ μοναξιά και το πάθος της φιλαργυρίας. Ο Πέτρος αρνείται τον Κύριο, άλλοι μαθητές ραθυμούν, ενώ άλλοι σκορπίζονται «ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Χρειάσθηκαν τα δάκρυα της μετάνοιας, οι λαμπηδόνες της θείας αγάπης και η αναστάσιμη εμπειρία, για να αποκαταστήσουν οι μαθητές ως απόστολοι πλέον πλήρη κοινωνία με τον Ζωοδότη Χριστό.

ζ) Υπάρχουν κι άλλοι, που δεν θεωρούν απλώς «μακρόθεν» τα γενόμενα, αλλά καταδικάζουν ως κακούργο τον ευεργέτη, ως παράνομο το νομοθέτη, «ως κατάκριτον τον πάντων βασιλέα». Και δεν είναι μόνο οι Γραμματείς και Φαρισαίοι, είναι οι αρνητές αλλά και οι θρησκόληπτοι όλων των αιώνων που κατακρίνουν και δικάζουν όλους τους άλλους, αλλά οι ίδιοι δεν κουνούν το δάκτυλό τους να μπουν στη βασιλεία Του. Λόγω της σκληροκαρδίας και της οίησης αδυνατούν να αγαπήσουν τον Θεό και τον συνάνθρωπο και μένουν έξω «του νυμφώνος του Σωτήρος Χριστού».


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκη  Συγκίνησις
Πεθαίνει η Αγάπη; Στις καρδιές των ανθρώπων πολλές φορές, στην καρδιά του Θεού ποτέ. Και η καρδιά του Θεού, ο αγαπητός Υι­ός, είναι ο Ιησούς Χριστός. Και η καρδιά της αγάπης είναι ο Σταυ­ρός. Η σωματική καρδιά
του Ιησού σταμάτησε κάποια στιγμή να χτυπά, όχι όμως του Θεανθρώπου Κυρίου.

Δεν είναι λοιπόν, για κλάμα η ταφή του Ιησού Χριστού. Ποιος διψασμένος κλαίει σαν βρεθή μπροστά σε αστείρευτη πηγή;

Ο Σταυρός είναι η αστείρευτη πηγή της Αγάπης. Και ο Τάφος του Χριστού πηγή της ζωής.

Η βραδυνή ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής ονομάζεται επιτάφιος θρήνος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ακολουθία χαράς. Αν ο Σταυρός είναι η Αγάπη της Λυτρώσεως, ο Τάφος είναι η Αγάπη της Αναστάσεως.

Μπορούμε να κλαίμε για το θάνατο και την ταφή του Ιησού;

• Πώς μπορούμε να κλαίμε για την ταφή του Ιησού, αφού ξέ­ρουμε ότι σε λίγο θ' αναστηθή από τον τάφο; Αλλά και ο ίδιος ο Χριστός ήξερε, ότι θ' ανέσταινε το Λάζαρο. Παρ΄όλο τούτο, δά­κρυσε μπροστά στον τάφο του Λαζάρου. Συγκινούμαστε. Μας συγ­κινεί η αγάπη στο Φίλο, στο Πρόσωπο, που αγαπάμε και μας α­γαπά, στον Ιησού. Ο ορίζοντας σκοτεινιάζει, μόλις δύση ο ήλιος, καίτοι γνωρίζεις ότι ο ήλιος θ’ ανατείλη και πάλι.

Ο ήλιος, σαν γέρνη προς τη δύσι, είναι σαν να γράφη σιγά-σιγά στην κορυφογραμμή: «Σε λίγο έρχομαι. Σε λίγο ανασταίνομαι». Έτσι και ο Χριστός, ό Ήλιος της Θεότητος. Έγειρε το κεφάλι. Έδυσε. Αλλ’ άφησε βέβαιη την ελπίδα: Σε λίγο ξανάρχομαι. «Μικρόν και ου θε­ωρείτε με, και πάλιν μικρόν και όψεσθέ με» (Ιωάν. Ιστ’ 16)

• Συγκινούμεθα από την ταφή του πλέον αγαπητού μας Προσ­ώπου. Συγκινούμεθα αναλογιζόμενοι την αγάπη Του σε μας. Από αγάπη ανέβηκε στο Σταυρό. Από αγάπη κατέβηκε και στον άδη. «Α­πέθανε και ετάφη κατά τας γραφάς» (Α’ Κορ. ιε’ 4)

Για κάθε ανθρώπινο τάφο ισχύει το « α κ ο ύ σ ι α».

Για τον τάφο του Ιησού Χριστού ισχύει το « ε κ ο ύ σ ι α».

Θέλησε και ετάφη. Θάφτηκε Εκείνος, για να ξεθάψη εμάς από τα μνήματα της αμαρτίας. Θάφτηκε ο Παντοδύναμος, για ν’ ανα­σύρη η παντοδύναμη Αγάπη Του όλους τους «τεθνεώτας».

Για ποιούς τό κλάμα;
Αλλ’ η θλίψις της Μεγάλης Παρασκευής δεν είναι τόσο για τον Ιησού Χριστό, που είναι η «Ζωή εν τάφω». Είναι κυρίως για τους εχθρούς του Σταυρού, για τους εχθρούς του Ιησού.

Όταν ο Κύριος ανέβαινε προς το Γολγοθά και πίσω Του είδε να κλαίνε ευλαβείς γυναίκες, διακόνισσες της Αγάπης, επεσήμανε για ποιους πρέπει να κλαίμε: «Μη κλαίετε επ’ εμέ. Πλην εφ’ εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα υμών» (Λουκ. κγ’ 28)

-- Κλάψτε, μανάδες, γιατί θάβουν τα παιδιά σας οι νεκροθά­φτες του κακού, οι έμποροι του θανάτου!
Κάποτε θεάθηκε ο απόστολος Παύλος να κλαίει. Τον ρώτησαν γιατί; Και απάντησε:

«Νυν δε και κλαίων λέγω τους εχθρούς του Σταυρού» (Φιλιπ. Γ’ 18).

Είναι πολλοί οι εχθροί του Σταυρού. Είναι όλοι εκείνοι, που προσπαθούν:

• Να ενταφιάσουν την πίστι.

• Να συσκοτίσουν την αλήθεια.

• Να θάψουν το δίκαιο.

• Να εξαφανίσουν ηθικά και πνευματικά τον τόπο μας.

• Να σκοτώσουν το πνεύμα και να το θάψουν στον τάφο του υλισμού.

Για όλους αυτούς ο θρήνος. Και για τους άλλους, για τα θ ύ μ α τ ά τους.

Δεν κλαίμε για τη Ζωή, που είναι στον τάφο, αλλά κλαίμε για το θάνατο, που σέρνεται ως ζωή. Κλαίμε:

• Για τις πεθαμένες υπάρξεις.

• Για τις πεθαμένες οικογένειες.

• Για τα πεθαμένα νιάτα.

• Για τις πεθαμένες ελπίδες.

• Για την άνοιξη, που πριν ακόμη ανθίση, γίνεται χειμώνας.

'Αγάπησε το Σώμα
Όχι, λοιπόν, θρήνος για τον Τάφο του Χριστού. Ο Τ ά φ ος αυ­τός είναι Α γ ά π η. Με αγάπη δέχτηκε το Σώμα του Ιησού. Ο Τάφος φανερώνει την αγάπη στο σώμα.

Αγάπησε ο Τάφος το Σώμα Εκείνου.

• Είναι το Σώμα, που ζήτησε ο Ιωσήφ από τον Πιλάτο. Το τίμιο Σώμα, που ζητάμε καί μείς με τη λαχτάρα της θείας Κοινωνίας.

• Είναι το Σώμα, που με ευλάβεια αγκάλιασαν ο Ιωσήφ και ο Νι­κόδημος. Το Σώμα, που με καθαρή σινδόνα οι δύο αυτοί άνδρες πε­ριτύλιξαν. Το Σώμα, που με κ α θ α ρ έ ς ψυχές υποδέχονται οι πιστοί και ενστερνίζονται.

• Είναι το Σώμα, που οι δύο τολμηροί «κρυφοί» μαθητές με προ­σοχή έθεσαν στο κ α ι ν ό μ ν η μ ε ί ο, όπου κανένας άλλος δεν είχε τεθή.

Το Σώμα της θείας Κοινωνίας, που α ν α κ α ι ν ι σ μ έ ν ε ς ψυχές το υποδέχονται. Κανένας άλλος. Η καρδιά μας αποκλειστι­κός χώρος για τον Ιησού Χριστό.

«Πώς; Ποίαις χερσί δε προσψαύσω το σον ακήρατον Σώμα;» (Δοξαστικό αποστίχων Μεγάλης Παρασκευής).

Ο Τάφος δείχνει την αγάπη και στο δ ι κ ό μ α ς σ ώ μ α.

• Δεν πετιέται το σώμα του ανθρώπου, όπως το σώμα του σκύ­λου ή της γάτας. Ε ν τ α φ ι ά ζ ε τ α ι. Δεν καίγεται το ανθρώπινο σώμα.

• Δεν δεχόμαστε, ως πιστοί χριστιανοί, την κ α ύ σ ι των νε­κρών, γιατί αποτελεί βεβήλωσι στο σώμα. Ούτε εν ζωή ούτε μετά θάνατον βεβηλώνεται το σώμα, όπως δε βεβηλώνεται ένας Ναός, είτε λειτουργείται είτε δε λειτουργείται.

• Το σώμα τ ι μ ά τ α ι. Πως αγαπάμε το σπίτι μας; Έτσι α­γαπάμε το σώμα, που είναι κατοικία της ψυχής, ναός του πνεύ­μα­τος, δοχείο του Αγίου Πνεύματος.

• Τιμάται το σώμα, γιατί αυτό το σώμα π ρ ο σ έ λ α β ε ο Θεός Λόγος, ο Χριστός.

• Τιμάται το σώμα, γιατί είναι υποψήφιο για την αναστάσιμη δόξα.

Όσο ζούμε, είμαστε θ α ν α τ ο π ο ι ν ί τ ε ς. Όταν πεθάνουμε, γινόμαστε… α ν α σ τ ό π ο υ λ ο ι ! παιδιά της αναστάσεως.

Ξενοδοχείο, διυλιστήριο, ευεργεσία
Αγάπη ο Τάφος, γιατί αγκάλιασε το Σώμα του Χριστού, όπως και μείς με αγάπη το αγκαλιάζουμε στη θεία Κοινωνία.

Αγάπη ο Τάφος, γιατί τιμά το ανθρώπινο σώμα. Όταν για ό­λους πλέον θα είμαστε ανεπιθύμητοι, ο τάφος θα σπεύσει να μας υποδεχτή, να μας φιλοξενήση και να μας τιμήση. Όχι βεβαίως για να μας κρατήσει για πολύ.

•Ξ ε ν ο δ ο χ ε ί ο είναι ο τάφος. Προσωρινά διαμένουμε στο ξενοδοχείο, απλώς για ν’ αναπαυθούμε σε κάποιο μας ταξίδι. Ξυ­πνάμε, καί αφού πληρώσουμε τα έξοδα, συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας.

Για λίγο φιλοξένησε ο Τάφος το Χριστό. «Τάφω σμικρώ ξενο­δοχείται, Όν, παίδες, ανυμνείτε» (ωδή η’ κανόνος Μεγ. Σαββάτου). Για λίγο. Ξύπνησε ο Κύριος με την Ανάστασί Του.

Το ίδιο και μείς. Απλώς θα φιλοξενηθούμε στον τάφο για λίγο, πληρώνοντας τον κοινό φόρο. Κανένας φ ο ρ ο φ υ γ ά ς από το φόρο του θανάτου. Θα φιλοξενηθούμε, για να ξυπνήσουμε, όταν η καμπάνα της κοινής αναστάσεως θα ηχήση δυνατά.

• Δ ι υ λ ι σ τ ή ρ ι ο ο τάφος. Το νερό της βροχής περνάει από τα σπλάχνα της γης, από τα φυσικά διυλιστήρια, και βγαίνει κα­θαρώτερο. Έτσι και το σώμα. Περνάει από τον τάφο της γης. Θα ξεπηδήση καθαρώτερο, λαμπρότερο, ωραιότερο.

Η ταφή είναι το χημείο, όπου γίνεται η δική μας μεταστοι­χείωσις.

Το φθαρτό, με την ανάστασι, γίνεται άφθαρτο.

Το θνητό γίνεται αθάνατο.

«Τη ταφή Σου ζωής μου τας εισόδους διανοίξαντα καί θανάτω θάνατον καί άδην τε θανατώσαντα» (α΄ωδή κανόν. Μεγ. Σαββάτου)

«Το φθαρτόν δε σου εις αφθαρσίαν μετεστοιχείωσας» (στ’ ωδή)

•Αγαπητός ο τάφος, αφού είναι ε υ ε ρ γ έ τ η ς ο θάνατος. Για να μην υπήρχε θάνατος, ένα από τα δύο έπρεπε να συμβαίνη: Ή να ζούσε ο άνθρωπος για πάντα στον παράδεισο της Εδέμ, ή να ζούσε για πάντα το κακό.

Ο θάνατος μπήκε ως αναγκαία διαδικασία στην πορεία της ζω­ής μας, για να μην είναι το κακό αθάνατο.

Ο θάνατος είναι το τέλος των δεινών, η αρχή της αληθινής χα­ράς.

Ο θάνατος του Χριστού συνέβη, για να μη γίνη το κακό, το με­γαλύτερο κακό. Για να μη γίνη ο θ ά ν α τ ο ς, α θ ά ν α τ ο ς.

Η αγάπη του γιατρού φαίνεται στην προσπάθειά του να ζήση ο άνθρωπος. Η αγάπη του Χριστού φάνηκε απείρως σημαντικώτερη.

• Ο Σ τ α υ ρ ό ς Του είναι ο θάνατος του θανάτου.

• Οι Π λ η γ έ ς Του, οι πηγές της χαράς μας.

• Ο Τ ά φ ο ς Του, η πηγή της αθανασίας μας.

•Η Α ν ά σ τ α σ ί ς Του, ο πρόδρομος της δικής μας ανα­στάσεως.


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που συχνά υποστηρίζουν ότι οι νέοι μας δεν έχουν αναζητήσεις. Οι ίδιοι όμως φροντίζουν να μας διαψεύδουν γράφοντας στους τοίχους των πόλεων μας τις βαθύτερες αναζητήσεις τους σε συνθήματα σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν ρωγμές φωτός στην σκοτεινή ευμάρεια των κοινωνιών μας.
Ο τίτλος του κειμένου προέρχεται από ένα σύνθημα γραμμένο σε τοίχο των Εξαρχείων. Συνήθως το εναγώνιο ερώτημα είναι εάν υπάρχει ζωή μετά το θάνατο. Η διατύπωση του ερωτήματος, που είναι νεανική κραυγή, σε ένα κόσμο που βυθίζεται στην αυτάρκεια και στην επιδίωξη της ευτυχίας επαναφέρει τη συνηθέστερη των αποριών ανάμεσα στους χριστιανούς στην Ορθόδοξη θεολογική βάση του με μια άλλη όψη που ναι μεν είναι διαφορετική από αυτές που έχουμε συνηθίσει αλλά βαθειά ορθόδοξη. Είναι ένα ερώτημα εξαιρετικά επίκαιρο που το συναντάμε με πολλούς τρόπους στην Υμνολογία του Τριωδίου που υπομνηματίζει ποιητικά τη διδασκαλία της Εκκλησίας για την πραγματική ζωή του ανθρώπου.

1. Η ζωή που ισοδυναμεί με θάνατο

Εάν δούμε τα πράγματα μέσα από τη ρωγμή που ανοίγει στη ματιά μας το σύνθημα του νέου θα διαπιστώσουμε ότι ο θάνατος δε συνάπτεται με τη ζωή αλλά με το νόημα που δίνουμε εμείς σε αυτή. « Όσο υπάρχει ζωή δεν υπάρχει θάνατος. Και τούτο επειδή ο θάνατος τίθεται στο τέλος. Αυτό συμβαίνει όταν ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής. Όταν όμως με το έρεβός του περιγράφει τα όρια της τότε ταυτίζεται με τη ζωή. Γι’αυτό και η έλευσή του δεν έχει νόημα, αφού νόημα έχει μόνο η συμπαρουσία του με τη ζωή.»
[1] Το σύνθημα όμως καταγγέλει ότι ο συγγραφέας του δε ζει, δε βλέπει πουθενά γύρω του τη ζωή ή ότι η ζωή ταυτίζεται με θάνατο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή μάλλον διαβιούμε παρά ζούμε. Η προοπτική μας είναι ο κόσμος που έχει τέλος. Αρκούμαστε στην ευμάρεια. Στη δημιουργία ενός πολιτισμού της « πέτρινης τροφής»[2]
, όπως ονομάζει τα υλικά αγαθά ο Αγ.Γρηγόριος Νύσσης από τα οποία ο άνθρωπος εξαρτά την τροφή του, χωρίς όμως αυτή να «χορταίνει» τις αναζητήσεις του. Αρκούμαστε ,όπως φαίνεται, σε μια θνήσκουσα ευτυχία η οποία για να υπάρξει πρέπει όλα να είναι υπό το έλεγχό μας. Ορίζουμε ως «ζωή» την εικόνα που δίνει για τα πράγματα η τηλεόραση και οι διαφημίσεις της. Την κρούστα τον πλαστικών χαμόγελων, τη εξωτερική λάμψη που όλα τα συμφιλιώνει στο βωμό της κυρίαρχης ιδεολογίας των καιρών μας: «Να περνάμε καλά και εύκολα». Όσο εξαρτόμαστε από την κυριαρχία της δύναμης τόσο φοβόμαστε την απουσία της, την απώλεια του ελέγχου. Για αυτό και φτιάχνουμε και αντίστοιχη «θρησκεία» η οποία εξευμενίζει τις «δυνάμεις» εκείνες που απειλούν την τακτοποίηση που έχουμε επιβάλλει με μια εύκολη θρησκευτικότητα στα όρια της μαγείας, για να μας βοηθάει στις «δυσκολίες μας». Αυτό το ιδεολόγημα πολύ συχνά το ονομάζουμε Χριστιανισμό και πότε –πότε Ορθοδοξία!
Αυτή τη ζωή ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής την ονομάζει «σκια θανάτου».

2. Η θρησκεία της «καθημερινής ζωής»

Εάν προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε τα αίτια που οδήγησαν στη γραφή του συνθήματος, θα διαπιστώσουμε ότι ένα από αυτά είναι ο «χριστιανισμός» των «σύγχρονων» χριστιανών.
Η θρησκεία αυτή φοβάται το θάνατο και κάνει ότι είναι δυνατό να τον εξαφανίσει από το προσκήνιο της καθημερινότητας. Φοβάται επίσης την ασθένεια και λατρεύει την υγεία. Αποτελεί και αυτή μια «θεραπεία», μια «βοήθεια» για τα αδιέξοδα των ανθρώπων. Είναι μια οδός συμβιβασμού των «απαιτήσεων ή των αναγκών» τους με τη δίψα για κάτι που είναι πέρα από τα όρια που διαγράφει ο ορίζοντάς μας. Είναι μια προσπάθεια μεταφυσικών«εξηγήσεων» των πολλών «γιατί» που θέτει ο ορθολογισμός των καιρών μας.
Για το λόγο αυτό πολλοί πηγαίνουν στην Εκκλησία όταν είναι έρημη από ανθρώπους για να προσευχηθούν, εξομολογούνται για να «εξιλεωθούν» ή να «αναπαυθούν», συγχέουν τη μετάνοια με τη μεταμέλεια, «κοινωνούν» για το καλό, τελούν «θρησκευτικό» γάμο χωρίς να πιστεύουν στο μυστήριο της αγάπης, «βαπτίζουν» ακολουθώντας τις παραδόσεις, τελούν το ευχέλαιο «για την υγειά τους», «κηδεύουν» τους συγγενείς τους εξοργισμένοι για το κακό που τους έκανε ο Θεός!
Η ζωή αυτή γιατί να μη σημαίνει θάνατο; Η θρησκεία αυτή γιατί να μην προκαλεί απέχθεια;

3. «Για μένα ζωή σημαίνει Χριστός και θάνατος σημαίνει κέρδος»
[3]

Η φράση του Απ.Παύλου δείχνει και την αλήθεια που περιγράφεται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης ενώ αποκαλύπτει την μεγάλη απόσταση που χωρίζει τη θρησκεία από την Εκκλησία η οποία είναι Σώμα Χριστού.
Ο Χριστός με το θάνατό Του αποκαλύπτεται ως Ζωή και ο θάνατος ως εχθρός του ανθρώπου που πρέπει να νικηθεί και όχι να συμφιλιωθούμε μαζί του. Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη διαβάζουμε: « Αυτός ήταν η ζωή, και ήταν η ζωή αυτή το φως για τους ανθρώπους»
[4]
Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο μας όταν η ζωή μας συνάπτεται με το Χριστό, το Σώμα και το Αίμα Του. Όταν «είμαστε πεθαμένοι για την αμαρτία»
[5] Ο Απ.Παύλος τονίζει « Ή μήπως λησμονείτε πως το βάπτισμα στο όνομα του Χριστού σημαίνει συμμετοχή στο θάνατό Του; …Ο παλιός αμαρτωλός εαυτός μας πέθανε στο Σταυρό μαζί με το Χριστό…Έτσι να σκέφτεστε για τον εαυτό σας: Έχετε πεθάνει για την αμαρτία, κι η ζωή σας είναι πια κοντά στο Θεό χάρη στην ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό τον Κύριό μας».[6]
Ζούμε όταν πραγματοποιούμε αυτό που γράφει ο Αγ.Ιωάννης ο Χρυσόστομος στη Θ.Λειτουργία: «πάσα τη βιοτική αποθώμεθα μέριμνα» . Όταν ο καθένας από εμάς είμαστε μια «ζώσα εικόνα του ζώντος Θεού».
Η ζωή στην Εκκλησία είναι η κοινή πορεία όλων όσων η ζωή τους συνδέεται άρρηκτα με την Ανάσταση του Χριστού. Με αυτή την έννοια έχει δίκιο ο Ντεριντά όταν ισχυρίζεται ότι «Το να ζεις, εξ ορισμού, δεν μαθαίνεται. Ούτε από τον ίδιο τον εαυτό σου, ούτε από τη ζωή μέσω της ζωής. Μονάχα από τον άλλον και μέσω του θανάτου» παρά το γεγονός ότι δεν ξέφυγε από την ιουδαϊκότητα που χαρακτήριζε την σκέψη του.
[7]

[1] Χρ. Μαλεβίτση: « Μελέτη θανάτου» στον τόμο Η ζωή και το Πνεύμα. Δοκίμια για την έσχατη μέριμνα του ανθρώπου. Εκδ.Παρουσία, Αθήνα 1997, σελ 91
[2] Λόγοι είς τους Μακαρισμούς
[3] Φιλ 1.21
[4] Ιωαν 1.4
[5] Ρωμ 6.2
[6] Ρωμ 6.3-11
[7]
Ζ.Ντεριντά Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει, εκδ. Άγρα σελ17


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/
H έκτη και τελευταία εβδομάδα της Μεγ. Σαρακοστής ονομάζεται "Εβδομάδα των Βαϊων". Για έξι μέρες πριν το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαϊων η λατρεία της Εκκλησίας μας ωθεί ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό καθώς πρώτος αναγγέλει το θάνατο του φίλου Του και κατόπιν αρχίζει το ταξίδι Του στη Βηθανία και στην Ιερουσαλήμ. Στο κέντρο της προσοχής είναι ο Λάζαρος – η αρρώστεια του, ο θάνατός του, ο θρήνος των συγγενών του και η αντίδραση του Χριστού σ’ όλα αυτά. Η τελευταία εβδομάδα δηλαδή περνάει με πνευματική περισυλλογή πάνω στην ερχόμενη συνάντηση του Χριστού με το θάνατο – πρώτα στο πρόσωπο του φίλου Του Λαζάρου, έπειτα στο θάνατο του ίδιου του Χριστού. Πλησιάζει η “ώρα του Χριστού” για την οποία τόσο συχνά μιλούσε και προς αυτήν προσανατολιζόταν όλη η επίγεια διακονία Του. Η ανάσταση του Λαζάρου έγινε για να βεβαιωθούμε για “Την κοινήν ανάστασιν”. Είναι κάτι το συναρπαστικό να γιορτάζουμε κάθε μέρα για μια ολοκληρη εβδομάδα αυτή τη συνάντηση ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, που αργά αργά πλησιάζει, να γινόμαστε μέρος της, να νιώθουμε με όλο το είναι μας αυτό που υπονοεί ο Ιωάννης με τα λόγια του:”Ιησούς ως είδεν αυτήν κλαίουσαν και τους συνελθόντας… ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν… και εδάκρυσεν” (Ιωάν. 11, 33-35) .Μέσα στη λειτουργική ορολογία, το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαϊων είναι η”έναρξη του Σταυρού”. 

Παρά ταύτα ο ευσεβής λαός μας αποκαλεί την εβδομάδα αυτή «κουφή» η «βουβή» με μοναδική δικαιολογία ότι την Εβδομάδα αυτή δεν τελούνται Ακολουθίες και ως εκ τούτου δεν σημαίνει ούτε η καμπάνα οπότε ούτε λέμε(Ακολουθία) ούτε ακούμε(Καμπάνα)αυτήν την Εβδομάδα. Όμως η πραγματικότητα είναι άλλη. Αρκεί μια ματιά στα Λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας για να μας πείσει ότι,όχι «βουβή» και «κουφή»δεν είναι αυτή η Εβδομάδα αλλά αντίθετα όπως είδαμε και πιο πάνω είναι πλήρης μηνυμάτων και Θεολογικών εννοιών γύρω από το Μυστήριο του θανάτου. Παλαιότερα αυτό εκαλλιεργείτο και από τους ίδιους τους ιερείς σαν μια δικαιολογημένη ίσως!! προσπάθεια για λίγη ξεκούραση λίγο πρίν τον μεγάλο κόπο της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος. Το Τυπικό της Εκκλησίας μας, υπαγορεύει και αυτήν την Εβδομάδα τις Ακολουθίες που τελούνται καθ’ όλη την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Δηλ.Μεσονυκτικό Όρθρο,Ώρες και Εσπερινό το πρωί,το Μεγάλο Απόδειπνο το απόγευμα, την Προηγιασμένη Θ.Λειτουργία την Τετάρτη και την Παρασκευή καθώς και το Μικρό Απόδειπνο με τον κανόνα του Αγίου Λαζάρου την Παρασκευή το απόγευμα. Η μοναδική Ακολουθία που απουσιάζει είναι η Ακολουθία των Χαιρετισμών της Παναγίας η οποία αποτελεί και την μοναδική χαρμόσυνη νότα στην πένθιμη περίοδο που διανύουμε. Τό ότι δεν τελείται η χαρμόσυνη Ακολουθία των Χαιρετισμών την Εβδομάδα αυτή οδήγησε στην παρεξήγηση ; Ίσως!

Η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής (αφού από την Κυριακή ξεκινά η Μεγάλη Εβδομάδα με την δική της νηστεία), είναι η τελική αποκάλυψη του νοήματος της Μεγάλης Σαρακοστής που είναι η μετάνοια, η νηστεία από την αμαρτία, η χαρμολύπη και η επαναβίωση του λατρευτικού στοιχείου της Εκκλησίας! Ας φροντίσουμε να μην χάσουμε τα όσα έχει να μας προσφέρει και αυτήν την Εβδομάδα η Εκκλησία μας ξεφεύγοντας από επιπόλαιες και ανυπόστατες συμβουλές γύρω από την Λατρευτική μας ζωή.

Επίκαιρος και εύστοχος όπως πάντα ο λόγος του π.Μωυσέως του Αγιορείτου για τις Άγιες Αυτές και Μεγάλες Ημέρες. «Πάντα τη Μεγάλη Παρασκευή, να ‘σαι μόνος σαν το Χριστό προσμένοντας το τελευταίο καρφί, το ξύδι, τη λόγχη. Τις ζαριές ν’ ακούς ατάραχα στο μοίρασμα των υπαρχόντων σου, τις βλαστήμιες, τις προκλήσεις, την αδιαφορία. Πριν την Παρασκευή δεν έρχεται η Κυριακή, τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων της Μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας. Μην ξαφνιαστείς, μη φοβηθείς στ’ απρόσμενο σουρούπωμα. Οι μπόρες του ουρανού δε στερεύουν. Η ξαστεριά θα ’ρθεί το Σαββατόβραδο. Τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων της μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας».


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/
Του Σταμάτη Μιχαλακόπουλου 

Στην 2η Θεία Λειτουργία που τελέσθηκε την Κυριακή 30 Μαρτίου, στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, ιερούργησε και μίλησε ο Πανοσ. Αρχιμανδρίτης π. Αυγουστίνος Θεοδωρόπουλος, από την Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς.
Με τη συμμετοχή του π. Αυγουστίνου, ολοκληρώθηκε ο κύκλος των ομιλιών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των λατρευτικών συνάξεων και των ενοριακών εκδηλώσεων, της εορταστικής

περιόδου
«Ευαγγελίστρια 2014».
Η ομιλία του π. Αυγουστίνου ήταν
αφιερωμένη στην σημερινή Κυριακή, Δ’ των νηστειών, ημέρα κατά την οποία τιμάται ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακας, ο Σιναΐτης. Και όπως επισήμανε στην αρχή του λόγου του, το μυαλό μας σήμερα στρέφεται στο θεοβάδιστο όρος Σινά, όπου ο Άγιος ασκήτεψε, αναδείχθηκε ηγούμενος της Ιεράς Μονής της Αγίας Αικατερίνης και συνέγραψε το βιβλίο του «Κλίμαξ».

Περιγράφοντας το βιβλίο του Οσίου, ανέφερε ότι: «η Κλίμαξ είναι μία πνευματική σκάλα. Κάθε κεφάλαιο είναι και ένα σκαλοπάτι, αφιερωμένο σε μία από τις αρετές. Και ο Όσιος βάζει στην κορυφή της Κλίμακας, την αγάπη, το τελευταίο σκαλοπάτι».

Ακολούθως, ο π. Αυγουστίνος συνέδεσε το βιβλίο του Οσίου, με την κλίμακα που οραματίστηκε στην Παλαιά Διαθήκη, ο προπάτορας Ιακώβ.

«Το μυαλό μας πηγαίνει επίσης στην Παλαιά Διαθήκη και τον Πατριάρχη Ιακώβ που είδε στον ύπνο του κλίμακα να σχηματίζεται, από τη γη στον ουρανό. Και Άγγελοι να κατεβαίνουν και να ανεβαίνουν, δοξολογώντας τον Θεό».
Κλίμαξ όμως χαρακτηρίζεται από τον ιερό υμνωδό και η Υπεραγία Θεοτόκος, στους Χαιρετισμούς: «χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι΄ ης κατέβη ο Θεός». Για να ανεβάσει στη συνέχεια και τους ανθρώπους από τη γη στον ουρανό.

Η Παναγία έχει φτάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι, της αγάπης. Και όπως αγάπησε και συγχώρεσε τους σταυρωτές Του ο Κύριος στον Σταυρό, έτσι και η Παναγία έδειξε την αγάπη Της.

«Όταν είδε το παιδί Της να συλλαμβάνεται, να συκοφαντείται, να βασανίζεται, να καταδικάζεται, να ανεβαίνει στον Σταυρό, δεν κράτησε κακία στο ανθρώπινο γένος, αλλά συγχώρεσε τους πάντες. Κι όταν Την επικαλούμαστε, όχι μόνο δεν μας γυρίζει την πλάτη, αλλά μας σκουπίζει το δάκρυ και μας βοηθάει».

Και ο π. Αυγουστίνος ολοκληρώνοντας την ομιλία του, χαρακτήρισε και την Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως κλίμακα, που μας φέρνει και μας οδηγεί σκαλί – σκαλί, στα Πάθη και την Ανάσταση του Κυρίου. Για να κλείσει το λόγο του με την ευχή:

«Η Μεγάλη Σαρακοστή να μην είναι επίπεδη, αλλά σκάλα, μέθοδος ανύψωσης στον ουρανό».


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/
Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Ο φόβος του θανάτου αποτελεί τον μεγαλύτερο και ίσως τον πιο δυσκολοκατάβλητο φόβο που έχει να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος. Υπαρξιακό άγχος ονομάζεται από τους επιστήμονες. Δεν είναι μόνο το γεγονός του χωρισμού της ψυχής από το σώμα, το οποίο γεννά μία ασυνήθιστη, ανοίκεια κατάσταση. Είναι και η αγωνία για το επέκεινα. Για το τι πρόκειται να συμβεί μετά από αυτόν τον χωρισμό. Για το αν υπάρχει συνέχεια στην ύπαρξη ή αν ο θάνατος καταπίνει το ανθρώπινο πρόσωπο. Οι θρησκείες προσπαθούν να δώσουν απάντηση 
επικαλούμενες έναν παράδεισο, είτε με υλικά στοιχεία, είτε με πνευματικά, είτε ακόμη και με την ευτυχία του να γινόμαστε μηδέν, αφού περάσουμε κύκλους μετενσαρκώσεων, γιατί η ζωή και ο χρόνος θεωρούνται ο φυσικός τόπος και χρόνος παρουσίας μας, ώστε δεν μπορεί παρά να επανερχόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο, παρότι θεωρούμε ότι έχουμε προβλήματα, βάσανα, απογοητεύσεις.

Η Εκκλησία μας μιλά για μία άλλη πραγματικότητα μετά τον θάνατο. Πρώτα απ’ όλα, όπως αναφέρει ο ιερός υμνογράφος απευθυνόμενος στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, «εγυμνώθη ο Άδης». Χάρις στην Υπεραγία Θεοτόκο ο θάνατος δεν γίνεται πλέον τρόπος απελπισίας, δεν εξουσιάζει τον άνθρωπο, «βασιλεύει, αλλ’ ουκ αιωνίζει». Κι αυτό διότι η Υπεραγία Θεοτόκος γέννησε τον Κύριό μας, έφερε στον κόσμο Εκείνον που επρόκειτο να καταπατήσει τον Άδη και τον θάνατο και να συντρίψει το κράτος του επάνω στον άνθρωπο. Ο Άδης εγυμνώθη. Ο θάνατος δεν είναι ούτε τέλος, ούτε απελπισία, ούτε είσοδος στο άγνωστο, αλλά Πάσχα, πέρασμα στη ζωή. Την σχέση του ανθρώπου με το Θεό στο πρόσωπο του Χριστού, η οποία δεν είναι σχέση πλέον που θα νικηθεί από τον χρόνο, δεν είναι σχέση ανάγκης, δεν είναι σχέση υποταγής, αλλά αφετηρία ενδύσεως του ανθρωπίνου προσώπου με την δόξα του Θεού, μετοχής του ανθρώπου στο Φως του Προσώπου του Χριστού, χαράς αιωνίου και ακαταλύτου. Στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου ο Άδης εγυμνώθη διότι φάνηκε ποιος είναι ο σκοπός του ανθρώπου και του κόσμου: η μετοχή των πάντων στη θεία δόξα. Η αποκατάσταση του ανθρώπου στην τιμή την οποία έλαβε από τον Θεό κατά την Δημιουργία και την αναδημιουργία με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο.

Εγυμνώθη ο Άδης διότι δεν έχει δύναμη επάνω στον άνθρωπο. Οι τρόποι του Άδη έχουν να κάνουν με την ελευθερία που μας εδόθη. Είναι η συνεχής επιλογή μας να ζούμε διαφορετικά από το θέλημα του Θεού, διαφορετικά από την αγάπη. Είναι η συνεχής μας επιλογή να ζούμε με εγωκεντρισμό, να αυτοειδωλοποιούμαστε, να έχουμε ως κριτήριο της ζωής μας τον εαυτό μας, τα θελήματά μας, τις επιθυμίες μας, την χρήση του κόσμου και των ανθρώπων όχι ευχαριστιακά, δοξολογικά, αλλά με γνώμονα το συμφέρον. Τρόπος του Άδη είναι η παρείσφρηση του διαβόλου και ο συνεχής διάλογός μας μαζί του. Είναι η αίσθηση ότι μπορούμε χωρίς τον Θεό. Είναι η αδιαφορία μας για την χαρά όλων. Είναι η καθυπόταξή μας στην ασθένεια, την φθορά, την ήττα εξ αιτίας του τρόπου ζωής μας. Είναι το ξόδεμα του χρόνου μας όχι στην αγάπη αλλά στην θεραπεία των παθών μας. Χάρις στο πρόσωπο του Χριστού νιώθουμε και βιώνουμε το γεγονός ότι δεν είμαστε μόνοι στον αγώνα εναντίον των τρόπων του Άδη. Ότι μπορούμε να διαχειριστούμε την ελευθερία μας με υπακοή στο θέλημα, να την εμπιστευθούμε στα χέρια Του και στο Ευαγγέλιο, στη ζωή της Εκκλησίας, και να την επαναπροσλάβουμε ως δωρεά ζωής και ελπίδας. Να διαχειριστούμε την ελευθερία μας εν αγάπη και εν σχέσει και με τον Θεό και με τον πλησίον, όχι ανίκητοι από τον Άδη, αλλά με την δύναμη της μετάνοιας ως του όπλου εκείνου που μας θεραπεύει από την πτώση και το κακό.

Εγυμνώθη ο Άδης διότι σκοπός της ζωής μας δεν είναι ο θάνατος, αλλά η Ανάσταση. Αυτός είναι ο τελικός μας προορισμός. Ανάσταση που περιλαμβάνει και το σώμα μας. Που θα γίνει, εφόσον πιστεύουμε και αγαπούμε, Ανάσταση ζωής. Στην οποία ο κόσμος θα ανακαινιστεί και εμείς μαζί του. Και προγευόμαστε τα σημεία της Ανάστασης στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου και στις μορφές των Αγίων. Σε όσους πριν από εμάς έζησαν την σχέση με το Χριστό ως αφετηρία της αιωνιότητας και που έγιναν μάρτυρες του τρόπου της ήττας και της απογύμνωσης του Άδη. Δεν θα επιστρέψουμε σ’ αυτόν τον ίδιο της φθοράς και του χρόνου κόσμο, αλλά στον ανακαινισμένο, αναστημένο , ίδιο και ταυτόχρονα διαφορετικό, πνευματικά μεταστοιχειωμένο, στον οποίο η Ανάσταση θα είναι η αφετηρία μιας ζωής στην οποία «ουκ έσται τέλος». Μέχρι τότε θα προγευόμαστε την Βασιλεία του Θεού, στον παρόντα χρόνο μέσα από την συνάντηση με τον Χριστό και τον συνάνθρωπο στη ζωή της Εκκλησίας και κατά την έξοδό μας με την διαγραφή από τα μάτια της ψυχής μας της επίδρασης των αισθήσεων, της υλικότητας, των βιοτικών μεριμνών, κάθε υπαρξιακού άγχους και την συνεχή βίωση της κοινωνίας με τον Χριστό, η οποία θα συνοδεύεται από την προσμονή και το σώμα μας να πάρει μέρος στην πανήγυρη του φωτός.

Στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου εγυμνώθη ο Άδης. Η ίδια επέλεξε την δόξα του Θεού ως σκοπό της ζωής της. Εργάστηκε ώστε το θέλημα του Θεού να γίνεται πράξη. Πίστεψε στην Ανάσταση τόσο του Υιού της, όσο και την δική της και την βίωσε ακολουθώντας τον Χριστό μέχρι τέλους και ζώντας την χαρά της Ανάστασης, αλλά και την ζωή της Εκκλησίας πάσας τας ημέρας της ζωής της. Και έχοντας μετάσχει στην αγάπη, έγινε η ίδια Αγάπη και προσευχή και μεσιτεία για όλους. Γι’ αυτό και εγυμνώθη ο Άδης στο πρόσωπό της. Διότι η ίδια έβαλε την προαίρεση, την πίστη, τον αγώνα, την δίψα για χάρη και αρετή και ο Θεός την δόξασε δια της παρουσίας Του εντός της. Γι’ αυτό και ο θάνατος για εκείνη δεν ήταν λύπη, αλλά η χαρά της αιώνιας συνάντησης και κοινωνίας με τον Υιό της και την ίδια στιγμή με παγγενές το ανθρώπινο γένος, του οποίου είναι η μεσίτρια, η οδηγήτρια, η χαρά και η αφετηρία της ζωής. Αφού εκείνη πέτυχε αυτόν τον δρόμο και τρόπο, κι εμείς μπορούμε να την ακολουθήσουμε. Και θα μας βοηθήσει να αντέξουμε κάθε υπαρξιακό φόβο, να νικήσουμε με γενναιότητα τον θάνατο και να μην αφήσουμε τους τρόπους του Άδη να μας υποτάξουν, ακόμη κι αν εκείνος κάνει θόρυβο και δείχνει ακατανίκητος, ιδίως στην εποχή μας.


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/
Του Σταμάτη Μιχαλακόπουλου 

Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία τελέσθηκε το βράδυ της Τετάρτης 26 Μαρτίου στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, από τον Πρωτοπρεσβύτερο της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς π. Ρηγίνο Σταματίου.
Η συμμετοχή του π. Ρηγίνου στη λειτουργική σύναξη
της ενορίας, καθώς και η ομιλία που απηύθυνε προς τους πιστούς μετά το πέρας της, εντάσσονται στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων «Ευαγγελίστρια 2014».

Στην σύντομη, αλλά πολύ περιεκτική ομιλία του, ο π. Ρηγίνος περιέγραψε τα πολεμοφόδια που έχουν στη διάθεσή τους οι πιστοί, για να διανύσουν την κατανυκτική αυτή περίοδο.

Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τόνισε, είναι ένας πνευματικός αγώνας, ένα στάδιο που θα περάσουμε από τον Σταυρό στην Ανάσταση. Ο π. Ρηγίνος, αναφέρθηκε κατ’ αρχήν στην αγαπητική σχέση που επικρατούσε στη ζωή των πρωτοπλάστων πριν την πτώση, για να έρθει στη συνέχεια με την αμαρτία, φόβος και τρόμος. Ο Θεός όμως δεν εγκατέλειψε το πλάσμα Του. Έτσι, ο Χριστός παίρνει σάρκα και οστά και μας δείχνει το δρόμο για τη σωτηρία και τη λύτρωση.

Συνεχίζοντας, περιέγραψε τα πολεμοφόδια, τα μέσα που διαθέτουμε για να διανύσουμε το δρόμο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Και το πρώτο, είναι η νηστεία. «Είναι Σταυρός η νηστεία για τη σημερινή κοινωνία», τόνισε, αναφερόμενος ιδιαίτερα στον πόλεμο που δέχονται καθημερινά οι πιστοί, με την ποικιλία γευστικών προτάσεων με τις οποίες βομβαρδίζονται από παντού. Και συνέχισε: «Δεν είναι η νηστεία αυτοσκοπός, αλλά μέσο που μας βοηθάει να προσευχηθούμε».

Πέρασε έτσι στο δεύτερο πολεμοφόδιο των πιστών, την προσευχή. Όχι πολλά λόγια αυτήν την περίοδο, είπε ο π. Ρηγίνος αναφερόμενος στην ευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου...», που διαβάζεται καθημερινά. Η Εκκλησία, μας ενισχύει στον αγώνα της προσευχής, τελώντας καθημερινά μακροσκελείς ακολουθίες πρωί και βράδυ, ενώ έκανε ειδική μνεία και στην «ευχή του Ιησού».

Το τρίτο μέσο, δεν είναι βέβαια άλλο από τη μετάνοια. Όπως τόνισε: «Είναι περίοδος μετανοίας. Είναι περίοδος να ενσκήψουμε στον μέσα άνθρωπο και να δούμε τις αμαρτίες που φωλιάζουν εκεί. Ο Διάβολος μας θολώνει και δεν μπορούμε πολλές φορές να ξεχωρίσουμε τι είναι αμαρτία και τι όχι. Να βρούμε το Πετραχήλι του Πνευματικού και ο Θεός με σφουγγάρι θα σβήσει τις αμαρτίες μας».

Ο π. Ρηγίνος έκανε ιδιαίτερη αναφορά σε δύο από τις λατρευτικές ευκαιρίες που μας προσφέρει η Εκκλησία κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η πρώτη είναι η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, που μας δίνει την ευκαιρία να κοινωνούμε Σώμα και Αίμα Χριστού και τις ενδιάμεσες ημέρες της εβδομάδας, αφού όπως είναι γνωστό δεν τελείται η Θ. Λειτουργία τις καθημερινές κατά την περίοδο αυτή. Μας προσφέρει έτσι η Εκκλησία τη μεγάλη δυνατότητα να βάλουμε μέσα μας μια πανοπλία, να μας προφυλάξει από τις παγίδες του Διαβόλου.

Η δεύτερη λατρευτική ευκαιρία, είναι ο Ακάθιστος Υμνος προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Με τον υπέροχο αυτόν ύμνο, μπορούμε να Την υμνούμε και να Την δοξολογούμε. Να Της λέμε το «Χαίρε», να ζητάμε τη βοήθεια Της και τη Σκέπη Της.

Και ο π. Ρηγίνος κατέληξε:

«Έτσι πορεύεται ο πνευματικός μας αγώνας, που μας οδηγεί στο Ποτήριο της Ζωής, για να γίνουμε όπως οι πρωτόπλαστοι πριν την πτώση. Εκεί που πρέπει να θησαυρίζουμε, είναι να αποκτήσει θησαυρό η ψυχή μας για τον Ουρανό».
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ακολουθίας, οι πιστοί είχαν τη δυνατότητα και ευλογία να προσκυνήσουν την θαυματουργή εικόνα της Αγίας Ζώνης από την Ιερά Μονή Βλαμαρής Σάμου και την Τιμία Κάρα του Αγίου Νικολάου Πλανά που θα παραμείνουν στο Ναό μέχρι την ολοκλήρωση των εορταστικών εκδηλώσεων.


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/
Αρχιμ. Επιφάνιος Οικονόμου
Δ/ντής του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος

Στη συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας η Παρθένος Μαρία κατέχει ιδιαίτερη και ξεχωριστή θέση, που είναι καρπός άδολης και καρδιακής αγάπης του λαού του Θεού προς το πρόσωπό της. Η θέση αυτή δεν την αυτονομεί, δεν την εξυψώνει υπερβαλλόντως και αναρμόστως, προκαλώντας εσωτερικές αμφιβολίες και αντεγκλήσεις, αλλά την καθιστά αυτή που ακριβώς είναι, σε σχέση πάντα με τον Ιησού Χριστό, τον Υιό και Θεό της. Γι’ αυτό «η τιμή που δείχνουμε στην Θεοτόκο όχι μόνο δε μειώνει την λατρεία μας προς τον Θεό, αλλά, ακριβώς, έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: όσο περισσότερο τιμούμε τη Θεοτόκο, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε τη μεγαλειότητα του Υιού της, επειδή τιμούμε τη Μητέρα ακριβώς λόγω του Υιού» (Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ).

Η Ορθόδοξη Θεολογία, λοιπόν, έρχεται να συνεχίσει και να εμπλουτίσει την Ορθόδοξη παράδοση, μια παράδοση που, το ένα και μοναδικό πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, το πολλαπλασιάζει και το μετασχηματίζει, αποδίδει σ’ αυτό ονόματα και ιδιότητες, ανάλογα με την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα κάθε περιοχής, χωρίς να καταστρέφει, όμως, ούτε στιγμή τη μοναδικότητά του. Και ενώ θα περίμενε κανείς αυτή η πολυδιάσπαση του προσώπου, από την Μεγαλόχαρη στην Εικοσιφοίνισσα, από την Ξενιά στη Χοζοβιώτισσα, από την Γλυκοφιλούσα στην Γοργοϋπήκοο, από την Σουμελά στην Ελευθερώτρια κ.ο.κ. να προκαλεί σύγχυση, εντούτοις, αποκαλύπτει την χωρίς μέτρο αγάπη των πιστών, τον ασίγαστο και διαχρονικό πόθο των παιδιών να δουν και να μιλήσουν στη Μητέρα τους, σύμφωνα με τις προσωπικές τους ανάγκες, προϋποθέσεις και ιδιαιτερότητες.

Και στο σημείο αυτό η Θεολογική συνείδηση και εμπειρία, όπως διαμορφώθηκε Συνοδικά στους αιώνες, μέσα από τον πλούτο της γνώσης και της σοφίας των Αγίων Πατέρων, έρχεται να δογματίσει για την Μαρία και να την εγκαταστήσει στην καθημερινή ζωή της Εκκλησίας ως Μητέρα, ως Θεοτόκο και ως Παναγία.

Η Μαρία κατέκτησε την Μητρική ιδιότητα και αναγνώριση γιατί αναδέχθηκε την εξωπραγματική, για τα ανθρώπινα μέτρα, αποστολή να γίνει το σκεύος της εκλογής, το δοχείο της Χάριτος, διά του οποίου τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Ήταν το πρόσωπο εκείνο που επικέντρωνε πάνω του όλα τα χαρίσματα και τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις, για να φέρει στους φθαρτούς και θνητούς κόλπους της τον Άχρονο, να κυοφορήσει τον Αχώρητο, να γεννήσει τον Θεάνθρωπο. Υπήρξε το πρόσωπο «κλειδί» στην ανθρώπινη ιστορία, που έβγαλε ασπροπρόσωπο το ανθρώπινο γένος και, με την έμφυτη ταπείνωση, την ευλογημένη υπακοή, τη θαυμαστή αγνότητα, την άδολη παιδικότητα, έγινε η Μητέρα του Ενανθρωπήσαντος Ιησού, δίνοντας στον πληγιασμένο και τετρωμένο από την αμαρτία άνθρωπο το δώρο της ελπίδας, της λύτρωσης και της σωτηρίας. Την ίδια στιγμή έγινε η μόνη και αληθινή μητέρα όλων των ανθρώπων, εκείνη που μετουσιώνει διαρκώς τις ελπίδες και τους πόθους του ανθρωπίνου γένους, εκείνη που λειτουργεί ως μεσολαβητής και πρεσβευτής των ανθρωπίνων δεήσεων και παρακλήσεων, «η μεταβολή των θλιβομένων, η απαλλαγή των ασθενούντων, η προστάτις των αδικουμένων, των πενομένων η τροφή, ξένων η παράκλησις και βακτηρία τυφλών, καταπονουμένων σκέπη και αντίληψις και ορφανών βοηθός…»

Η Μαρία είναι Θεοτόκος, γιατί δεν γέννησε άνθρωπο κοινό, φθαρτό, κτιστό και θνητό. Δεν γέννησε έναν από τους μεγάλους μύστες της ανθρωπότητας, όπως ομολογούν άλλες θρησκείες και δοξασίες, δεν γέννησε έναν κορυφαίο Προφήτη και Διδάσκαλο σαν και πολλούς άλλους που έκαναν την εμφάνισή τους στην ιστορία, αλλά γέννησε «Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον Μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων». Γέννησε Χριστόν, Παθόντα, Σταυρωθέντα και ενδόξως Αναστάντα. Η βασική αυτή δογματική αλήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πολεμήθηκε συστηματικά στη διάρκεια και εξέλιξη της Χριστιανικής ιστορίας, αλλά και παραποιήθηκε μέσα στους κόλπους και αυτής της Χριστιανικής Εκκλησίας, όπου άλλες Ομολογίες ανυψώνουν την Μαρία υπερβαλλόντως και αυθαιρέτως, αποδίδοντας στο πρόσωπό της ιδιότητες που δεν έχει και άλλες την υποβιβάζουν, απογυμνώνοντάς την από την βασική της ιδιότητα, αυτήν της Θεοτόκου. Και προς όλους εκείνους που αρνούνται ότι η Παρθένος Μαρία είναι Θεοτόκος ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος φέρεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα και επιτιμητική διάθεση, χαρακτηρίζοντάς τους «αθέους»: «Ει τις ου Θεοτόκον την Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστί της Θεότητος. Ει τις διά σωλήνος της Παρθένου διαδραμείν, αλλά μη εν αυτή διεπλάσθαι λέγοι θεϊκώς άμα και ανθρωπικώς – θεϊκώς μεν, ότι χωρίς ανδρός, ανθρωπικώς δε, ότι νόμω κυήσεως – ομοίως άθεος», δηλ. «Όποιος δε θεωρεί Θεοτόκο την αγία Μαρία, είναι άσχετος με την θεότητα. Όμοια άθεος είναι όποιος λέγει ότι ο Χριστός πέρασε από την Παρθένο σαν από σωλήνα και δεν διαμορφώθηκε μέσα σε αυτήν συνάμα ως Θεός και ως άνθρωπος (ως Θεός επειδή δεν μεσολάβησε άνδρας, ως άνθρωπος διότι συμμορφώθηκε στον νόμο της κυήσεως)» ( PG 37, 177 C).

Η ιδιότητα της Μαρίας ως Θεοτόκου την καθιστά αυτοδικαίως και Παναγία ή Υπεραγία, δηλ. πάνω από όλους τους Αγίους, τους Οσίους, τους Μάρτυρες και Ομολογητές της Εκκλησίας μας. Στην αγιότητα δεν ξεχωρίζουν ούτε οι Δώδεκα Απόστολοι, ούτε ο Τίμιος Πρόδρομος, που στάθηκε, κατά τον λόγο του Χριστού, «ο εν γεννητοίς γυναικών μείζων». Αλλά, όπως γλαφυρά περιγράφει ο γνήσιος Έλληνας και Ορθόδοξος λογοτέχνης Φώτης Κόντογλου, «Εσύ Θεοτόκε, τιμήθηκες περισσότερον από όλους και αξιώθηκες να δανείσεις σάρκα από την σάρκα σου εις τον Υιόν του Θεού και διά τούτο εξαιρέτως λέγεσαι Παναγία και Υπεραγία και, παρότι είσαι άνθρωπος γεννημένος από ανθρώπους, είσαι, όμως, κατά τα λόγια του αγγέλου “τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ”» («Παναγία και Υπεραγία», εκδόσεις «Αρμός», σελ. 17)

Αυτό το μοναδικό πρόσωπο τιμούμε και γιορτάζουμε τον Δεκαπενταύγουστο. Στις Εκκλησιές και στα Μοναστήρια της χτυπά η καρδιά όλων ημών των Ορθοδόξων Ελλήνων. Στην εικόνα της κατατίθενται οι πόνοι, οι καημοί και τα βάσανά μας έχοντας βεβαία την ελπίδα της αγάπης και της μεσιτείας της.


Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/
Αγαπώ την προσευχή. Γνωρίζω ότι είναι μεγάλη δυνατότητα να μπορεί να στέκεται ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού, να αναφέρει τα  προβλήματά του και να ζητεί βοήθεια· ότι είναι μέγιστη τιμή να μπορεί να συνομιλεί με τον άπειρο και παντοδύναμο Θεό ο μικρός και αδύναμος άνθρωπος· ότι είναι πολύ μεγάλο και αποτελεσματικό όπλο στον αγώνα μας, που χαρίζει παρηγοριά, ελπίδα και ανάπαυση στην κουρασμένη ψυχή μας η προσευχή. Για όλους αυτούς τους λόγους μου αρέσει η προσευχή, θέλω να προσεύχομαι· και να προσεύχομαι σωστά, με καθαρή την ψυχή μου, με πίστη στην καρδιά, με συγκεντρωμένο το νου.

Δυστυχώς όμως τόσο συχνά διαπιστώνω ότι δεν τα καταφέρνω. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου, έστω και για λίγη ώρα, στην προσευχή. Κάνω το σταυρό μου και ξεκινώ. Λέω λίγα λόγια και χαίρομαι γι’ αυτό. Άρχισε η συνομιλία μου με τον Θεό. Τι όμορφα που είναι! Πόση χαρά νιώθω, όταν σκέπτομαι ότι μ’ ακούει ο Θεός, ο πανάγαθος Πατέρας, που όλα τα γνωρίζει, όλα τα μπορεί και μόνο το καλό μου θέλει! Σύντομα όμως φεύγει ο νους! Μόλις το καταλάβω, τον συμμαζεύω στην προσευχή. Όμως ξανά σε  λίγο διαπιστώνω ότι βρίσκομαι αλλού και αρχίζω πάλι να προσπαθώ να συγκεντρωθώ στα  λόγια της προσευχής και να μιλήσω στον άγιο Θεό. Δεν περνά λίγη ώρα και κάτι απ’ όσα με απασχολούν έρχεται και πάλι να κερδίσει το νου. Το συνειδητοποιώ σύντομα και διερωτώμαι με λύπη: Τι προσευχή είναι αυτή;

Αχ, αυτός ο νους! Ταχύτατος, ασυγκράτητος! Καλπάζει, φεύγει, μετατίθεται από το ένα στο άλλο, από τη γη στον ουρανό, από την Αμερική στην Αυστραλία, από τον ήλιο μας μέχρι την άκρη του σύμπαντος, από το παρόν στο μέλλον, και με την ίση ευκολία στο παρελθόν, στα  χρόνια του Χριστού, και από εκεί ακόμη πιο πίσω, μέχρι την αρχή της δημιουργίας. Και όλα αυτά  περνούν μπροστά  μου πολύ γρήγορα και μετακινούμαι από το ένα στο άλλο σε  μια μόνο στιγμή. Όσο ν’ ανοιγοκλείσω τα μάτια μου καλύπτω τεράστιες αποστάσεις στο χώρο και στο χρόνο, στα παλιά και στα σύγχρονα, στα πλησιέστερα και στα πιο μακρινά. Με το νου. Το ταχύτερο μέσο μεταφοράς! Πώς να τον συμμαζέψεις, να τον συγκρατήσεις; Πώς να δαμάσεις τον ατίθασο νου;

Και το χειρότερο είναι ότι δεν κινείται μόνο ταχύτατα ο νους. Κινείται και επικίνδυνα, πάει και εκεί που δεν πρέπει, εκεί που κινδυνεύει η καθαρότητά του, εκεί όπου είναι η αμαρτία! Και αυτό μπορεί να το κάνει και στις πιο ιερές ώρες, και στον πιο άγιο τόπο. Να βρίσκεσαι στην ιερότατη ώρα της θείας Λειτουργίας, μέσα στον άγιο τόπο του ναού, και να σκέφτεσαι αυτά που δεν πρέπει! Να πνίγεται ο νους από σκέψεις μνησικακίας, εκδικητικότητος, κενοδοξίας, φιλοπρωτίας, σαρκικότητος και κάθε άλλης βρωμερής αμαρτίας! Είναι, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες, «ταχυπετές όρνεον καί αναιδέστατον», κινείται γρήγορα και πηγαίνει αναιδώς και εκεί που δεν είναι επιτρεπτό. Είναι ένα βρώμικο χασαπόσκυλο, «φιλομάκελλος κύων καί φιλόβρωμος».

Έχει ο νους μας την τάση να κινείται στα χαμηλά, σ’ αυτά που δεν μας ταιριάζουν, στα αμαρτωλά.«Έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού», λέγει ο Θεός (Γεν. η’ 21). «Έγκειται», στρέφεται η διάνοια του ανθρώπου «επί τα πονηρά», μάλιστα «επιμελώς», και επιπλέον «εκ νεότητος αυτού». Με την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία διεστράφη το εσωτερικό του. Γι’ αυτό και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια πηγαίνει ο νους μας στα αμαρτωλά, ενώ με πολύ κόπο μπορεί κανείς να τον οδηγήσει στα ανώτερα και πνευματικά. Κάτι χάλασε μέσα μας και αναπτύχθηκε στην ψυχή μας η ροπή προς το κακό. Αυτή η ροπή είναι που επηρεάζει συχνά και σκοτίζει το νου. Γι’ αυτό και δεν αντέχει ο νους πολύ στην προσευχή και φεύγει.

Υπάρχει όμως και κάποια άλλη αιτία αυτού του κακού. Είναι ο πονηρός δαίμων, ο διάβολος. Αυτός είναι τελείως σκοτισμένο πνεύμα, ανεπανόρθωτα διεστραμμένος, σκέπτεται μόνο το κακό, δεν μπορεί να σκεφθεί το αγαθό. Και η κακία του τον ωθεί να πολεμεί τον άνθρωπο για να τον παρασύρει στο κακό. Γι’ αυτό και πολλές φορές οι σκέψεις οι αμαρτωλές και η διάσπαση του νου στην προσευχή έρχεται ως αποτέλεσμα δικών του επιθέσεων. «Ἐχθρού προσβολαίς του δυσμενούς» μετακινείται ο νους από το αγαθό κι πέφτει σε  ποικίλους λογισμούς που το μολύνουν, που τον αποσπούν από τη προσευχή και δεν τον αφήνουν ν’ ανεβεί ελεύθερος στον Θεό. Μάλιστα μπορεί κάποτε ο διάβολος να φέρει και καλές σκέψεις την ώρα της προσευχής, προκειμένου να μας αποσπάσει την προσοχή. Γιατί η προσευχή τον καίει και δεν αντέχει τη δύναμή της. Προκειμένου λοιπόν να σταματήσει η προσευχή, μπορεί να χρησιμοποιήσει και καλούς λογισμούς. Κα αφού μ’ αυτό τον τρόπο πάρει τον νου από την προσευχή, στη συνέχεια θα επιχειρήσει και με κατά μέτωπον επίθεση με πονηρούς λογισμούς, να κάνει τη ζημιά.

Πώς λοιπόν θα αντιμετωπισθεί η κατάσταση αυτή της αδύναμης ψυχής μας; Πώς πρέπει να ενεργήσουμε ώστε να ανεβάσουμε την ποιότητα της προσευχής, ώστε η συνομιλία μας με τον Θεό να γίνεται χωρίς παρεμβολές, να μην καταντά μία ψυχρή, ράθυμη και τυπική εκπλήρωση ενός βασικού θρησκευτικού καθήκοντος; Πώς η προσευχή μας θα γίνεται «μετ’ εκτενείας, μετά οδυνωμένης ψυχής, μετά συντεταμένης διανοίας», δηλαδή με επίμονη και εκτενή προσπάθεια, με ψυχή που πονάει, με τη διάνοια σταθερή και με έντονο αγώνα προσηλωμένη; «Αύτη εστίν η πρός τόν ουρανόν αναβαίνουσα»προσευχή, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.


Πηγή: http://www.diakonima.gr/

Αλλά επειδή μονάχα η κατάνυξη και τα δάκρυα δεν είναι αρκετά για να πείσουν τον Θεό να μας δώσει αυτά που του ζητούμε στις προσευχές μας αυτές, πρέπει να προσθέσουμε και κάποια άλλα στοιχεία που χρειάζονται ακόμη, για να έχουν θετικό αποτέλεσμα οι προσευχές μας. Ιδού μερικές από αυτές τις προϋποθέσεις στη συνέ­χεια, έξι τον αριθμό.

α) Όποιος θέλει να πάρει θετική απάντηση στο πρώ­το του αίτημα, που είναι η συγχώρηση των αμαρτημά­των του, πρέπει κι αυτός ο ίδιος, όταν προσεύχεται, να συγχωρεί τ’ αμαρτήματα που διέπραξαν εις βάρος του οι άλλοι, καθώς μας δίδαξε ο Κύριος: «όταν στέκεστε σε προσευχή, ν’ αφήνετε ό,τι διαφορές έχετε με κάποιον, συγχωρώντας τον, κ’ έτσι να συγχωρήσει και ο Πατέ­ρας μας ο ουράνιος και τα δικά σας παραπτώματα» (Μαρκ. ια’ 25).

β) Όποιος ζητάει να λάβει κάτι από τον Θεό, πρέπει να το ζητάει χωρίς διψυχία και δισταγμό, αλλά με στε­ρεή και αδίσταχτη πίστη, όπως μας λέει πρώτα ο ίδιος ο Κύριος μας: «όλα όσα ζητάτε στην προσευχή σας με πί­στη, θα τα λάβετε» (Ματθ. κα’ 22) και, κατόπιν, ο αδελφόθεος Ιάκωβος: «κι αν κάποιος από σας υστερεί σε σοφία, ας τη ζητήσει από τον Θεό, που τη χαρίζει με α­πλότητα σε όλους, χωρίς να περιφρονεί κανέναν αλλά που να τη ζητάει με πίστη, δίχως αμφιβολία, διότι όποιος έχει αμφιβολίες ομοιάζει με το κύμα της θάλασσας, που ο άνεμος το παρασέρνει και το πηγαίνει πότε εδώ και πότε εκεί· να μην ελπίζει ποτέ πως θα πάρει κάτι από τον Κύριο ένας τέτοιος άνθρωπος δίγνωμος και άστατος σ’ όλους τους τρόπους της ζωής του» (Ιακ. α΄ 5-7).

γ) Όποιος ζητάει, πρέπει να μην παρακαλεί για ζη­τήματα που δεν τον συμφέρουν πνευματικά, δηλαδή για κοσμικά πράγματα που προξενούν τις ηδονές του, αλλά να ικετεύει για ζητήματα κατά Θεόν, δηλαδή που συμ­φέρουν κ’ ενδιαφέρουν τη σωτηρία της ψυχής του. Α­κουστέ και τον ονειδισμό εκ μέρους του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που λέει: «ζητάτε κάτι και δεν το λαμ­βάνετε, διότι το ζητάτε με κακό σκοπό, δηλαδή το ζη­τάτε για να το κατασπαταλήσετε για τις ηδονές σας» (Ιακ. δ’ 3)

δ) Όποιος θέλει να λάβει όσα συμφέροντα για την ψυχή του ζητάει από το Θεό, πρέπει κι αυτός να εργάζε­ται και να κάνει όλα όσα δύνεται και μπορεί, σύμφωνα και με την κοινή παροιμία, που λέει «συν Αθηνά και χείρα κίνει»· πρέπει δηλαδή να μην αμελεί και να μην παραδίνει θεληματικά τον εαυτό του πρώτα στα πάθη, και τις επιθυμίες, κ’ έπειτα ζητάει τη θεία βοήθεια, διότι δεν θα τη λάβει ποτέ, σύμφωνα και με τον λόγο του Με­γάλου Βασιλείου: πρέπει, λοιπόν, πρώτα να προσφέρει κάνεις όλα όσα μπορεί μόνος του, και υστέρα να παρα­καλεί τον Θεό να έρθει βοηθός και σύμμαχος του- διότι, όταν κάποιος παραδώσει τον εαυτό του με νωθρότητα στις επιθυμίες και παραδοθεί έτσι μόνος του στους ε­χθρούς, αυτόν ο Θεός δεν τον βοηθάει ούτε εισακούει τις δεήσεις του, διότι πρόλαβε ο ίδιος και με την αμαρτία του αποξενώθηκε από τον Θεό· γιατί, βέβαια, όποιος επιθυ­μεί να έχει τη βοήθεια του Θεού, δεν προδίδει το πρέπον και το αρμόζον· κι αυτός που δεν προδίδει το πρέπον και το αρμόζον, δεν προδίδεται και δεν εγκαταλείπεται ποτέ από τη θεία πρόνοια και βοήθεια» (Ασκητικαί Διατά­ξεις, κεφ. α’).

Και, ακριβώς, γι’ αυτούς λέγει ο Θεός με το στόμα του προφήτου Ησαΐου: «με αναζητούν την κά­θε ημέρα, κ’ επιθυμούν να γνωρίσουν τις εντολές μου, ωσάν λαός που έπραξε το δίκαιο και που δεν εγκατέλει­ψε την κρίση του Θεού» (Ησ. νη’ 2). Και, για να το πούμε με δυο λόγια, οποίος θέλει να εισακούσει ο Θεός τη δέηση του και να λάβει θετική απάντηση στο ζήτημα του, πρέπει να βιάζει τον εαυτό του, όσο μπορεί, για να φυλάγει τις εντολές του Θεού, ώστε να φτάσει στο ση­μείο να μην τον κατηγορεί η συνείδηση του ότι κατα­φρόνησε ή αμέλησε κάποιο πράγμα, που μπορούσε να το κάμει και δεν το έκαμε. Διότι, όπως λέει ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «όταν η καρδιά μας παύει να μας κατηγορεί, τότε αποκτούμε θάρρος εμπρός στον Θεό, κι Εκείνος μας δίνει ό,τι Του ζητούμε, γιατί εκτελούμε τις εντολές Του, και κάνουμε όλα όσα είναι αρεστά σ’ Εκείνον» (Α’ Ιωάν. γ’ 21-22).

Και ο μέγας Βασίλειος προσθέτει: «Είναι, λοιπόν, απα­ραίτητο να μη μας κατηγορεί σε τίποτε η συνείδηση μας, και τότε μονάχα μπορούμε να επικαλούμαστε τη θεία βοήθεια» (Ασκητ. Διατ., ο.π.) Και όχι μονάχα, ό­ταν κάποιος προσεύχεται για τον εαυτό του, πρέπει να κάμνει τα καθήκοντα του όσο μπορεί καλύτερα, αλλά και στην περίπτωση που κάποιος άλλος προσεύχεται για κείνον, πρέπει κι αυτός να συνεργεί προσωπικά για να καρποφορήσει η προσευχή που γίνεται για λόγου του.

Αυτό ακριβώς σημαίνει ο λόγος του Αδελφοθέου, «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργούμενη» (Ιακ. ε’ 16), τον ό­ποιο ερμηνεύοντας ο θειος Μάξιμος ο Ομολογητής λέ­γει: «Πράγματι, πολύ ισχύει η δέηση του δικαίου, είτε χάρη στον δίκαιο που την κάνει, είτε και χάρη σ’ εκείνον που ζητάει από τον δίκαιο να την πραγματοποιήσει· διό­τι, από μεν την πλευρά του δικαίου που γίνεται η δέηση, αυτή δίνει θάρρος να παρουσιαστεί και να ζητήσει από Κείνον που μπορεί να εισακούσει τα αιτήματα των δι­καίων, ενώ από την πλευρά εκείνου που ζητάει από τον δίκαιο να κάμει γι’ αυτόν τη δέηση, του δίνει την ευκαι­ρία ν’ απομακρυνθεί από την κακία και να εγκολπωθεί πάλι την διάθεση για ενάρετο βίο» (Ε’ εκατ. περί θεολο­γίας, κεφ. πδ’).

Και ο ίδιος πάλι, σε άλλο σημείο, λέει: «Είναι πράγματι δείγμα μεγάλης νωθρότητας, για να μην πω παραφροσύνης, να επιζητεί κανείς τη σωτηρία του με τις δεήσεις των δικαίων, ενώ η διάθεση του στρέ­φεται προς τις τέρψεις, και να ζητάει τη συγχώρεση εκείνων των αμαρτημάτων, για τα οποία σπιλώνεται με δική του διάθεση και ενέργεια. Πρέπει, λοιπόν, να μην αφήνει ανενεργή και ακίνητη τη δέηση του δικαίου…, αλλά να την ενεργοποιεί και να την ισχυροποιεί, δίνον­τας της φτερά με τις δικές του αρετές» (ό.π., κεφ. πγ’).


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός           

Όταν ήμουν μικρό παιδί και έφτανε αυτή η λεγόμενη Καθαρή Εβδομάδα, στο σχολείο μας μιλούσαν για μια παράξενη γυναίκα με 7 πόδια! Τη γυναίκα αυτή τη λέγαμε Κυρα -Σαρακοστή! Μας έβαζαν και τη ζωγραφίζαμε και κάθε βδομάδα της σβήναμε από ένα πόδι! Έτσι περνούσαμε το διάστημα αυτό με την αναμονή του Πάσχα, όταν θα σβήναμε και το τελευταίο πόδι της. Θυμάμαι με πόση χαρά περιμέναμε αυτό το διάστημα και για τα κούλουμα και για τα Σαρακοστιανά, την αλλαγή του φαγητού! Βέβαια, κάπου μας πείραζε το γεγονός ότι δεν μπορούσαμε να φάμε τα σχολικά εδέσματα, από την τυρόπιτα μέχρι τη σοκολάτα, και περιοριζόμασταν στο απλό και ταπεινό κουλουράκι, όμως κανένας από μας δεν έλεγε να υποκύψει στον πειρασμό και εφόσον η μητέρα μας δεν ήταν μπροστά να κάνουμε μια μικροπαράβαση του της νηστείας κανόνα! Αντίθετα, ήμασταν περήφανοι  που νηστεύαμε και χαιρόμασταν φοβερά τη πασχαλιάτικη μαγειρίτσα που έρχονταν μετά από μια υπέρβαση του συνηθισμένου για τη θρησκεία ζήλου!

            Και σήμερα πολλοί άνθρωποι νηστεύουν, όχι μόνο τη Σαρακοστή, αλλά και στις άλλες νηστείες της Εκκλησίας, όπως είναι η Τετάρτη και η Παρασκευή!  Όμως η νηστεία της κυρα-Σαρακοστής παραμένει η πιο σπουδαία νηστεία του χρόνου γιατί συνδυάζεται με κάποια άλλα στοιχεία πολύτιμα και για το σύγχρονο άνθρωπο. Να πούμε  ότι 40 είναι οι ημέρες της νηστείας  γιατί τόσες μέρες νήστεψε ο Χριστός στην έρημο, μετά τη Βάπτισή Του, ενώ οι 40 ημέρες είναι περίπου το 1/10 του χρόνου, κι αυτό το 1/10 ο άνθρωπος το αφιερώνει στο Θεό;!

            Δυστυχώς, όπως όλα  τα θρησκευτικά στοιχεία, έτσι κι η Σαρακοστή έχει απολέσει  το βαθύτερο νόημά της σήμερα, ίσως με ευθύνη και των εκκλησιαστικών ταγών. Κι αυτό γιατί έχει τονιστεί υπέρ το δέον το θέμα της σωματικής νηστείας και καθόλου δεν τονίζονται τα συμπαρομαρτούντα της, τα οποία προσδίδουν και την ουσία της. Γιατί η Σαρακοστή είναι η αφορμή για τον άνθρωπο του 21ου αιώνα να επαναδιατυπώσει μέσα του το νόημα της ζωής.

            Σαρακοστή σημαίνει πρώτα απ όλα νηστεία από την αμαρτία, από ό,τι δηλαδή μας ασχημίζει εσωτερικά. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει πολλά πάθη και αδυναμίες, τα οποία δυστυχώς τα ωραιοποιεί και τα θεωρεί φυσικά. Το πρώτο και κυριότερο πάθος του ανθρώπου είναι ο εγωισμός, από το οποίο πάσχουμε όλοι ανεξαιρέτως. Η σωματική νηστεία μας βοηθά να περιορίσουμε το να θέλουμε διαρκώς, κάνοντας εγκράτεια στα φαγητά ταυτόχρονα κάνουμε εγκράτεια στη διαρκή ικανοποίηση των επιθυμιών μας! Σκεφτείτε τι πρόταση ζωής προβάλλει η Εκκλησία μας, στην καταναλωτική αδηφαγία και εγωιστική αυτάρκεια του ανθρώπου  μιλά για τον περιορισμό των αναγκών και την ταπείνωση και του σώματος και της ψυχής!    

            Σαρακοστή ακόμα σημαίνει επαναβίωση του λατρευτικού στοιχείου της Εκκλησίας. Η κατάνυξη στις προηγιασμένες λειτουργίες, η προσευχή στην Παναγιά μας με τους Χαιρετισμούς της, εκείνες οι ωραιότατες λειτουργίες του Μ. Βασιλείου κάθε Κυριακή, το Μεγάλο Απόδειπνο και ο θρηνητικός Μεγάλος Κανόνας, ποιητικά κείμενα ύψιστης αξίας, αλλά και  παρουσίασης ενός τρόπου ζωής που απεικονίζει τη Βασιλεία του Θεού. Στον σύγχρονο κόσμο της κραυγής, του φτηνού εντυπωσιασμού, των δυνατών ήχων και της χειρίστης ποιότητας μουσικής, η εκκλησιαστική λατρεία μιλά στην ψυχή του ανθρώπου μυστικά, με τους κατανυκτικούς βυζαντινούς ψαλμούς της, το ιλαρόν φως των κεριών, με τη μετοχή του ανθρώπου στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού, με την ελπίδα στο πρόσωπο της Παναγίας, με την μετοχή στο χρόνο του ουρανού και την αποφυγή του άγχους της γης! Στον κόσμο που προβάλλει ως ιδανικό του την τάση του ανθρώπου να τα προλαβαίνει όλα και την παντοκρατορία της Τεχνολογίας και των νέων όπλων, η Εκκλησία προβάλλει την προσευχή ως έκφραση αγάπης προς το Θεό και το συνάνθρωπο, την ευχαριστία προς το Θεό για το αγαθό της ζωής και την εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του για μας! Η φράση των Πατέρων «Κύριε όπως ξέρεις και όπως θέλεις, ελέησέ με» είναι η επανάσταση της Εκκλησίας στον ακτιβισμό του κόσμου!

            Αλλά υπάρχει κι ένα τρίτο στοιχείο στη Σαρακοστή που της προσδίδει ουσία. Είναι το στοιχείο της χαρμολύπης! Αυτό σημαίνει ότι για την Εκκλησία μας αυτή η περίοδος είναι η αποτύπωση  της πραγματικής ιστορίας του καθενός ανθρώπου. Λύπη για την εξορία μας από τον Παράδεισο που για μας δεν είναι τίποτε άλλο από την αγάπη και την κοινωνία με το Θεό, λύπη και μετάνοια για τις αμαρτίες μας, λύπη για τα επικείμενα πάθη του Χριστού, αλλά και για ό,τι μας βασανίζει στη ζωή μας, αλλά ταυτόχρονα και χαρά για την παρουσία του Θεού στη ζωή μας, χαρά για την ξαναγεννημένη επιθυμία για το Θεό, ειρήνη για την επιστροφή μας στο σπίτι Του που είναι η Εκκλησία, είναι η χαρά της επικείμενης Ανάστασης που δεσπόζει ακόμα και στις πένθιμα κατανυκτικές Ακολουθίες της κυρα-Σαρακοστής!

            «Πάντα τη Μεγάλη Παρασκευή, να ‘σαι μόνος σαν το Χριστό προσμένοντας το τελευταίο καρφί, το ξύδι, τη λόγχη. Τις ζαριές ν’ ακούς ατάραχα στο μοίρασμα των υπαρχόντων σου, τις βλαστήμιες, τις προκλήσεις, την αδιαφορία. Πριν την Παρασκευή  δεν έρχεται η Κυριακή, τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων της Μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας. Μην ξαφνιαστείς, μη φοβηθείς στ’ απρόσμενο σουρούπωμα. Οι μπόρες του ουρανού δε στερεύουν. Η ξαστεριά θα ’ρθεί το Σαββατόβραδο. Τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων της μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας»(Μοναχός  Μωϋσής). Είναι όμορφη η κυρα-Σαρακοστή. Γιατί μας φέρνει κοντά στην Ανάσταση. Κι όταν αυτή θα έρθει θα λησμονήσουμε τους κόπους και το δάκρυ. Και θα γευτούμε τη χαρά και το φως της καινούριας ζωής! Στη βουή του κόσμου, στα πάθη των ανθρώπων, στο χάος του τίποτα ένα νόημα ζωής, ένας κόσμος βασισμένος στην αγάπη, την προσευχή, την κάθαρση ανατέλλει μπροστά μας. Ας τον γευτούμε κι ας τον περπατήσουμε! Τον έχουμε ανάγκη! Καλή Σαρακοστή!


Πηγή: http://www.imcorfu.gr/

 

Του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

 

            Την Κυριακή πριν το ξεκίνημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, Κυριακή που η Εκκλησία μας ονομάζει της Τυρινής, θυμόμαστε ένα γεγονός, που για τους περισσότερους, και ιδίως για τους μορφωμένους, φαντάζει σχεδόν μυθικό, την απώλεια του Παραδείσου. Στην εποχή που η επιστημονική πρόοδος και ο πρακτικός υλισμός έχουν αλλοτριώσει κάθε επαφή μας με την αλληγορία και την θρησκευτική ερμηνεία του κόσμου, τέτοιες ιστορίες μοιάζουν αφορμές απλοϊκότητας και οι περισσότεροι τις προσπερνούν είτε με αδιαφορία είτε με καγχασμό. Προτιμούν το γλέντι και το πανηγύρι του κάθε λογής καρνάβαλου, προτιμούν το μεγάλο ψέμα της μασκαράτας και την ψευδαίσθηση της διασκέδασης, από τον προβληματισμό για το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής μας.

            Όμως ο Παράδεισος δεν παύει να επιβιώνει μέσα στην ψυχή μας. Του δίνουμε βέβαια διαφορετικά νοήματα. Για άλλους είναι η ευτυχία, για άλλους είναι το χρήμα, για άλλους είναι η απόλαυση, για άλλους είναι η επαγγελματική επιτυχία, για άλλους είναι η νίκη της ομάδας, για άλλους είναι ένας πετυχημένος γάμος, για άλλους είναι ένα όμορφο τραγούδι, για άλλους ένα καλό βιβλίο, για άλλους δυστυχώς τα ναρκωτικά, η βία και ο χουλιγκανισμός, όλοι πάντως, είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση, αναζητούμε το εισιτήριο που θα μας οδηγήσει στη λεωφόρο του Παραδείσου.

            Ελάχιστοι όμως προσανατολίζουν την αναζήτηση του Παραδείσου στο βαθύτερο της ύπαρξης. Ελάχιστοι ψάχνουν να βρουν ποιο είναι το αληθινό νόημα της ζωής μας, γιατί τελικά ζούμε, και ποιος μπορεί να είναι ο Παράδεισός μας. Δεν είναι βέβαια εύκολο να γίνουμε όλοι φιλόσοφοι, ωστόσο μάλλον είναι καιρός να παύσουμε να αντιμετωπίζουμε τη ζωή μας τόσο επιπόλαια. Ας είναι η εποχή μας εναντίον της σκέψης, εναντίον του προβληματισμού. «Φτάνει πια η έγνοια, η κούραση, ας χαλαρώσουμε κι ας εκτονωθούμε», είναι η φωνή της κοινωνίας μας, μια φωνή που αποτυπώνεται στον τρόπο που η τηλεόραση αντιμετωπίζει τη ζωή, στον τρόπο που το θέατρο, η μουσική, ο κινηματογράφος απευθύνονται στο μέσο όρο.

«΄Οπου ανθεί ο μέσος όρος παύω να υπάρχω», μας λέει ο μεγάλος μας ποιητής, ο Ελύτης. Και συνεχίζει. «Μου είναι αδύνατον να ευδοκιμήσω μέσα στη μάζα της εκάστοτε πλειοψηφίας. Οι ωραίες μειοψηφίες είναι το κάτι άλλο». Έτσι και η Εκκλησία μας, μας προτρέπει να αναζητήσουμε τον Παράδεισο όχι στην πλειοψηφία της αδιαφορίας, όχι στον τρόπο που μας περνά ο συρμός της ευκολίας, όχι στην απολυτοποιημένη και θεοποιημένη διασκέδαση, που μόνο πρόσκαιρη εκτόνωση μπορεί να φέρει, αλλά στη γνήσια κοινωνία με το Θεό και τους συνανθρώπους μας. Γνήσια κοινωνία που προϋποθέτει μερικά απλά στοιχεία, στοιχεία που οδηγούν στον αληθινό Παράδεισο.

Η Μεγάλη Σαρακοστή που ξεκινά μας ανοίγει έναν δρόμο, τον δρόμο της αγάπης, της προσευχής, της ταπείνωσης, της γνησιότητας, του αγώνα εναντίον των παθών μας. Μας καλεί η Εκκλησία μας να νηστέψουμε για να ξεφύγουμε από την κόλαση της ρουτίνας, την κόλαση των ψυχοναρκωτικών, της αλόγιστης υπερηφάνειας, της κατάκρισης σε βάρος του Άλλου, της καθημερινής πλήξης, την κόλαση της κακίας και των παθών που ταλανίζουν την κοινωνία, αλλά και τον κόσμο μας.

Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι η πορεία προς τον γνήσιο Παράδεισο, τον παράδεισο της αγάπης και της αιωνιότητας. Το μήνυμα του Ευαγγελίου παραμένει πάντοτε επίκαιρο σ’  έναν κόσμο που χόρτασε «πολιτισμό», υποκρισία, ψέμα. Απομένει η γνησιότητα της αληθινής κοινωνίας και της στοργικής ματιάς του Θεού που αναζητά τον καθέναν από μας, απευθυνόμενος με την γλυκύτατη φωνή: «Πού ει;». Το πού βρίσκεται ο καθένας από μας και τι είδους Παράδεισο ψάχνει θα κρίνει και την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα-πρόκληση και γι’ αυτή τη Μεγάλη Σαρακοστή


Πηγή: http://www.imcorfu.gr

Οι Κυριακές της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής αποτελούν την μεγάλη πνευματική ευκαιρία για τον καθένα μας να συναντήσει το Θεό.

Η Κυριακή της Τυρινής είναι αφιερωμένη στον χαμένο Παράδεισο, την κεκλεισμένη Εδέμ, το κάλλος της αιωνιότητος. Η αναζήτηση αυτού του Παραδείσου περνά μέσα από τους ψεύτικους παράδεισους του κόσμου τούτου, για να καταλήξει στον Παράδεισο της Εκκλησίας, την «χώρα των ζώντων», όπου «ήχος καθαρός των καθορώντων» το κάλλος του προσώπου του Κυρίου μας!

            Η Α΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στην Ορθοδοξία και την προσφορά της στο σύγχρονο κόσμο, μία προσφορά που συχνά τίθεται εν συμβόλω, εξαιτίας κυρίως της δικής μας ανεπάρκειας, αλλά και του κοσμικού φρονήματος, το οποίο δεν επιτρέπει την νηφάλια και άνευ προκαταλήψεως εξέταση του τρόπου ζωής που η πίστη μας προτείνει στο σύγχρονο άνθρωπο.

            Η Β΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στην αγία μορφή του Γρηγορίου του Παλαμά, στην σύγκρουση των δύο κόσμων, της Ανατολής και της Δύσης, και στην λυτρωτική διδασκαλία του Αγίου, χάρις στην οποία ευτυχώς αναγνωρίζουμε και προσδιορίζουμε την ταυτότητα μας ως ορθόδοξοι χριστιανοί.

            Η Γ΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στην προσκύνηση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, του προτύπου της πνευματικής ζωής, κι εδώ είναι που καλούμαστε να βιώσουμε την αναγκαιότητα μιας άλλης πνευματικής προσπάθειας: να σταυρώσουμε τους λογισμούς μας και να αναστηθεί ο νους μας εν Χριστώ. Η οριακή γραμμή των λογισμών, που στην κυριολεξία κατακλύζουν τον σύγχρονο άνθρωπο, είναι το μεγάλο πρόβλημα της πνευματικής ζωής, που μας οδηγεί, όντας αγεύστους του φωτός, προς το σκοτάδι και την απελπισία.

            Η Δ΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στην ασκητική θεολογία της Εκκλησίας μας, στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, αλλά και στην γενικότερη Φιλοκαλική Παράδοση. Η Θεοφώτιστος διδασκαλία των ασκητών συνεπαίρνει τον νου του ανθρώπου και μας κάνει να διδασκόμαστε πως ο νους του ανθρώπου μπορεί να θεωθεί, να φθάσει στην γλυκιά εμπειρία του ακτίστου φωτός.

            Η Ε΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στην Οσία Μαρία την Αιγυπτία. Θαυμαστός ο βίος της, τέλεια η μετάνοια, η αποταγή του κόσμου, η αγάπη και αφοσίωση στο Θεό, με αποτέλεσμα την πλήρη αυταπάρνηση, την εξορία του εγωισμού και της υλικής ηδονής, και στην συνέχεια την γεύση της πνευματικής ηδονής.

            Η Κυριακή των Βαΐων σηματοδοτεί, τέλος, την απαρχή της πορείας προς το Πάθος και την Ανάσταση του Κυρίου. Αυτή η πορεία είναι το πρότυπο και για τους δικούς μας πνευματικούς αναβαθμούς, είναι διδασκαλία και βίωση του τρόπου που χρειάζεται να περάσουμε για να βρούμε τον τελικό δρόμο της σωτηρίας.

            Αυτή η συνάντηση Θεού και ανθρώπου δίδει στην ζωή μας το βαθύτερο νόημά της. Εδώ έγκειται και η ευτυχία του ανθρώπου, στο να αναζητήσει αυτή τη συνάντηση και να την πραγματοποιήσει. Εδώ είναι που η θεολογία της Εκκλησίας μας προσφέρει τρόπους, προβληματισμούς και την οντολογία του νέου ανθρώπου, του μεταμορφωμένου εν Χριστώ. Αυτός είναι ο προβληματισμός που πηγάζει μέσα από αυτές τις ομιλίες, πως τελικά θα μπορέσουμε να γευτούμε την σωτηρία, πως θα συνειδητοποιήσουμε ότι χρειαζόμαστε το Θαβώρειον φως στη ζωή μας και ότι τελικά, δεν υπάρχει άλλος δρόμος πλην της ασκητικής οδού για να φθάσουμε στον προορισμό μας!


Πηγή: http://www.imcorfu.gr

 

Μητροπ. Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Ιωήλ, Θυσία Εσπερινή, σ.161-166

«Δώρησαί  μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνει τον αδελφόν μου».

Στην υπέροχη αυτή προσευχή του αγίου Εφραίμ του Σύρου «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου» υπάρχει και το εξής αίτημα: «Δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου»· δηλαδή, δώρησαί μου την χάρη σου, να βλέπω και να κατακρίνω τα δικά μου σφάλματα και να μην κατακρίνω τον αδελφό μου. Από τη μια μεριά ο Άγιος  παρακαλεί τον Θεό να του δώσει αυτομεμψία και από την άλλη Τον ικετεύει προκειμένου να αποφύγει την κατάκριση.

Τί είναι όμως κατάκριση; Η κατάκριση ή η κα­ταλαλιά είναι καρπός μίσους. Είναι αρρώστια λεπτή, είναι κατάσταση που εξαφανίζει την αγάπη, είναι ακαθαρσία της καρδιάς, είναι εξαφάνιση της αγνότητος. Έτσι ορίζει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος την κατάκριση. Πράγματι η κατάκριση είναι φοβερό πράγμα. Ας πούμε μερικές σκέψεις γι’ αυτήν.

Ο Κύριος είπε: «εκ γαρ των λόγων σου δικαιωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση». Από τα λόγια μας θα δικαιωθούμε και από τα λόγια μας θα κατακριθούμε. Είναι αλήθεια ότι η κατάκριση του πλησίον μας είναι πολύ ευχάριστο πράγμα για μας. Όταν οι άνθρωποι αποκτήσουν την εύνοια κάποιου ισχυρού ή έχουν μέσα στην ψυχή τους μίσος, τότε ευχαρίστως κατακρί­νουν ή καταδικάζουν τους άλλους.

Ένας αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας, ο Ερμάς, ο οποίος έγραψε το βιβλίο «Ποιμήν», λέγει ότι δεν πρέπει να κατακρίνουμε κανέναν ούτε και να έχουμε τη διάθεση να ακούμε αυτούς που κατακρίνουν τους άλλους. Εάν ευχάριστα ακούμε αυτούς που διαβάλλουν, κατηγορούν, συκοφαν­τούν τους άλλους, είμαστε ένοχοι της αμαρτίας του καταλαλούντος.

Η κατάκριση είναι δαιμονική κατάσταση. Ο πρώτος που έπεσε στο αμάρτημα αυτό είναι ο διάβολος. Ο διάβολος κατέκρινε και διέβαλε το Θεό στους πρωτοπλάστους και εν συνεχεία έγινε δάσκαλος της κατακρίσεως και στους ανθρώπους.

Συνήθως η κατάκριση γίνεται απόντος του προ­σώπου που κατακρίνεται. «Και γαρ εκάθησαν άρχοντες και κατ’ εμού κατελάλουν», λέγει ο Δαυίδ. Εκάθησαν άρχοντες και τον κατέκριναν. Πράγματι στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε ότι ο Σαούλ, ο Αβενήρ και ο Αχιτόφελ λοιδορούσαν τον Δαυίδ. Αλλά ο στίχος αυτός βρίσκει εφαρμογή και στον Χριστό. Οι γραμματείς, ο Άννας και ο Καϊά­φας μυστικά συνεδρίαζαν, Τον κατηγορούσαν και απεφάσισαν να Τον σκοτώσουν. Ο Ιησούς ήταν στον κήπο και μιλούσε για τον Θεό και εκείνοι μυ­στικά τον κατέκριναν. Γι’ αυτό και ο υμνογράφος χρησιμοποιεί τα λόγια: «δος αυτοίς Κύριε κατά τα έργα αυτών ότι κενά κατά σου εμελέτη­σαν».

Αυτή η αμαρτία φανερώνει έλλειψη αγάπης. Εάν αγαπούσαμε τον πλησίον μας, θα τον σκεπά­ζαμε· «η αγάπη πάντα στέγει», λέγει ο απόστολος Παύλος. Επίσης η κατάκριση είναι μία κατάσταση που μας κάνει να βλέπουμε τα αμαρτήματα των άλλων, ενώ προσποιούμαστε πως αγνοούμε τα αμαρτήματα τα δικά μας. Πάντοτε δικαιώνουμε τον εαυτό μας, ενώ συνήθως πάντοτε βλέπουμε ελαττώματα στους άλλους. Καλύτερα να τρώγει κανείς κρέας και να πίνει αίμα παρά να κατεσθίει «εν καταλαλιά σάρκας αδελφών», δηλαδή να τρώγει τις σάρκες του αδελφού του και να δαγκώνει την ψυχή του με την καταλαλιά, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο όλοι οι άνθρωποι, χωρίς να έχουν καμία εξουσία ή αρμοδιότητα, να κρίνουν τους αμαρτάνοντες με τα λόγια και την συνείδησή τους. Η καταδίκη των ανθρώπων ανήκει στην αρμοδιότητα του Θεού. Εμείς όταν καταδικάζουμε έναν άνθρωπο είναι σαν να σφετεριζόμαστε δικαιώματα του Θεού. «Συ τίς ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην;» λέγει ο απόστολος Παύλος. Του Θεού είναι αρμοδιότητα να σώσει ή να καταδικάσει κάποιον για την ζωή του. Εμείς οι άνθρωποι οφείλουμε να εφαρμό­ζουμε το: «οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου».

Η κατάκριση γίνεται κώλυμα στην πνευματική μας ζωή. Πολλές φορές, όταν την ημέρα κατακρί­νουμε κάποιον και μάλιστα άδικα, το βράδυ δυ­σκολευόμαστε στην προσευχή. Όλες εκείνες οι λοι­δορίες, οι κατακρίσεις, οι εικόνες, οι διαλογισμοί, η οργή κ.τ.λ. παρουσιάζονται κατά την ώρα της προσευχής και μολύνουν την ψυχή μας. Ο διάβο­λος, επειδή ξέρει ότι από την προσευχή ωφελούμαστε πολύ, εκείνη την ώρα βάζει τα πιο ισχυρά εμπόδια. Και η κατάκριση είναι από τα πιο με­γάλα του όπλα. Μολύνει αφάνταστα την ψυχή μας.

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει ότι εξ αιτίας της κατακρίσεως επιτρέπει ο Θεός πολλούς πειρα­σμούς στη ζωή μας. Δηλαδή ενδέχεται, για παρά­δειγμα, οι σαρκικοί πειρασμοί που προσβάλλουν κάποιον άνθρωπο να είναι αποτέλεσμα κατακρί­σεως. Επειδή υπερηφανευτήκαμε απέναντι στους αδελφούς μας, επιτρέπει ο Θεός να πέσουμε σε σαρκικό πειρασμό, ώστε να ταπεινωθούμε, να δούμε τη μηδαμηνότητά μας και έτσι να παύσουμε να ασχολούμαστε με τους άλλους.

Τί πρέπει να κάνουμε όμως όταν οι άλλοι μάς κατακρίνουν;

Εδώ θα ήθελα να παραθέσω μια γνώμη του Χρυσοστόμου. Λέγει ο Άγιος ότι, όταν ζούμε μέσα στην αμαρτία, έστω κι αν κανένας δεν μας κατα­κρίνει ή μας κατηγορεί, είμαστε οι αθλιότεροι απ’ όλους τους ανθρώπους. Ενώ αντίθετα όταν επι­μελούμαστε την αρετή «καν η οικουμένη λέγη κακώς», έστω και αν ολόκληρη η οικουμένη μας κατηγορεί, τότε είμαστε «ζηλωτότεροι πάντων», πιο ζηλευτοί απ’ όλους.

Δεν πρέπει συνεπώς να προσέχουμε τις κατη­γορίες των καταλάλων, αλλά την αρετή της δικής μας ζωής.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Πρωτ. θεμιστοκλή Μουρτζανού

Ο άνθρωπος έχει ανάγκη την τροφή για να επιβιώσει. Έτσι πλάσθηκε από το Θεό. Η λήψη της τροφής όμως συνοδεύεται και από μία συγκεκριμένη στάση ζωής, καθώς ο άνθρωπος ενηλικιώνεται. Από την αυτόματη, ενστικτώδη κίνηση, η τροφή γίνεται έλλογη επιλογή, καθώς ο καθένας ακολουθεί την πορεία της σωματικής και πνευματικής ανάπτυξής του. Η τροφή συνοδεύεται από την ηδονή του να αρέσει ή να μην αρέσει, τόσο στη γεύση όσο και στον τρόπο της βρώσης της. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος σταδιακά μπορεί να τρώει για να ζει ή και να ζει για να τρώει. Να συνδέεται με αυτούς που του παρασκευάζουν την τροφή, με την προσωπική σύνδεση με την μητέρα ή την σύζυγο ή τους οικείους από την οποία την δέχεται ή με την απρόσωπη σύνδεση με εκείνους που πουλούνε τροφή. Γι’ αυτό και η στάση του καθενός έναντι της τροφής δείχνει κατά κάποιον τρόπο τι άνθρωπος είναι.

Συχνά στα ιερά κείμενα βλέπουμε να γίνεται αναφορά στο θέμα της τροφής. Στην Παλαιά Διαθήκη η τροφή γίνεται αφορμή της πτώσης του ανθρώπου, της έκπτωσής του από τη σχέση με το Θεό στον Παράδεισο και της εξορίας του στον κόσμο που δεν είναι πια στολίδι. Ο άνθρωπος καλείται με τον ιδρώτα του προσώπου του να τρώει τον άρτο του. Και η γη βγάζει ακάνθας και τριβόλους, που κάνουν τον άνθρωπο να μην μπορεί να γευτεί την τροφή ως δωρεά από το Θεό και την αγάπη Του, αλλά να τη βλέπει ως αποτέλεσμα του δικού του κόπου. Γι’ αυτό και η τροφή αποσυνδέεται από την πρόνοια του Θεού και γίνεται αφορμή για πόλεμο και συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων. Την ίδια στιγμή, στην Παλαιά Διαθήκη, η τροφή αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα των Εβραίων, όταν φεύγουν από την Αίγυπτο για να ακολουθήσουν την οδό προς τη γη της Επαγγελίας. Στην έρημο θα γογγύσουν εναντίον του Θεού, γιατί μέσα τους θα συνεχίσουν να φέρουν το σπέρμα της ανταρσίας, που δεν δέχεται ότι η τροφή δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά δωρεά σχέσης του ανθρώπου με το Θεό, ότι η τροφή έρχεται δεύτερη σε μία ζωή στην οποία υπάρχει η εμπιστοσύνη στο Θεό. Και τότε ο Θεός θα τους στείλει το «μάννα», λύνοντας το ζήτημα της επιβίωσης, φανερώνοντας την αγάπη και την πρόνοια προς εκείνους και την ίδια στιγμή, καθώς τους ζητά να το τρώνε αυθημερόν και να μην το κρατάνε για δεύτερη ημέρα, δείχνοντάς τους ότι όσο επιλέγουν την σχέση μαζί Του ως το πρώτο της ζωής, όσο δεν έχουν αγωνία για την τροφή τους, αυτή θα τους έρχεται. Η στάση την οποία καλούνται να έχουν είναι η ευχαριστία. Ο δοξασμός του Θεού για το ότι τους αγαπά. Η ευγνωμοσύνη για το ότι Εκείνος υπάρχει.

Η Υπεραγία Θεοτόκος αποτελεί την διαδοχή της τροφής του μάννα και γίνεται η ίδια τροφή για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Μαζί με όλες τις άλλες αλλαγές, τις ανακαινίσεις του κόσμου που συνοδεύουν την κίνησή της να αποδεχτεί την πρόσκληση του Θεού να γεννήσει τον Υιό της, η Παναγία μας δείχνει ότι αποτελεί η διάδοχος της τροφής του μάννα, μόνο που επισημαίνει το αληθινό νόημά της. Γιατί στο πρόσωπό της βλέπουμε την ανάγκη μας να λειτουργούμε με εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του Χριστού και την πρόνοιά Του για τον καθένα μας. Βλέπουμε την ανάγκη μας να αναφέρουμε δια της προσευχής τη ζωή και την επιβίωσή μας σ’ Εκείνον. Να μην μένουμε στα υλικά αγαθά, αλλά να βιώνουμε το «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος». Και να εκφράζουμε με την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη προς τον Δωρεοδότη της τροφής Κύριο και την έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον μας τα συναισθήματά μας έναντι της δωρεάς της τροφής και κάθε αγαθού, αλλά και κάθε περιστάσεως της ζωής μας, όπως Εκείνος επιτρέπει να μας συμβούνε.

Η Παναγία εμπιστεύθηκε το Θεό και δέχτηκε να συμμετάσχει στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας για τη σωτηρία του κόσμου. Τρέφει λοιπόν ως μάνα τους ανθρώπους με ένα νέο μάννα, το οποίο παραμένει άφθαρτο στους αιώνες. Είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο οποίος δεν φθείρεται από το πέρασμα της ημέρας, από το χρόνο, από το σκοτάδι της αμαρτίας και της κακίας, ακόμη και από την νοοτροπία μας να εκζητούμε την ηδονή στα ευτελή. Την ίδια στιγμή, το νέο μάννα συνεχίζει να δίδεται καθημερινά στους ανθρώπους ως ο Άρτος της Ζωής. Το παλαιό μάννα δεν μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να αποφύγουν το θάνατο, όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και τον πνευματικό, γιατί θεράπευε την ανάγκη της τροφής. Της επιβίωσης. Το νέο μάννα, που είναι ο Χριστός, δίνει ζωήν αιώνιον και ανασταίνει τους ανθρώπους που θα πιστέψουν σ’ Αυτόν, γιατί τρέφει με την Αγάπη του Θεού όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή. Συγχωρεί τις αμαρτίες μας και λυτρώνει από τον πνευματικό θάνατο την ύπαρξή μας. Ζωοποιεί με έναν μυστικό, εσωτερικό τρόπο το σύνολο της ύπαρξής μας και οδηγεί σε μία άλλη τρυφή, την αγία, της αγιότητας, της συνεχούς κοινωνίας με το Θεό που αλλάζει την πορεία της ζωής μας, διότι τώρα γνωρίζουμε τι θέλει ο ουρανός από την καθημερινότητα, τη στάση ζωής μας, τις κρίσεις με τον εαυτό μας και τους ανθρώπους, στις ποικίλες επιθέσεις του κακού και του διαβόλου και, κυρίως, γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε μόνοι μας. Το παλαιό μάννα χορηγούνταν σε όλους, ανεξαρτήτως αν δόξαζαν ή όχι το Θεό, γιατί ο Θεός είναι δίκαιος, δηλαδή αγαπά, και ανατέλλει τον ήλιο επί δικαίους και πονηρούς. Το νέο μάννα δίδεται και αυτό σε όλους, όμως, επειδή δεν αναφέρεται στην επιβίωση, είναι επιλογή του ανθρώπου αν θα το προσλάβει. Η δωρεά δηλαδή του νέου μάννα, του Χριστού, είναι δωρεά ελευθερίας και επαφίεται στον καθέναν αν θα την αποδεχτεί. Και ο τρόπος της αποδοχής είναι η ευχαριστία. Όχι μόνο το μυστήριο της Εκκλησίας, αλλά και η σύνολη στάση ζωής μας. Η δοξολογία του Θεού. Η προσφορά στο συνάνθρωπο. Η αποδοχή του θείου θελήματος, ασχέτως αν μας ευχαριστεί ή όχι.

Πρώτη η Παναγία άνοιξε τον δρόμο ώστε να γευτεί στην ύπαρξή της αυτό το νέο και αιώνιο μάννα. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται μανναδόχος στάμνα. Όπως σε μία στάμνα ο Μωυσής κρατά ως θησαυρό πολύτιμο λίγο μάννα, το οποίο είναι το μοναδικό που παραμένει άφθαρτο εντός της, έτσι και η Παναγία κρατά στα σπλάχνα της το αιώνιο μάννα, το Χριστό, ο Οποίος παραμένει άφθαρτος και αναλλοίωτος, ενώ αλλοιώνει την φθορά μας. Στο πρόσωπο του Χριστού τόσο η υλική, όσο και η κάθε άλλη τροφή αλλάζουν προσανατολισμό. Ο χριστιανός ξεκινά τη ζωή του από την κοινωνία με τον Άρτο της Ζωής και αυτή είναι η μεγαλύτερη τρυφή, η οποία διασώζει από την έρημο των παθών, της μοναξιάς, του θανάτου τον καθέναν μας και μας δίδει την ευκαιρία να βαδίσουμε προς τη γη της προσωπικής μας Επαγγελίας, τον Παράδεισο της Εκκλησίας και της σχέσης της Αγάπης. Και συνεχίζει τον αγώνα του και στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής αλλά και πάσας τας ημέρας της ζωής του με γνώμονα την εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού, χωρίς αγωνία για την επιβίωσή του και με πνεύμα ευχαριστίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εργάζεται για τα υλικά. Βλέπει όμως πού βρίσκεται η αληθινή ηδονή. Η τρυφή που είναι ατελεύτητος. Στη σχέση με το Θεό στην Εκκλησία. Και προσεύχεται στην Παναγία να μην επιτρέψει να επηρεαστεί από το πνεύμα του κόσμου, που όχι απλώς αποθεώνει την τροφή, αλλά εκδιώκει τον Δωρεοδότη της από τη ζωή μας. Και συνεχίζει να διακηρύττει ότι μπορούμε και χωρίς Αυτόν να παλέψουμε με τας ακάνθας και τας τριβόλους τόσο της γης όσο και του εαυτού μας. Μόνο που βλέπουμε καθημερινά τις συνέπειες της επιλογής μας.


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/
Πρωτοπρ. Βασίλειος Καλλιακμάνης, Καθηγητής ΑΠΘ

α) Στις πέντε Κυριακές της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής διαβάζονται κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας αποσπάσματα από την προς Εβραίους Επιστολή. Σε αυτήν αναφέρονται κυρίως γεγονότα και πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία προτυπώνουν και προεικονίζουν την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, την επί γης πορεία του, τον σταυρό και την Ανάστασή του. Αλλά και στις λατρευτικές συνάξεις των άλλων ημερών του Τριωδίου κυριαρχούν μεσσιανικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν συμβολικά και εμπειρικά η Εκκλησία μυσταγωγεί στο μυστήριο της πίστεως και προετοιμάζει για τη μεγάλη “διάβαση”, το Πάσχα των χριστιανών.

β) Όπως ακριβώς ο Θεός τήρησε τις υποσχέσεις του προς τον πατριάρχη Αβραάμ και παρουσιάσθηκε αξιόπιστος στους παλαιούς χρόνους, έτσι και ο Χριστός αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς και βέβαιη ελπίδα του κόσμου σε κάθε εποχή. Κι όπως ο γενάρχης Αβραάμ έμεινε ακλόνητος στην πίστη του, παρότι αντιμετώπισε μεγάλες προκλήσεις, έτσι και οι χριστιανοί καλούνται να μείνουν εδραίοι και αμετακίνητοι στη πίστη τους. Ο Αβραάμ υπερέβη τον εαυτό του κάνοντας απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού, αφού αποφάσισε να οδηγήσει τον γιο του τον Ισαάκ προς τη θυσία. Αλλά και ο Θεός, βλέποντας την άδολη πίστη του πιστού δούλου του, παρενέβη με θαυμαστό τρόπο και την απέτρεψε.

γ) Η ελπίδα των χριστιανών συμβολίζεται με άγκυρα. Κι όπως το πλοίο σταθεροποιείται με αυτήν και αποφεύγει τον κίνδυνο των κυμάτων, έτσι και ο χριστιανός που έχει την ελπίδα του στον Θεό διατηρεί σταθερό σημείο αναφοράς. Η ελπίδα αυτή, όπως διδάσκει ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος, προέρχεται από την καρδιακή πίστη, είναι δε καλή όταν γίνεται “μετά γνώσεως και διακρίσεως”. Διότι υπάρχει και η ψευδής ελπίδα, που ταυτίζεται με την ουτοπία, στην οποία παραπέμπουν τους ανθρώπους διάφορα πολιτικά συστήματα. Η ουτοπία όμως διαψεύδεται σε καθημερινή βάση, σε αντίθεση με τη χριστιανική ελπίδα που ζωογονείται από το μέλλον και κρατά τον άνθρωπο σε πνευματική εγρήγορση.

δ) Η ελπίδα αυτή δραστηριοποιεί τον χριστιανό, τον οδηγεί σε φιλότιμη τήρηση των θείων εντολών και δεν τον ντροπιάζει ποτέ. “Ο χαύνος και αμελής εις το έργον της αρετής δεν δύναται να έχει τοιαύτην ελπίδα, παρά μόνο εκείνος, όστις πάντοτε καθ’ όλας τας περιστάσεις ευρίσκεται μετά του Θεού διά της καλλονής των εαυτού έργων, και υψώνει τα όμματα της καρδίας αυτού προς αυτόν”, διδάσκει ο όσιος Ισαάκ. Οπότε, η χριστιανική ελπίδα δεν συνδέεται με κάποια αόριστη ονειροπόληση του μέλλοντος, αλλά με στερεή πνευματική εργασία στο παρόν.

ε) Η έλλειψη ελπίδας έχει επιζήμια αποτελέσματα για την πνευματική ζωή. Στην πατερική παράδοση επισημαίνεται ότι: “Χαλεπότερον του αμαρτάνειν εστί το απελπίζειν”. Και αλλού τονίζεται ότι η αμαρτία είναι ανθρώπινη, η απελπισία και η απόγνωση δαιμονική, ενώ η ειλικρινής μετάνοια θεανθρώπινη. Ως παραδείγματα προβάλλονται οι δύο μαθητές του Χριστού, Ιούδας και Πέτρος. Τον πρώτο, η απελπισία και η απόγνωση τον οδήγησαν στην απώλεια. Τον δεύτερο, η ειλικρινής μετάνοια και τα καθαρτικά δάκρυα τον λύτρωσαν οδηγώντας τον σε συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό.

στ) Η υπομονή στις θλίψεις και το θάρρος μπροστά στις δυσκολίες της πνευματικής ζωής διατηρούν ζωντανή την ελπίδα στον Θεό. Η ελπίδα είναι η διάσταση της πίστεως που δεν σχετίζεται με το παρελθόν και το παρόν, αλλά εκτείνεται και στο μέλλον. Στον παρόντα κόσμο οι άνθρωποι του Θεού, που αξιώνονται θείων δωρεών και θεοπτίας, μυσταγωγούνται εμπειρικά στην αιωνιότητα. Προγεύονται τα μέλλοντα αγαθά, έστω κι αν τα γνωρίζουν “εκ μέρους”. Η μερική γνώση των θείων μυστηρίων ενισχύει την πίστη και την ελπίδα, και προσδίδει σε αυτές βέβαιο χαρακτήρα. Στην αιωνιότητα, επειδή όλες οι θείες αλήθειες θα επιβεβαιωθούν εμπειρικά, η πίστη και η ελπίδα δεν χρειάζονται. Τότε θα έχει αξία μόνο η αγάπη.

ζ) Τα τελευταία χρόνια, η ελπίδα του ανθρώπου στηρίχθηκε εξολοκλήρου στις επιστημονικές ανακαλύψεις, την τεχνολογία και τη διαρκή έρευνα για επίλυση όλων των προβλημάτων. Απαξιώθηκε το παρελθόν, έγινε ευδαιμονοθηρικό το παρόν και στράφηκε το ενδιαφέρον κυρίως στο μέλλον. Όμως, “ήδη από καιρό άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Τα πράγματα που στήριξε ο άνθρωπος την ελπίδα του τον απογοητεύουν. Η σχετικότητα των λύσεων που προσφέρουν, η πολλαπλότητα των νέων προβλημάτων που δημιουργούν, αλλά και οι σοβαρές απειλές που προδιαγράφουν για το μέλλον γίνονται διαρκώς εμφανέστερα. Ο άνθρωπος αισθάνεται ότι βρίσκεται σε αδιέξοδο” (Γ. Μαντζαρίδης). Η επίγνωση της τραγικής κατάστασης και η έμπνευση από το πρόσωπο του Χριστού, που αποτελεί την “Ελπίδα του κόσμου”, μπορεί να δώσει διέξοδο, ανοίγοντας φωτεινό παράθυρο στο μέλλον.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Α. Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή - Πορεία προς το Πάσχα, μτφρ. Ελένη Γκανούρη, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1999.

Η Μεγάλη Σαρακοστή: «Ένας τρόπος ζωής»

Με την παρακολούθηση των ακολουθιών, με τη νηστεία, ακόμα και με την προσευχή σε τακτά διαστήματα δεν εξαντλείται η όλη προσπάθεια στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Ή μάλλον για να είναι όλα αυτά αποτελεσματικά και να έχουν νόημα, πρέπει να υποστηρίζονται και από αυτή την ίδια τη ζωή. Χρειάζεται δηλαδή ένας «τρόπος ζωής» πού να μην έρχεται σε αντίθεση με όλα αυτά και να μην οδηγεί σε μια «διασπασμένη» ύπαρξη. Στο παρελθόν, στις ορθόδοξες χώρες η ίδια η κοινωνία πρόσφερε μια τέτοια υποστήριξη με τον συνδυασμό που είχε στα έθιμα, στις εξωτερικές αλλαγές, με τη νομοθεσία, με τους δημόσιους και ιδιωτικούς κανονισμούς, με όλα δηλαδή όσα περιλαμβάνονται στη λέξη πολιτισμός. Κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή ολόκληρη η κοινωνία υποδεχόταν ένα συγκεκριμένο ρυθμό ζωής, ορισμένους κανόνες που υπενθύμιζαν στα άτομα-μέλη της κοινωνίας την περίοδο της Σαρακοστής. Στη Ρωσία, λόγου χάρη, δεν μπορούσε κανείς εύκολα να ξεχάσει τη Σαρακοστή γιατί οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν διαφορετικά αυτή την περίοδο· τα θέατρα έκλειναν και, σε παλιότερους καιρούς, τα δικαστήρια ανέβαλλαν τη λειτουργία τους. Φυσικά όλα αυτά τα ερεθίσματα από μόνα τους, είναι φανερό, ότι δεν ήταν δυνατό να αναγκάσουν τον άνθρωπο να οδηγηθεί στη μετάνοια ή σε μια πιο ζωντανή θρησκευτική ζωή. Αλλά όμως δημιουργούσαν μια ορισμένη ατμόσφαιρα - ένα είδος σαρακοστιανού κλίματος - όπου η ατομική προσπάθεια γινόταν ευκολότερη. Ακριβώς επειδή είμαστε αδύναμοι χρειαζόμαστε τις εξωτερικές υπενθυμίσεις, τα σύμβολα, τα σημάδια. Φυσικά πάντα υπάρχει ο κίνδυνος αυτά τα εξωτερικά σύμβολα ν' αποκτήσουν αυτοτέλεια, να γίνουν αυτοσκοπός, και έτσι αντί να είναι απλά μια υπενθύμιση, να γίνουν για την κοινή αντίληψη το μόνο περιεχόμενο της Μεγάλης Σαρακοστής. Αυτόν τον κίνδυνο τον έχουμε επισημάνει παραπάνω όταν μιλήσαμε για τις εξωτερικές συνήθειες και τα πανηγύρια που αντικαθιστούν τη γνήσια προσωπική προσπάθεια. Αν όμως καταλάβουμε σωστά αυτές τις συνήθειες τότε θα γίνουν ο «κρίκος» που συνδέει την πνευματική προσπάθεια με τη ζωή.

Δεν ζούμε σε μια ορθόδοξη κοινωνία [Ο συγγραφέας, Ρώσος στην καταγωγή, ζει σήμερα στην Αμερική] και φυσικά δεν είναι δυνατό να δημιουργηθεί αυτό το «κλίμα της Σαρακοστής σε επίπεδο κοινωνικό. Είτε είναι Σαρακοστή είτε όχι, ο κόσμος που μας περιβάλλει, που αποτελούμε και μεις δικό του αναπόσπαστο κομμάτι, δεν αλλάζει. Κατά συνέπεια ζητιέται από μας μια νέα προσπάθεια να σκεφτούμε την απαραίτητη θρησκευτική σχέση ανάμεσα στο «εξωτερικό» και το «εσωτερικό». Η πνευματική τραγωδία της εκκοσμίκευσης είναι εκείνη που μας σπρώχνει σε μια πραγματική θρησκευτική «σχιζοφρένεια» - ένα σπάσιμο δηλαδή της ζωής μας σε δυο κομμάτια: το θρησκευτικό και το κοσμικό, που έχουν όλο και λιγότερη αλληλοεξάρτηση. Έτσι η πνευματική προσπάθεια είναι απαραίτητη για να μεταθέσει τα παραδοσιακά έθιμα και τις συνήθειες, πού είναι βασικά μέσα στην προσπάθειά μας κατά την περίοδο τής Σαρακοστής. Μ' ένα πειραματικό και αναγκαστικά σχηματικό τρόπο θα μπορούσε κανείς να δει αυτή την προσπάθεια σε δυο πλαίσια: στη ζωή μέσα στο σπίτι και στη ζωή έξω απ' αυτό.

Για την ορθόδοξη αντίληψη, το σπίτι και η οικογένεια αποτελούν την πρώτη και βασικότερη περιοχή της χριστιανικής ζωής ή της εφαρμογής των χριστιανικών αρχών στην καθημερινή ζωή. Το σπίτι, δηλαδή το στυλ και το πνεύμα της οικογενειακής ζωής και όχι το σχολείο, ακόμα ούτε και η Εκκλησία, είναι εκείνο που σχηματίζει μέσα μας τη θεμελιακή αντίληψη για τον κόσμο· που μορφοποιεί στο εσωτερικό μας το βασικό προσανατολισμό τον οποίο ίσως για αρκετό διάστημα δεν τον καταλαβαίνουμε, αλλά που τελικά θα γίνει ένας αποφασιστικός παράγοντος. Ο στάρετς Ζωσιμάς του Dοstοyevsky στους Αδελφούς Καραμαζώφ λέει: «εκείνος που μπορεί να έχει καλές αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία είναι σωσμένος για όλη του τη ζωή». Το σημαντικό δε είναι ότι κάνει αυτή την παρατήρηση ύστερα από τη θύμηση της μητέρας του που τον είχε πάρει μαζί της στην Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων. Θυμάται την ομορφια της ακολουθίας, τη μοναδική μελωδία του κατανυκτικού «κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου...». Η υπέροχη προσπάθεια για θρησκευτική αγωγή που γίνεται σήμερα στα κατηχητικά σχολεία δε σημαίνει και πολλά πράγματα, αν δεν βασίζεται στη ζωή της οικογένειας. Τι, λοιπόν, θα μπορούσε και θα έπρεπε να γίνει στο σπίτι στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής; Επειδή είναι αδύνατο να καλύψουμε εδώ όλες τις πλευρές της οικογενειακής ζωής θα περιοριστούμε μόνο σε μια απ' αύτές.

Όλοι μας, χωρίς αμφιβολία, συμφωνούμε ότι ο τρόπος της οικογενειακής ζωής έχει ριζικά αλλοιωθεί με την παρουσία του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Αυτά τα μέσα της «μαζικής ενημέρωσης» διαποτίζουν σήμερα ολόκληρη τη ζωή. Δεν χρειάζεται κανείς να βγει από το σπίτι για να βρεθεί «έξω». Ολόκληρος ο κόσμος είναι μόνιμα εδώ, σε απόσταση που τον φτάνουμε... ακίνητοι. Και, σιγά σιγά, η στοιχειώδης εμπειρία να βρεθούμε σ' έναν εσωτερικό κόσμο, μέσα στην ομορφιά της «εσωτερικότητας» έχει εντελώς χαθεί από το σύγχρονο πολιτισμό μας. Και αν δεν είναι η τηλεόραση, είναι η μουσική. Η μουσική έπαψε να είναι κάτι που το ακούει κανείς· σταθερά πια έγινε μια «υπόκρουση θορύβου» που συνοδεύει τις συνομιλίες μας, το διάβασμα, το γράψιμο κλπ. Στην πραγματικότητα αυτή η ανάγκη να ακούγεται συνέχεια μουσική φανερώνει την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να χαρεί τη σιωπή, να την καταλάβει όχι σαν κάτι αρνητικό, σαν μια απλή έλλειψη, αλλά ακριβώς σαν μια παρουσία και σαν την μοναδική προϋπόθεση για την πιο αληθινή παρουσία. Αν ο Χριστιανός του παρελθόντος ζούσε κατά ένα μεγάλο βαθμό σ' ένα σιωπηλό κόσμο που του έδινε πλούσιες ευκαιρίες για αυτοσυγκέντρωση στον εσωτερικό του κόσμο, ο σημερινός χριστιανός είναι αναγκασμένος να κάνει ειδική προσπάθεια για να καλύψει αυτή την αναγκαία διάσταση της σιωπής η οποία αυτή μόνο μπορεί να μας φέρει σε επαφή με τις υψηλές πραγματικότητες. Έτσι, λοιπόν, το πρόβλημα του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής δεν είναι περιθωριακή υπόθεση, αλλά με πολλούς τρόπους είναι ένα θέμα πνευματικής ζωής ή θανάτου.

Πρέπει κανείς να συνειδητοποιήσει ότι είναι αδύνατο να μοιράσουμε τη ζωή μας ανάμεσα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής και στο τελευταίο σήριαλ. Αυτά τα δυο βιώματα είναι ασυμβίβαστα και το ένα, σίγουρα, θα σκοτώσει το άλλο. Και είναι πολύ πιθανό, εκτός αν γίνεται μια έντονη προσπάθεια, ότι το τελευταίο σήριαλ έχει πολύ μεγαλύτερες ελπίδες σε βάρος της «χαρμολύπης» - παρα το αντίθετο. Μια πρώτη «συνήθεια» που προτείνεται είναι να μειωθεί δραστικά η παρακολούθηση του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης στην περίοδο της Σαρακοστής. Δεν τολμούμε να ελπίζουμε ότι θα υπάρξει μία «γενική» νηστεία, αλλά μόνο η «ασκητική» η οποία, όπως ξέρουμε, σημαίνει, πρώτα απ' όλα αλλαγή τροφής και μείωσή της. Φυσικά τίποτε το κακό δεν υπάρχει, λόγου χάρη, στο να συνεχίσει κανείς να παρακολουθεί στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση ειδήσεις, εκλεκτές σειρές, ενδιαφέροντα και πνευματικά η διανοητικά εμπλουτισμένα προγράμματα. Εκείνο που πρέπει να σταματήσει στην διάρκεια της Σαρακοστής είναι η πλήρης «παράδοση» στην τηλεόραση - η μετατροπή δηλαδή του ανθρώπου σε «λάχανο» πάνω σε μια πολυθρόνα κολλημένο στην οθόνη που παθητικά δέχεται ό,τι βγαίνει απ' αυτή. Όταν ήμουνα παιδί (ήταν τότε η προηλεοπτική εποχή) η μητέρα μου συνήθιζε να κλειδώνει το πιάνο την πρώτη, την τετάρτη και την έβδομη εβδομάδα της Σαρακοστής. Αυτή η ανάμνηση είναι μέσα μου ζωηρότερη από τις μακρινές ακολουθίες της Σαρακοστής και ακόμα και σήμερα όταν παίζει το ραδιόφωνο αυτές τις μέρες με ταράζει σχεδόν όσο και μια βλαστήμια. Αναφέρω αυτή την προσωπική μου ανάμνηση μόνο σαν μια διευκρίνηση της επίδρασης που μπορούν να έχουν μερικές εξωτερικές ενέργειες στην ψυχή ενός παιδιού. Kαι αυτό που κρύβεται εδώ δεν είναι ένα απλό απομονωμένο έθιμο ή ένας κανόνας αλλά είναι μια εμπειρία της Σαρακοστής σαν μιας ειδικής χρονικής περιόδου, σαν κάποιου πράγματος που είναι παρόν όλο το χρόνο και που δεν πρέπει να χαθεί, να ακρωτηριαστεί, να καταστραφεί. Εδώ ακόμα, όσον αφορά τη νηστεία, μια απλή απουσία ή αποχή από την τροφή δεν είναι επαρκής, πρέπει να έχει το θετικό της συμπλήρωμα.

Η σιωπή που δημιουργεί η απουσία του θορύβου του κόσμου, των θορύβων που παράγονται από τα μέσα της μαζικής επικοινωνίας, πρέπει να γεμίσει με θετικό περιεχόμενο. Αν η προσευχή είναι η τροφή για τις ψυχές μας, τροφή, επίσης, θέλει και το μυαλό μας, γιατί ακριβώς αυτό το διανοητικό μέρος του ανθρώπου είναι που καταστρέφεται σήμερα από το ασταμάτητο σφυροκόπημα της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, των εφημερίδων, των εικονογραφημένων εκδόσεων κλπ. Αυτό, λοιπόν, που προτείνουμε, παράλληλα με την πνευματική προσπάθεια, είναι μια διανοητική, θα λέγαμε, προσπάθεια. Πόσα, αλήθεια, αριστουργήματα, πόσους υπέροχους καρπούς της ανθρώπινης σκέψης, της φαντασίας και της δημιουργικότητας αρνούμαστε στη ζωή μας μόνο και μόνο γιατί μας ειναι πολύ πιο άνετο, γυρίζοντας στο σπίτι από τη δουλειά παραδομένοι στη σωματική και διανοητική κόπωση, να πιέσουμε το κουμπί της τηλεόρασης ή να βυθιστούμε στο τέλειο κενό ενός εικονογραφημένου περιοδικού. Αλλά πώς φανταζόμαστε ότι θα μπορούσαμε να προγραμματίσουμε την περίοδο της Σαρακοστής; Ίσως να κάνουμε ένα κατάλογο βιβλίων για διάβασμα; φυσικά δεν είναι απαραίτητο όλα αυτά τα βιβλία να είναι οπωσδήποτε θρησκευτικά, δεν μπορούν όλοι να γίνουν θεολόγοι. Όμως υπάρχει πολλή «Θεολογία» κρυμμένη σε μερικά λογοτεχνικά αριστουργήματα και καθετί που πλουτίζει τη νοημοσύνη μας, κάθε καρπός της αληθινής ανθρώπινης δημιουργίας είναι ευλογημένος από την Εκκλησία και, όταν χρησιμοποιηθεί κατάλληλα, αποκτάει πνευματική αξία.

Σε προηγούμενο κεφάλαιο αναφέραμε ότι η τέταρτη και η πέμπτη Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένες στη μνήμη δύο μεγάλων διδασκάλων της χριστιανικής πνευματικότητας: του αγίου Ιωάννου της Κλίμακας και της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Θα πρέπει αυτό να το πάρουμε σαν μια ευρύτερη απόδειξη ότι εκείνο που ζητάει από μας η Εκκλησία να κάνουμε στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής είναι να εμπλουτίσουμε τον πνευματικό και διανοητικό εσωτερικό κόσμο μας, να μελετήσουμε και να στοχασθούμε πάνω σε ό,τι μπορεί να μας βοηθήσει ν' ανακαλύψουμε αυτόν τον εσωτερικό κόσμο και τις χαρές του. Από αυτή τη χαρά, από την αληθινή κλήση του ανθρώπου που εκπληρώνεται εσωτερικά και όχι εξωτερικά, ο «σύγχρονος κόσμος» δεν μας προσφέρει σήμερα ούτε καν μια γεύση· όμως χωρίς αυτή, χωρίς την αντίληψη της Σαρακοστής σαν ταξιδιού στο βάθος του είναι μας, η Σαρακοστή χάνει το νόημά της.

Τέλος, ποιο θα μπορούσε να είναι το νόημα της Σαρακοστής στις ατέλειωτες ώρες που περνάμε έξω από το σπίτι; Στις συναλλαγές μας, καθισμένοι σ' ένα γραφείο ή ασκώντας τα επαγγελματικά μας καθήκοντα, ή όταν συναναστρεφόμαστε τους συναδέλφους και τους φίλους μας; Αν και δεν είναι δυνατόν να δοθει εδώ μια συγκεκριμένη συνταγή, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, όμως μερικές πολύ γενικές απόψεις μπορούν να λεχθούν. Και πρώτα πρώτα η Σαρακοστή είναι μια θαυμάσια ευκαιρία να ελέγξουμε τον απίστευτα υπεροπτικό χαρακτήρα μας στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους, στα διάφορα γεγονότα και στη δουλειά. «Χαμογέλα!», «μη στεναχωριέσαι» κλπ. είναι σλόγκαν που στην πραγματικότητα έγιναν «διαταγές» που πρόθυμα τις δεχόμαστε και που σημαίνουν: μην ανακατεύεσαι, μη ρωτάς, μη προχωράς βαθύτερα στις σχέσεις σου με τους άλλους ανθρώπους· φύλαξε τους κανόνες του παιγνιδιού που συνδυάζει τη φιλική διάθεση με την τέλεια αδιαφορία· σκέψου τα πάντα μόνο μέσα στα πλαίσια του υλικού κέρδους, της ωφέλειας, της προαγωγής να είσαι, μ' άλλα λόγια, ένα κομμάτι του κόσμου ο οποίος ενώ συνέχεια χρησιμοποιεί τις μεγάλες λέξεις: ελευθερία, ευθύνη, φροντίδα κλπ., de facto ακολουθεί την υλιστική αρχή ότι ο άνθρωπος είναι αυτά που τρώει!

Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι περίοδος για αναζήτηση νοήματος. Να βρω, δηλαδή, νόημα στην επαγγελματική μου ζωή στα πλαίσια της κλήσης μου· νόημα στις προσωπικές σχέσεις μου με τ' άλλα πρόσωπα· νόημα στη φιλία· νόημα στις ευθύνες μου. Δεν υπάρχει απασχόληση, επάγγελμα που να μη μπορεί να «μεταμορφωθεί» - έστω και για λίγο μόνο - με στόχο όχι τη μεγαλύτερη απόδοση ή την καλύτερη, οργάνωση αλλά τις ανθρώπινες σχέσεις. Η ίδια προσπάθεια για «εσωτερικοποίηση» όλων των σχέσεών μας είναι απαραίτητη γιατί είμαστε ελεύθερες ανθρώπινες υπάρξεις που καταντήσαμε (χωρίς τις περισσότερες φορές να το ξέρουμε) φυλακισμένοι στα συστήματα τα οποία προοδευτικά κάνουν τον κόσμο μας απάνθρωπο. Και αν στην πίστη μας υπάρχει κάποιο νόημα, αυτό πρέπει να είναι συνδεδεμένο με τη ζωή καί όλα τα συνακόλουθά της. Χιλιάδες άνθρωποι νομίζουν ότι οι απαραίτητες αλλαγές έρχονται μόνο απ' έξω με την επανάσταση και την αλλαγή στις εξωτερικές συνθήκες. Στο χέρι τους ειναι να αποδείξουν οι χριστιανοί ότι στην πραγματικότητα καθετί ξεκινάει από μέσα -από την πίστη και τη ζωή σύμφωνα με την πίστη αύτή. Η Εκκλησία όταν μπήκε στον Ελληνο-ρωμαϊκό κόσμο, δεν κατάγγειλε τη δουλεία, δεν ξεσήκωσε σε επανάσταση. Αυτή η ίδια η πίστη της, η νέα θεώρηση του ανθρώπου και της ζωής είναι κείνη που προοδευτικά καταργεί τη δουλεία. Ένας «άγιος» - και άγιος εδώ σημαίνει, πολύ απλά, κάθε άνθρωπος που παίρνει πάντοτε στα σοβαρά την πίστη του - θα κάνει πολύ περισσότερα για την αλλαγή του κόσμου παρά χιλιάδες τυπωμένα προγράμματα. Ο άγιος είναι ο μόνος αληθινός επαναστάτης σ' αύτόν τον κόσμο.

Μια τελευταία γενική παρατήρηση: η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ευκαιρία για έλεγχο στα λόγια μας. Ο κόσμος μας είναι υπερβολικά βερμπαλιστικός και μεις συνέχεια πλημμυρίζουμε από λόγια που έχουν χάσει το νόημά τους και συνεπώς τη δύναμή τους. Ο Χριστιανισμός αποκαλύπτει την ιερότητα του λόγου - ένα αληθινά θείο δώρο στον άνθρωπο. Γι' αυτό ακριβώς η ομιλία μας είναι προικισμένη με τεράστια δύναμη είτε θετική είτε αρνητική. Γι' αυτό επίσης και θα κριθούμε για τα λόγια μας: «λέγω δε υμίν ότι παν ρήμα αργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι αποδώσουσι περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως. Εκ γαρ των λόγων σου δικαιωθήση και εκ των λόγων σου καταδικασθήση» (Ματθ. 12,36-37).

Ελέγχουμε τα λόγια μας με το να ανακαλύπτουμε τη σοβαρότητα και την ιερότητά τους, να καταλαβαίνουμε ότι μερικές φορές ένα «αστείο» που λέγεται απερίσκεπτα, μπορεί να έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα, μπορεί να γίνει εκείνη η τελευταία «σταγόνα» που ξεχυλίζει το ποτήρι και ο άνθρωπος φτάνει στην τελική απελπισία και καταστροφή. Αλλά ο λόγος μπορεί επίσης να είναι και μια μαρτυρία. Μια τυχαία συνομιλία σ' ένα γραφείο με το συνάδελφο μπορεί να μεταδώσει καλύτερα μια θεώρηση για τη ζωή, μια διάθεση απέναντι στους άλλους ανθρώπους και στη δουλειά και να έχει περισσότερα αποτελέσματα από το τυπικό κήρυγμα. Μπορεί, από μια τέτοια συνομιλία, να πέσουν σπόροι για μια ερώτηση πάνω στη δυνατότητα μιας άλλης προσέγγισης της ζωής, σπόροι για επιθυμία να γνωρίσει κανείς περισσότερα. Δεν έχουμε, πραγματικά, ιδέα πόσο επηρεάζουμε ο ένας τον άλλον με τα λόγια, με τον τόνο της προσωπικότητας μας. Και τελικά οι άνθρωποι ελκύονται στο Θεό, όχι γιατί κάποιος μπόρεσε να τους δώσει διαφωτιστικές εξηγήσεις, αλλά γιατί είδαν σ' αυτόν το φως, τη χαρά, το βάθος, τη σοβαρότητα, την αγάπη που από μόνα τους αποκαλύπτουν την παρουσία και τη δύναμη του Θεού στον κόσμο.

Έτσι, αν η Μεγάλη Σαρακοστή όπως είπαμε στην αρχή, είναι η ανακάλυψη της πίστης από τον άνθρωπο, είναι επίσης και ανόρθωση της ζωής του, του θεϊκού νοήματός της, του κρυμμένου βάθους της. Με το να απέχουμε από την τροφή ξαναβρίσκουμε τη γλύκα της και ξαναμαθαίνουμε πώς να την παίρνουμε από το Θεό με χαρά και ευγνωμοσύνη. Με το «να μειώνουμε» τις ψυχαγωγίες, τη μουσική, τις συζητήσεις, τις επιπόλαιες κοινωνικότητες, ανακαλύπτουμε την τελική αξία των ανθρώπινων σχέσεων, της ανθρώπινης δουλειάς, της ανθρώπινης τέχνης. Kαι τα ξαναβρίσκουμε όλα αυτά ακριβώς γιατί ξαναβρίσκουμε τον ίδιο το Θεό, γιατί ξαναγυρίζουμε σ' Αυτόν και δι' Αυτού σε όλα όσα Εκείνος μας έδωσε μέσα από την τέλεια αγάπη και το έλεός Του.Έτσι τη νύχτα της Ανάστασης ψέλνουμε:

Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός,
ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια.
Εορταζέτω γουν πάσα κτίσις,
την έγερσιν Χριστού, εν η εστερέωται.
Μη μας αποστερήσεις αυτής της προσδοκίας, φιλάνθρωπε Κύριε!


Πηγή: http://www.myriobiblos.gr
Α. Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή - Πορεία προς το Πάσχα, μτφρ. Ελένη Γκανούρη, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1999.

«... Ει μη εν Προσευχή και Νηστεία»

Δεν μπορεί να υπάρξει Σαρακοστή χωρίς νηστεία. Όμως φαίνεται ότι πολλοί άνθρωποι σήμερα ή δεν παίρνουν τη νηστεία στα σοβαρά ή, αν την παίρνουν, παρεξηγούν τον πραγματικό πνευματικό σκοπό της. Για μερικούς νηστεία σημαίνει ένα συμβολικό «σταμάτημα» σε κάτι· για μερικούς άλλους νηστεία είναι μια προσεκτική τήρηση των νηστευτικών κανόνων. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις σπάνια η νηστεία συνδέεται με την όλη προσπάθεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Εδώ θα πρέπει πρώτα πρώτα να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τη διδασκαλία της Εκκλησίας για τη νηστεία και ύστερα να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: Πώς μπορούμε εμείς να εφαρμόσουμε αυτή τη διδασκαλία στη ζωή μας;

Η νηστεία ή η αποχή από τις τροφές δεν είναι αποκλειστικά μια χριστιανική συνήθεια. Υπήρχε και υπάρχει ακόμα σε άλλες θρησκείες ή και πέρα από τις θρησκείες, όπως λόγου χαρη, σε μερικές ειδικές θεραπείες κλπ. Σήμερα οι άνθρωποι νηστεύουν (απέχουν από το φαγητό) για πάρα πολλές αιτίες ακόμα και για πολιτικούς, μερικές φορές λόγους. Είναι πολύ βασικό λοιπόν να ξεχωρίσουμε το μοναδικό περιεχόμενο στη χριστιανική νηστεία. Αυτό μας αποκαλύπτεται πρώτα απ' όλα στην αλληλοεξάρτηση που υπάρχει ανάμεσα σε δυο γεγονότα που βρίσκονται στην Αγία Γραφή: το ένα στην αρχή της Παλαιάς Διαθήκης και το άλλο στην αρχή της Καινής Διαθήκης. Το πρώτο γεγονός είναι το «σταμάτημα της νηστείας» από τον Αδάμ στον Παράδεισο. Έφαγε, ο Αδάμ, από τον απαγορευμένο καρπό. Έτσι μας παρουσιάζεται η πρώτη αμαρτία του ανθρώπου. Ο Χριστός, ο Νέος Αδάμ -και αυτό είναι το δεύτερο γεγονός- αρχίζει με νηστεία. Ο Αδάμ πειράσθηκε και υπόκυψε στον πειρασμό. Ο Χριστός πειράσθηκε και νίκησε τον πειρασμό. Η συνέπεια της αποτυχίας του Αδάμ είναι η έξωσή του από τον Παράδεισο και ο θάνατος. Ο καρπός της νίκης του Χριστού είναι η συντριβή του θανάτου και η δική μας επιστροφή στον Παράδεισο. Tα περιορισμένα περιθώρια που διαθέτουμε εδώ δεν μας επιτρέπουν να δώσουμε λεπτομερείς εξηγήσεις για το νόημα αυτού του παραλληλισμού. Οπωσδήποτε όμως είναι φανερό ότι απ' αυτή την άποψη η νηστεία μας παρουσιάζεται σαν κάτι που έχει αποφασιστική και τελειωτική σημασία. Δεν είναι μια απλή «υποχρέωση», ένα έθιμο· είναι δεμένη μ' αυτό το ίδιο το μυστήριο της ζωής και του θανάτου, της σωτηρίας και της καταδίκης.

Στην ορθόδοξη διδασκαλία, αμαρτία δεν είναι μόνο η παράβαση της εντολής που φέρνει σαν συνέπεια την τιμωρία· είναι πάντοτε ένας ακρωτηριασμός της ζωής που μας δόθηκε από το Θεό. Για το λόγο αυτό η ιστορία της προπατορικής αμαρτίας μας παρουσιάζεται σαν μια πράξη τροφής. Η τροφή είναι μέσο ζωής· αυτό μας κρατάει ζωντανούς. Αλλά ακριβώς εδώ είναι η βασική ερώτηση: Tι σημαίνει να είναι κανείς ζωντανός και τι σημαίνει «ζωή»; Για μας σήμερα αυτοί οι όροι έχουν πρωταρχικά μια βιολογική έννοια: ζωή είναι συγκεκριμένα αυτό που τελικά εξαρτιέται από την τροφή και, ακόμα γενικότερα, από τον υλικό κόσμο. Αλλά για την Αγία Γραφή και για την ορθόδοξη παράδοση αυτή η ζωή «...επ' άρτω μόνω», ταυτίζεται με το θάνατο γιατί ακριβώς είναι μια θνητή ζωή, γιατί ο θάνατος κυριαρχεί πάντοτε μέσα της. Ο Θεός, το ξέρουμε αυτό, «δεν δημιούργησε το θάνατο». Αυτός είναι ο Δοτήρας της Ζωής. Πώς λοιπόν η ζωή έγινε θνητή; Γιατί ο θάνατος και πάλι ο θανατος είναι η μόνη απόλυτη βεβαιότητα κάθε ύπαρξης; Η Εκκλησία απαντάει: διότι ο άνθρωπος αρνήθηκε τη ζωή όπως την έκανε ο Θεός και του την πρόσφερε, και προτίμησε μια ζωή πού να εξαρτιέται όχι αποκλειστικά από το Θεό αλλά «επ' άρτω μόνω». Όχι μονάχα παράκουσε το Θεό και αυτοτιμωρήθηκε, αλλά άλλαξε ολόκληρη τη σχέση ανάμεσα στον εαυτό του και σ' όλη την κτίση. Σίγουρα ο κόσμος δόθηκε στον άνθρωπο από το Θεό σαν «τροφή», σαν μέσο ζωής· ακόμα η ζωή ήταν για να γίνει κοινωνία μέ το Θεό· δεν είχε δικό της σκοπό αλλά περιεχόταν ολόκληρη στο Θεό. «Εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων» (Ιωαν. 1,14). Έτσι ο κόσμος και η τροφή δημιουργήθηκαν σαν μέσα επικοινωνίας με το Θεό και μόνον αν ο άνθρωπος δεχόταν ν' ανοιχτεί στο Θεό θα του πρόσφεραν όλα αυτά τη ζωή Η τροφή αυτή μόνη της, μέσα της, δεν έχει ζωή και δεν μπορεί να δώσει ζωή. Μόνο ο Θεός έχει Ζωή και είναι Ζωή. Μέσα στήν τροφή ο ίδιος ο Θεός - και όχι οι θερμίδες - είναι η αρχή της ζωής. ΄Ετσι η τροφή, η ζωή, η γνώση του Θεού και η κοινωνία μαζί Του ήταν ένα και το αυτό πράγμα. Η απύθμενη τραγωδία του Αδάμ είναι ότι έφαγε για δικό του όφελος. Ακόμα δε περισσότερο απ' αυτό είναι γιατί έφαγε «χωρισμένος» από το Θεό για να μπορέσει να γίνει ανεξάρτητος απ' Αυτόν. Και αν το έκανε αυτό ήταν γιατί πίστευε πως η τροφή είχε μέσα της ζωή και έτσι εκείνος γευόμενος αυτή την τροφή θα γινόταν σαν το Θεό, θα είχε δηλαδή μέσα του δική του ζωή! Με άλλα λόγια: πίστευε στήν τροφή, ενώ ο σκοπός πίστης, εμπιστοσύνης και εξάρτησης είναι ο Θεός και μόνο ο Θεός. Ο κόσμος και η τροφή έγιναν ο Θεός του, η πηγή και η αρχή της ζωής του. Έγινε σκλάβος τους.

'Αδάμ - στα Εβραϊκά - σημαίνει «άνθρωπος». Αυτό είναι και το δικό μου όνομα και το κοινό όνομα για όλους μας. Ο άνθρωπος είναι ακόμα Αδάμ, είναι ακόμα ο σκλάβος της «τροφής». Μπορεί να ισχυρίζεται ότι πιστεύει στο Θεό, αλλά ο Θεός, δεν είναι η ζωή του, η τροφή του, το περιεχόμενο που αγκαλιάζει ολόκληρη την ύπαρξή του. Μπορεί να λέει ότι παίρνει τη ζωή του από το Θεό, αλλ' όμως δεν ζει «εν τώ Θεώ» και για το Θεό. H επιστήμη του, οι εμπειρίες του, η αυτοσυνειδησία του, όλα κτίζονται πάνω στην ίδια βάση: «επ' άρτω μόνω». Τρώμε για να διατηρούμαστε ζωντανοί, είμαστε ζωντανοί αλλά όχι «εν τω Θεώ». Ακριβώς αυτή είναι η αμαρτία όλων των αμαρτιών. Αυτή είναι η ετυμηγορία του θανάτου που κρέμεται πάνω από τη ζωή μας.

Ο Χριστός είναι ο Νέος Αδάμ. Έρχεται να επανορθώσει την καταστροφή που επέβαλε στη ζωή ο Αδάμ, να αποκαταστήσει τον άνθρωπο στην αληθινή ζωή. Και ο Χριστός επίσης αρχίζει με νηστεία: «νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα, ύστερον επείνασε» (Ματθ. 4,2). Η πείνα είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία αναγνωρίζουμε την εξάρτησή μας από κάτι άλλο - τη στιγμή που νιώθουμε κατεπείγουσα και απαραίτητη ανάγκη για τροφή καταλαβαίνουμε ότι δεν έχουμε τη ζωή μέσα μας. Είναι αυτό το όριο πέρα από το οποίο ή πεθαίνω από ασιτία ή αφού ικανοποιήσω το σώμα μου έχω ξανά το αίσθημα της ζωής μέσα μου. Αυτή ακριβώς, με άλλα λόγια, είναι η στιγμή που αντιμετωπίζουμε την τελική ερώτηση: Από τι λοιπόν εξαρτάται η ζωή μου; Και εφ' όσον η ερώτηση δεν είναι απλά μια ακαδημαϊκή ερώτηση, αλλά την νιώθω μ' ολόκληρο το σώμα μου, είναι επίσης και στιγμή πειρασμού. Ο Διάβολος ήρθε στον Αδαμ μεσα στον Παράδεισο· ήρθε επίσης και στο Χριστό μέσα στην έρημο. Πλησίασε δηλαδή δυο πεινασμένους ανθρώπους και τους είπε: Χορτάστε την πείνα σας, γιατί αυτή είναι η απόδειξη ότι εξαρτάσθε ολοκληρωτικά από την τροφή, ότι η ζωή σας βρίσκεται στην τροφή. Kαι ο μεν Αδάμ πίστεψε και έφαγε, ο Χριστός όμως αρνήθηκε τον πειρασμό και είπε: ο άνθρωπος «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται». Αρνήθηκε να δεχτεί αυτό το ψέμα που ο διάβολος επιβάλλει στον κόσμο· το κάνει δε ολοφάνερη αλήθεια χωρίς καμιά επιπλέον συζήτηση, το κάνει θεμέλιο για όλες τις απόψεις μας, τις επιστήμες, την ιατρική, πιθανόν και για τη θρησκεία. Κάνοντας αυτά ο Χριστός αποκατέστησε τη σχέση ανάμεσα στην τροφή, τη ζωή και το Θεό· σχέση την οποία είχε σπάσει ο Αδάμ και που εμείς εξακολουθούμε να τη σπάζουμε κάθε μέρα.

Τι είναι, λοιπόν, νηστεία για μας τους χριστιανούς; Είναι η είσοδός μας και η συμμετοχή μας σε κείνη την εμπειρία του Χριστού με την οποία μας ελευθερώνει από την ολοκληρωτική εξάρτηση από την τροφή, την ύλη και τον κόσμο. Με κανένα τρόπο η δική μας ελευθερία δεν είναι πλήρης. Με το να ζούμε ακόμα στο μεταπτωτικό κόσμο, στον κόσμο του παλιού Αδάμ, με το να είμαστε μέρος του, εξακολουθούμε να εξαρτώμαστε από την τροφή. Αλλά όπως ακριβώς ο θάνατός μας - από τον οποίο είναι ανάγκη οπωσδήποτε να περάσουμε - έγινε χάρη στο θάνατο του Χριστού μια διάβαση προς τη ζωή, έτσι και η τροφή που τρώμε και η ζωή που μας δίνει μπορεί να γίνει ζωή «εν τω Θεώ» και για το Θεό. Ένα μέρος της τροφής μας έχει ήδη γίνει «τροφή αθανασίας» - το Σώμα και το Αίμα του ίδιου του Χριστού. Αλλά ακόμα και ο «επιούσιος άρτος» που παίρνουμε από το Θεό μπορεί να είναι σ' αυτή τη ζωή μας και σ' αυτόν τον κόσμο, εκείνο που μας δίνει δύναμη, να είναι η επικοινωνία μας με το Θεό μάλλον παρά εκείνο που μας χωρίζει απ' Αυτόν. Παρ' όλα αυτά όμως μόνο η νηστεία είναι εκείνη που μπορεί να πραγματοποιήσει μια τέτοια μεταστροφή, μπορεί να μας δώσει την υπαρξιακή βεβαίωση ότι η εξάρτησή μας από την τροφή και την ύλη δεν είναι ολοκληρωτική και τέλεια· ότι ενωμένη με την προσευχή, τη χάρη και τη λατρεία μπορεί να γίνει πνευματική.

Όλα αυτά σημαίνουν, αν το νιώσουμε βαθιά, ότι η νηστεία είναι το μόνο μέσο με το οποίο ο άνθρωπος επανορθώνει την αληθινή πνευματική του φύση. Δεν είναι μια θεωρητική αλλά μια αληθινά πρακτική πρόκληση για τον «πατέρα του ψεύδους» που καταφέρνει να μας πείσει ότι εξαρτιόμαστε μόνο από το ψωμί και να οικοδομήσει όλη την ανθρώπινη γνώση, την επιστήμη και όλη την ύπαρξη πάνω σ' αυτό το ψέμα. Η νηστεία είναι ένα ξεσκέπασμα αυτής της απάτης και ταυτόχρονα μια απόδειξη ότι υπάρχει αυτό το ψέμα. Έχει ύψιστη σημασία το ότι ο Χριστός, ενώ νήστευε συνάντησε το Σατανά και το ότι αργότερα είπε ότι ο Σατανάς δεν αντιμετωπίζεται «ει μη εν νηστεία και προσευχή». Η νηστεία είναι ο πραγματικός αγώνας κατά του Διαβόλου γιατί είναι η πρόκληση στο νόμο που τον κάνει «άρχοντα του κόσμου τούτου». Και όμως αν κάποιος πεινασμένος ανακαλύψει ότι μπορεί πραγματικά να γίνει ανεξάρτητος απ' αυτή την πείνα, ότι δεν θα καταστραφεί απ' αυτή αλλά ακριβώς το αντίθετο ότι μπορεί να τη μετατρέψει σε πηγή πνευματικής δύναμης καί νίκης, τότε τίποτε δεν απομένει απ' αυτό το μεγάλο ψέμα στο οποίο ζούσαμε μετά από τον Αδάμ.

Πόσο άραγε ξεφύγαμε από την συνηθισμένη αντίληψη της νηστείας - ότι νηστεία δεν είναι παρά η αλλαγή φαγητών, ή το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται -, απ' όλη την επιφανειακή υποκρισία; Τελικά νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω. Να φτάνω δηλαδή στα όρια εκείνης της ανθρώπινης κατάστασης οπότε φαίνεται καθαρά η εξάρτηση από την τροφή και, καθώς είμαι πεινασμένος ν' ανακαλύπτω ότι αυτή η εξάρτηση δεν είναι όλη η αλήθεια για τον άνθρωπο, ότι αυτή η πείνα είναι πρώτα απ' όλα μια πνευματική κατάσταση και που αυτή, στην πραγματικότητα, είναι πείνα για το Θεό.

Στη ζωή της πρώτης Εκκλησίας, νηστεία πάντοτε σημαίνει τέλεια αποχή από την τροφή, κατάσταση πείνας, ώθηση τού σώματος στα άκρα. Εδώ όμως ανακαλύπτουμε ακόμα ότι η νηστεία σαν μια σωματική προσπάθεια δεν έχει κανένα νόημα χωρίς το πνευματικό συμπλήρωμα της «... εν νηστεία και προσευχή». Αυτό σημαίνει ότι χωρίς την αντίστοιχη πνευματική προσπάθεια, χωρίς να τρεφόμαστε με τη Θεία Πραγματικότητα, χωρίς ν' ανακαλύψουμε τήν ολοκληρωτική μας εξάρτηση από το Θεό και μόνο απ' Αυτόν, η σωματική νηστεία θα καταντήσει μια πραγματική αυτοκτονία. Αν ο ίδιος ο Χριστός πειράστηκε ενώ νήστευε, εμείς δεν έχουμε την παραμικρή πιθανότητα ν' αποφύγουμε έναν τέτοιο πειρασμό. Η σωματική νηστεία είναι απαραίτητη μεν αλλά χάνει κάθε νόημα και γίνεται αληθινά επικίνδυνη αν ξεκοπεί από την πνευματική προσπάθεια - από την προσευχή και την αυτοσυγκέντρωση. Η νηστεία είναι μια τέχνη που την κατέχουν απόλυτα οι άγιοι. Θα ήταν αλαζονικό και επικίνδυνο για μας αν δοκιμάζαμε αυτή την τέχνη χωρίς διάκριση και προσοχή. Η λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής μας υπενθυμίζει συνέχεια τις δυσκολίες, τα εμπόδια και τους πειρασμούς που περιμένουν όσους νομίζουν ότι μπορούν να στηριχτούν στη δύναμη της θέλησής τους και όχι στο Θεό.

Για το λόγο αυτό εκείνο που πρώτα απ' όλα χρειαζόμαστε είναι μια πνευματική προετοιμασία για την προσπάθεια της νηστείας. Και αυτή είναι να ζητήσωμε από το Θεό βοήθεια και επίσης να κάνουμε τη νηστεία μας θεο-κεντρική. Να νηστεύουμε εν ονόματι του Θεού. Πρέπει να ξανανιώσουμε ότι το σώμα μας είναι ναός της Παρουσίας του. Είναι ανάγκη να ξαναβρούμε ένα θρησκευτικό σεβασμό για το σώμα, την τροφή, για το σωστό ρυθμό της ζωής. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν πριν αρχίσει η νηστεία, ώστε όταν αρχίσουμε να νηστεύουμε να είμαστε εφοδιασμένοι με πνευματικό οπλισμό, με το δράμα και το πνεύμα της μάχης και της νίκης.

Κατόπιν έρχεται η ίδια η νηστεία. Σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω η νηστεία μπορεί να πραγματοποιηθεί σε δύο επίπεδα: πρώτα σαν ασκητική νηστεία και δεύτερον σαν γενική νηστεία. Η ασκητική νηστεία περιλαμβάνει μια δραστική μείωση της τροφής έτσι ώστε η συνεχής κατάσταση πείνας να μπορεί να βιωθεί σαν υπενθύμιση του Θεού και σαν διαρκής προσπάθεια συγκέντρωσης του νου μας στο Θεό. Όποιος το έχει δοκιμάσει αυτό - έστω και για λίγο - ξέρει ότι ή ασκητική νηστεία αντί να μας αδυνατίζει, μας ξαλαφρώνει, μας ευκολύνει στην αύτοσυγκέντρωση, μας κάνει νηφάλιους, χαρούμενους και καθαρούς. Αυτός που νηστεύει έτσι, παίρνει την τροφή σαν αληθινό δώρο του Θεού. Είναι συνέχεια στραμμένος προς τον εσωτερικό κόσμο ο οποίος, ανεξήγητα, γίνεται ένα είδος τροφής. Δεν χρειάζεται να πούμε εδώ για την ακριβή ποσότητα της τροφής που πρέπει να τρώει κανείς κατα την ασκητική νηστεία, ούτε για το ρυθμό και την ποιότητα της τροφής· όλα αυτά εξαρτιώνται από τις ατομικές μας δυνατότητες και τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής μας. Αλλά η βάση είναι ξεκάθαρη: είναι μια κατάσταση ενός μισοπεινασμένου ανθρώπου του οποίου η «αρνητική» φύση συνέχεια μεταμορφώνεται από την προσευχή, τη μνήμη, την προσοχή και την αυτοσυγκέντρωση σε «θετική» δύναμη.

Όσο για την γενική νηστεία είναι ανάγκη αυτή να περιορίζεται σε διάρκεια και να συνδυάζεται με τη Θεία Ευχαριστία. Με τις παρούσες συνθήκες ζωής η καλύτερη μορφή αυτής της νηστείας είναι η μέρα πριν από τη βραδυνή Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων. Είτε νηστεύουμε αυτή τη μέρα από νωρίς το πρωί είτε αργότερα, το βασικό σημείο είναι να ζούμε όλη τη μέρα σαν μια μέρα προσδοκίας, ελπίδας, μια μέρα πείνας για τον ίδιο το Θεό. Δηλαδή να αυτοσυγκεντρωθούμε και να σκεφτούμε αυτό που πρόκειται να έρθει, το δώρο που θα πάρουμε και που για χάρη του απαρνούμαστε όλα τ' άλλα δώρα.

Ύστερα απ' όσα είπαμε, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι όσο περιορισμένη και αν είναι η νηστεία μας - εφ' όσον είναι αληθινή νηστεία - θα μας οδηγήσει στον πειρασμό, στην αδυναμία, στην αμφιβολία και στον ερεθισμό. Μ' άλλα λόγια δηλαδή θα είναι μια πραγματική μάχη και πιθανόν ν' αποτύχουμε πολλές φορές. Αλλά αν ανακαλύψουμε ότι η χριστιανική ζωή είναι μάχη και προσπάθεια, τότε βρήκαμε το βασικό στοιχείο της νηστείας. Μια πίστη που δεν έχει ξεπεράσει τις αμφιβολίες και τον πειρασμό σπάνια μπορεί να θεωρηθεί αληθινή πίστη. Δυστυχώς, δεν υπάρχει καμιά πρόοδος στη χριστιανική ζωή χωρίς την πικρή εμπειρία της αποτυχίας. Πάρα πολλοί άνθρωποι αρχίζουν να νηστεύουν με ενθουσιασμό και σταματούν μετά την πρώτη αποτυχία. Θα μπορούσα να πω ότι ακριβώς σ' αυτή την πρώτη αποτυχία έρχεται η πραγματική δοκιμή. Αν μετά την αποτυχία και την συνθηκολόγηση με τις ορέξεις μας και τα πάθη μας ξαναγυρίσουμε όλα απ' την αρχή και δεν υποχωρήσουμε όσες φορές κι αν αποτύχουμε, αργά ή γρήγορα η νηστεία μας θα φέρει τους πνευματικούς καρπούς της. Ανάμεσα στην αγιότητα και τον απαγοητευτικό κυνισμό βρίσκεται η μεγάλη και θεϊκή αρετή της υπομονής - υπομονή πρώτα απ' όλα για τον εαυτό μας. Δεν υπάρχει σύντομος δρόμος για την αγιότητα· για κάθε σκαλοπάτι πρέπει να πληρώσουμε ολόκληρο το αντίτιμο. Έτσι, το καλύτερο και ασφαλέστερο είναι ν' αρχίσουμε με το ελάχιστο - ακριβώς λίγο πάνω από τις φυσικές μας δυνατότητες - και ν' αυξήσουμε τις προσπάθειές μας λίγο λίγο, παρά να επιχειρήσουμε πηδήματα σε μεγάλα ύψη στην αρχή και να σπάσουμε μερικά κόκκαλα πέφτοντας στή γή!

Σαν συμπέρασμα: από μια συμβατική και τυπική νηστεία - δηλαδή νηστεία από υποχρέωση και συνήθεια - πρέπει να γυρίσουμε στην πραγματική νηστεία. Ας είναι περιορισμένη και ταπεινή αλλά να είναι συνεχής και αποφασιστική. Ας αντιμετωπίσουμε έντιμα τις πνευματικές και φυσικές μας δυνατότητες και ας ενεργήσουμε ανάλογα· ας θυμόμαστε πάντως ότι δεν μπορούμε να νηστέψουμε χωρίς να προκαλέσουμε αυτές τίς δυνατότητες, χωρίς να ενεργοποιήσουμε στή ζωή μας τα θεϊκά λόγια «τα αδύνατα παρ' ανθρώποις δυνατά εστί παρά τω Θεώ».


Πηγή: http://www.myriobiblos.gr
Α. Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή - Πορεία προς το Πάσχα, μτφρ. Ελένη Γκανούρη, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1999.

Συμμετοχή στις Ακολουθίες της Μεγάλης Σαρακοστής

Έχουμε ξαναπεί ότι κανένας δεν μπορεί να παρακολουθήσει ολόκληρο το λατρευτικό κύκλο της Μεγάλης Σαρακοστής. Ο καθένας όμως μπορεί να παρακολουθήσει μερικές έστω ακολουθίες. Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για κείνους που στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής δεν αυξάνουν το χρόνο για παρακολούθηση και συμμετοχή στη Θεία Λατρεία. Εδώ και πάλι οι προσωπικές συνθήκες, οι ατομικές δυνατότητες και αδυναμίες μπορεί να ποικίλουν και να οδηγούν σε διάφορες αποφάσεις· αλλά είναι ανάγκη να υπάρξει μια απόφαση, είναι ανάγκη να γίνει μια προσπάθεια, να υπάρξει μια σταθερή επιδίωξη.

Από την πλευρά της λειτουργικής ζωής μπορούμε εμείς να προτείνουμε το κατώτατο όριο παρακολούθησης όχι με σκοπό την πνευματικά καταστρεπτική αίσθηση ότι έχουμε εκπληρώσει μια υποχρέωσή μας, αλλά να πάρουμε τουλάχιστον τα στοιχειώδη από το λειτουργικό πνεύμα της Σαρακοστής.

Πρώτα πρώτα θα πρέπει, στα πλαίσια της ενορίας, να γίνει κάποια ειδική προσπάθεια για μια ανάλογη γιορταστική τέλεση του Εσπερινού της Κυριακής της Συγγνώμης. Είναι στ' αλήθεια τραγικό το ότι σε πολλές εκκλησίες αυτή η ακολουθία ή δεν γίνεται καθόλου ή δεν της δίνουν όση φροντίδα και προσοχή της αρμόζει. Θα πρέπει να γίνει, η ακολουθία αυτή, μια από τις πιο μεγάλες ετήσιες εκδηλώσεις της ενορίας και σαν τέτοια να προετοιμάζεται ανάλογα. Η προετοιμασία μπορεί να περιλάβει τη σχετική εξάσκηση των ψαλτών, την εξήγηση του νοήματος της ακολουθίας με κηρύγματα ή άρθρα σε ενοριακά φυλλάδια, τον προγραμματισμό για την τέλεσή της σε ώρα που οι περισσότεροι από τους ενορίτες να μπορούν να την παρακολουθήσουν. Με άλλα λόγια δηλαδή να γίνει η ακολουθία αυτή ένα αληθινό πνευματικό γεγονός. Γιατί το επαναλαμβάνουμε, τίποτε περισσότερο από την ακολουθία αυτή δέν φανερώνει το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής, σαν κρίση μετάνοιας, συμφιλίωσης, σαν ένα ξεκίνημα όλων μαζί για το κοινό ταξίδι.

Η επόμενη προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην πρώτη εβδομάδα των Νηστειών. Ειδική προσπάθεια πρέπει να γίνει για ταν παρακολούθηση τουλάχιστον μια ή δυό φορές του Μεγάλου Κανόνα του αγίου Ανδρέα. Όπως έχουμε πει, οι λατρευτικές εκδηλώσεις αυτών των πρώτων ημερών πρόκειται να μας μεταφέρουν στην πνευματική διάθεση της Σαρακοστής την οποία έχουμε περιγράψει σαν «χαρμολύπη».

Κατόπιν, στην όλη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής είναι επιτακτική ανάγκη να δώσουμε ένα, τουλάχιστον, απόγευμα για να παρακολουθήσουμε τη Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων με όλα τα πνευματικά βιώματα που συνεπάγεται -τη γενική νηστεία, τη μετατροπή, τουλάχιστον, μιας μέρας σε αληθινή προσδοκία της κρίσης και της χαράς. Καμιά αναφορά στις συνθήκες της ζωής, στην έλλειψη χρόνου κλπ., δεν γίνεται δεχτή σ' αυτό το σημείο, γιατί, αν κάνουμε μόνο αυτό που πολύ εύκολα «ταιριάζει» στις συνθήκες της ζωής μας, τότε κάθε αντίληψη προσπάθειας μέσα στη Σαρακοστή χάνει τελείως το νόημά της.

Όχι μόνο στον 20ο αιώνα, αλλά πραγματικά από την εποχή του Αδάμ και της Εύας τούτος ο κόσμος ήταν πάντα ένα μεγάλο εμπόδιο για την εφαρμογή των εντολών του Θεού. Έτσι, λοιπόν, τίποτε το καινούργιο, ή το ειδικό, δεν υπάρχει στο μοντέρνο τρόπο ζωής μας! Τελικά όλα εξαρτώνται και πάλι από το αν παίρνουμε ή όχι στα σοβαρά την πίστη μας. Και αν ναι, τότε οκτώ ή δέκα πάρα πάνω φορές το χρόνο στην Εκκλησία είναι, στ' αλήθεια, μια ελάχιστη προσπάθεια. Αν όμως στερηθούμε και αυτές τις ελάχιστες φορές, τότε στερούμε από τον εαυτό μας όχι μόνο την ομορφιά και το βάθος των ακολουθιών αυτών, όχι μόνο μια αναντικατάστατη πνευματική έμπνευση και βοήθεια, αλλά του στερούμε αυτό - όπως θα δούμε πάρα κάτω - που κάνει τη νηστεία να έχει σημασία και αποτελεσματικότητα.


Πηγή: http://www.myriobiblos.gr
Α. Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή - Πορεία προς το Πάσχα, μτφρ. Ελένη Γκανούρη, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1999.

«Ας την πάρουμε στα σοβαρά...»

Μέχρι τώρα [στα προηγούμενα κεφάλαια του έργου] μιλήσαμε για τη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τη Μεγάλη Σαρακοστή όπως μας μεταδίδεται κυρίως μέσα από τη λατρεία αυτής της περιόδου. Τώρα μπορεί κανείς να ρωτήσει: Πώς είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη ζωή μας αυτή τη διδασκαλία; Πώς θα μπορούσε η Μεγάλη Σαρακοστή να έχει όχι μια απλή επιφανειακή αλλά μια αληθινή επίδραση στην ύπαρξή μας;

Τούτη η ζωή είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή των ανθρώπων εκείνων που ζούσαν τον καιρό που γράφονταν αυτοί οι ύμνοι και οι ακολουθίες και συντάσσονταν οι κανόνες και τα τυπικά. Ζούσε τότε κανείς σε μια σχετικά μικρή καί βασικά αγροτική κοινωνία, μέσα σ' ένα οργανωμένο ορθόδοξο κόσμο και η Εκκλησία διαμόρφωνε το γενικό ρυθμό της ζωής του. Τώρα όμως ζούμε σε τεράστια αστικά κέντρα, σε τεχνοκρατούμενες κοινωνίες, πληθωρικές στα θρησκευτικά «πιστεύω» τους με εκκοσμικευμένες απόψεις για τον κόσμο και μέσα σ' αυτές εμείς οι ορθόδοξοι αποτελούμε μια ασήμαντη μειονότητα. Η Μεγάλη Σαρακοστή δεν είναι πια «αισθητή» όπως ήταν παλιά στην Ελλάδα ή στην Ρωσία, ας πούμε. Η ερώτησή μας λοιπόν είναι πολύ ουσιαστική: πώς μπορούμε εμείς -πέρα από το να κάνουμε μια ή δυο «συμβατικές» αλλαγές στην καθημερινή ζωή μας - να τηρήσουμε τή Σαρακοστή;

Είναι φανερό, λόγου χάρη, ότι για τους πιο πολλούς από τους πιστούς το να παρακολουθούν καθημερινά τις ακολουθίες αυτής της περιόδου είναι πέρα από κάθε συζήτηση. Εξακολουθούν, φυσικά να εκκλησιάζονται την Κυριακή, αλλά, όπως έχουμε πεί, τις Κυριακές της Σαρακοστής η Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον εξωτερικά, δεν αντανακλά κάτι από τη Μεγάλη Σαρακοστή και έτσι δεν μπορεί κανείς να έχει ούτε καν την αίσθηση του λατρευτικού τυπικού της Σαρακοστής, δεδομένου μάλιστα ότι η λατρεία είναι το μόνο μέσο που μας μεταφέρει στο πνεύμα της Σαρακοστής. Και εφ' όσον η Σαρακοστή με κανένα τρόπο δεν χρωματίζει τον πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε, δεν είναι ν' απορεί κανείς που αρνητικά καταλαβαίνουμε τη Σαρακοστή· δηλαδή, σαν μια περίοδο στην οποία απαγορεύονται μερικά πράγματα, όπως το κρέας, τα λίπη, οι χοροί και οι διασκεδάσεις. Η συνηθισμένη ερώτηση: «τι προσπαθείς να στερηθείς τούτη τη Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια την αρνητική προσέγγιση της Σαρακοστής. Σαν Θετική προσέγγιση, θεωρείται η αντίληψη ότι η Σαρακοστή είναι ο καιρός για την πραγματοποίηση της ετήσιας «υποχρέωσης» της Εξομολόγησης και της θείας Κοινωνίας («... και όχι αργότερα από την Κυριακή των Βαΐων...» έγραφε ένα φυλλαδιάκι μιας ενορίας). Και αφού εκπληρωθεί αυτή η υποχρέωση τότε το υπόλοιπο της Σαρακοστής φαίνεται να χάνει όλα τα θετικά νοήματα.

Έτσι είναι φανερό ότι έχει αναπτυχτεί μια, μάλλον βαθιά, διαφωνία ανάμεσα στο πνεύμα ή τη «θεωρία» της Σαρακοστής, που προσπαθούμε να σκιαγραφήσουμε με βάση τη λατρεία, και στην κοινή και συνηθισμένη αντίληψη που επικρατεί και υποστηρίζεται όχι μόνο από τους λαϊκούς αλλά ακόμα και από τους ίδιους τους κληρικούς. Γιατί είναι πάντοτε πολύ πιο εύκολο να περιορίσεις κάτι πνευματικό μέσα σε κάτι τυπικό παρά ν' αναζητήσεις το πνευματικό μέσα στο τυπικό. Μπορούμε να πούμε, χωρίς καμιά υπερβολή, ότι αν και η Μεγάλη Σαρακοστή «τηρείται" ακόμα, όμως έχει χάσει την επίδρασή της στη ζωή μας, σταμάτησε να είναι το λουτρό της μετανοίας και της ανανέωσης που είχε σαν σκοπό της, σύμφωνα με τη λειτουργική καί πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Αλλά τότε, μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε και να ξανακάνουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή μια πνευματική δύναμη για την καθημερινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας; Η απάντηση σ' αυτή την ερώτηση εξαρτάται πρώτα πρώτα - θα έλεγα και μοναδικά - από το αν επιθυμούμε να πάρουμε στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή ή όχι. Όσο και αν είναι νέες ή διαφορετικές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε σήμερα, όσο και αν είναι πραγματικές οι δυσκολίες και τα εμπόδια που υψώνονται από το σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε απ' αυτό δεν αποτελεί αμετάκλητο εμπόδιο, τίποτε δεν κάνει τη Μεγάλη Σαρακοστή «αδύνατη».

Η πραγματική αιτία για την οποία βαθμιαία χάνουμε την επίδραση της Σαρακοστής στη ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Είναι η δική μας συνειδητή ή ασυνείδητη μείωση της θρησκείας σε ένα επιπόλαιο τυπικισμό και συμβολισμό, πράγμα που αποτελεί ακριβώς το ξεστράτισμα και μετριάζει τη σοβαρότητα των απαιτήσεων της θρησκείας από τη ζωή μας, την αίτηση για δέσμευση και προσπάθεια.

Αυτή η μείωση, θα πρέπει να προσθέσουμε, είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιόμορφη στην Ορθοδοξία. Οι χριστιανοί της Δύσης, Καθολικοί ή Προτεστάντες, όταν αντιμετωπίζουν αυτό που εκείνοι θεωρούν «αδύνατον» αλλάζουν την ίδια τη θρησκεία, τήν «προσαρμόζουν» στις νέες συνθήκες έτσι ώστε να την κάνουν «εφαρμόσιμη». Πρόσφατα, λόγου χάρη, είδαμε τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πρώτα να ελαττώνει τη νηστεία στο κατώτατο όριο και ύστερα να την ξεφορτώνεται τελείως. Με σωστή και δικαιολογημένη αγανάκτηση, καταγγέλουμε μια τέτοια «προσαρμογή» σαν προδοσία της χριστιανικής παράδοσης και σαν περιοσμό στο ελάχιστο της χριστιανικής πίστης. Και πραγματικά, η αλήθεια και η δόξα της Ορθοδοξίας είναι ότι δεν «προσαρμοζεται» και δεν συμβιβάζεται με τις χαμηλότερες επιδιώξεις και δεν κάνει το Χριστιανισμό «εύκολο». Αυτό είναι η δόξα για την Ορθοδοξία αλλά φυσικά, όχι για μας, τους ορθόδοξους. Δεν είναι σήμερα, ούτε και χθές, αλλά πολύ παλιότερα που βρήκαμε ένα τρόπο να συμφιλιώνουμε τις απόλυτες απαιτήσεις της Εκκλησίας με την ανθρώπινη αδυναμία μας· και αυτό δεν γίνεται μόνο με «απώλεια του προσώπου» αλλά και με πρόσθετες αφορμές για αυτοδικαίωση και ήσυχη συνείδηση. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η εκπλήρωση αυτών των απαιτήσεων συμβατικά, και ο συμβολικός τυπικισμός που διαποτίζει σήμερα όλη τη θρησκευτική μας ζωή. Έτσι, λόγου χάρη, δε θα σκεπτόμασταν ποτέ να αναθεωρήσουμε τη Λειτουργία μας καί τους μοναστικούς κανονισμούς της - Θεός φυλάξοι! - θα συνεχίζαμε όμως να ονομάζουμε την ακολουθία της μιας ώρας «ολονύκτια αγρυπνία» και υπερήφανα θα εξηγούσαμε ότι αυτή είναι η ίδια ακολουθία που έκαναν οι μοναχοί στη Λαύρα του Αγίου Σάββα τον 9ο αιώνα! Σε σχέση με τη Μεγ. Σαρακοστή, αντί να κάνουμε ουσιαστικές ερωτήσεις -«τι είναι νηστεία; ή «τι είναι Σαρακοστή»;- εμείς ικανοποιούμαστε με τα σύμβολά της. Στα εκκλησιαστικά περιοδικά και φυλλάδια εμφανίζονται συνταγές για «ένα υπέροχο νηστήσιμο πιάτο»! Μπορεί ακόμα η ενορία και να συγκεντρώσει μερικά πάρα πάνω χρήματα οργανώνοντας ένα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανό γεύμα». Είναι τόσα πολλά εκείνα που στις εκκλησίες μας εξηγούνται συμβολικά σαν ενδιαφέροντα, πολύχρωμα και διασκεδαστικά έθιμα και παραδόσεις, σαν κάτι δηλαδή που μας δένει όχι τόσο πολύ με το Θεό και με μια νέα ζωή «εν Αυτώ», όσο με το παρελθόν και τις συνήθειες των προγόνων μας, ώστε γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απ' αυτά τα λαϊκά έθιμα τη σοβαρότητα της θρησκείας σε όλη της την έκταση.

Θέλω να τονίσω ότι δεν υπάρχει τίποτε το άσχημο στα διάφορα έθιμα. Όταν αυτά πρωτοεμφανίστηκαν ήταν τα μέσα με τα οποία η κοινωνία μπορούσε να δείξει ότι έπαιρνε στα σοβαρά τή θρησκεία. Τότε τα έθιμα δεν ήταν σύμβολα, αλλά η ίδια η ζωή. Αυτό που συνέβηκε πάντως ήταν το ότι καθώς άλλαξε η ζωή και έπαψε λίγο λίγο η θρησκεία να τη διαμορφώνει στην ολότητά της, λίγα από τα έθιμα διασώθηκαν σαν σύμβολα ενός τρόπου ζωής που δεν υπήρχε πια. Και αυτό που διασώθηκε ήταν εκείνο που, αφ' ενός είναι έντονα ζωντανό και αφ' ετέρου είναι λιγότερο δύσκολο. Ο πνευματικός κίνδυνος εδώ είναι ότι σιγά σιγά αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει τη θρησκεία σαν ένα σύστημα από σύμβολα και έθιμα μάλλον παρά να ερμηνεύει όλα αυτά σαν μια πρόκληση για πνευματική ανανέωση καί προσπάθεια.

Μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια που γίνεται για να προετοιμάζονται νηστήσιμα φαγητα ή για το πασχαλινό τραπέζι, παρά για τη νηστεία και τη συμμετοχή στήν πνευματική πραγματικότητα του Πάσχα. Αυτό σημαίνει ότι, όσο τα έθιμα και οι παραδόσεις δε συνδεθούν και πάλι με τη γενική θρησκευτική αντίληψη από την οποία προέρχονται, όσο δηλαδή δεν παίρνουμε στα σοβαρά τα σύμβολα, η Εκκλησία θα παραμένει χωρισμένη από τη ζωή και δεν θα την επηρεάζει καθόλου. Αντί να παριστάνουμε με σύμβολα την «πλούσια κληρονομιά» μας καιρός είναι ν' αρχίσουμε να την ενσωματώνουμε στην καθημερινή ζωή μας.

Το να πάρουμε λοιπόν στα σοβαρά τη Μεγάλη Σαρακοστή σημαίνει ότι θα τη θεωρούμε, πρώτα απ' όλα με την πιο βαθιά έννοια, μια πνευματική πρόκληση που απαιτεί αντίδραση, απόφαση, πρόγραμμα και συνεχή προσπάθεια. Kαι ακριβώς για το λόγο αύτό, όπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν από την Εκκλησία οι εβδομάδες προετοιμασίας για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Η περίοδος αυτή είναι καιρός για δράση, για απόφαση, για προγραμματισμό. Και ο καλύτερος και ευκολότερος τρόπος είναι ν' ακολουθήσουμε την καθοδήγηση της Εκκλησίας που είναι η με- λέτη και ο στοχασμός πάνω στα πέντε ευαγγελικά θέματα που μας προσφέρονται τις πέντε Κυριακές της περιόδου πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Τα θέματα αυτά είναι: η διακαής επιθυμία (Ζακχαίος), η ταπείνωση (Τελώνης και φαρισαίος), επιστροφή από την εξορία (Άσωτος), η κρίση (Κυριακή της Απόκρεω) και η συγχωρητικότητα (Κυριακή της Τυροφάγου). Αυτές οι ευαγγελικές περικοπές δεν διαβάζονται μόνο και μόνο για ν' ακουστούν στην Εκκλησία· σκοπός είναι να τις «πάρω μαζί μου στο σπίτι» και να στοχαστώ πάνω σ' αυτές σχετίζοντάς τις μαλιστα με τη ζωή μου, την οικογενειακή μου κατάσταση, τις επαγγελματικές ύποχρεώσεις μου, το ενδιαφέρον μου για τα υλικά πράγματα, τις σχέσεις μου με τους συγκεκριμένους ανθρώπους με τους οποίους ζω. Αν σ' αυτή την προσπάθεια περισυλλογής προσθέσει κανείς και την προσευχή αυτής της περιόδου: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα...» και τον ψαλμό 136 «επί των ποταμών της Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν...» μπορεί να καταλάβουμε τι σημαίνει να «νιώθεις ότι είσαι με την Εκκλησία», και πώς μπορεί μια λειτουργική περίοδος να χρωματίσει τη καθημερινή ζωή. Επίσης είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να διαβάσει κανείς κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ο σκοπός δε αυτού του διαβάσματος δεν είναι μόνο ν' αυξήσουμε τις θρησκευτικές γνώσεις μας· είναι βασικά να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ' όλα όσα συνήθως το πλημμυρίζουν. Είναι πραγματικά απίστευτο πόσο στο μυαλό μας συνωστίζονται όλων των ειδών οι έννοιες, τα ενδιαφέροντα, οι αγωνίες και οι εντυπώσεις και πόσο ελάχιστο έλεγχο ασκούμε πάνω σ' όλα αυτά. Διαβάζοντας ένα θρησκευτικό βιβλίο συγκεντρώνουμε την προσοχή μας σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το συνηθισμένο περιεχόμενο των σκέψεών μας· δημιουργείται έτσι μια άλλη διανοητική και πνευματική ατμόσφαιρα. Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι «συνταγές» ίσως να υπάρχουν άλλοι τρόποι για να προετοιμαστεί κανείς για τη Σαρακοστή. Το βασικό σημείο είναι ότι, στη διάρκεια αυτής της περιόδου βλέπουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή σαν να βρίσκεται σε κάποια απόσταση, σαν κάτι δηλαδή που ακόμα έρχεται και που μας το στέλνει ο ίδιος ο Θεός σαν ευκαιρία για αλλαγή, για ανανέωση, για εμβάθυνση, και ότι παίρνουμε αυτή την επερχόμενη ευκαιρία πολύ στα σοβαρά. Έτσι, όταν την Κυριακή της Συγγνώμης αφήνουμε το σπίτι μας και πάμε στον Εσπερινό, μπορεί να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε δικά μας - έστω και για λίγο - τα λόγια από το Μεγάλο Προκείμενο που ανοίγει τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Mη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι...


Πηγή: http://www.myriobiblos.gr

Γεώργιος Θ. Ζώρας, Ελληνική Δημιουργία, αρ. 61, 1950

 

 

Ασχολούμενος άλλοτε με το θέμα της Παναγίας και της συλλογής «Άνθη ευλαβείας» (1) έγραφα ότι, η Παρθένος, η γλυκεία μήτηρ του Θεανθρώπου, σύμβολον αγιωσύνης και αγνότητος, αλλά ταυτοχρόνως και μητρικής αγάπης και πόνου, απετέλεσεν εις όλας τας εποχάς θέμα ιδιαιτέρως προσφιλές εις τους ποιητάς, από των πρώτων χριστιανικών χρόνων μέχρι της εποχής μας, και εις την ορθόδοξον Ανατολήν και εις την καθολικήν Δύσιν.

Εις την φιλολογίαν αυτήν, την πρώτην θέσιν κατέχει αναμφιβόλως η βυζαντινή υμνογραφία. Ουδέποτε άλλοτε η μορφή της Θεοτόκου εύρε τόσον υψηλόν, τόσον λυρικόν και τόσον εμπνευσμένον από βαθυτάτην πίστιν ύμνον:

Χαίρε, δι’ ης η χαρά εκλάμψει,
Χαίρε, δι’ ης η αρά εκλείψει…
Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς,
Χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς

.......

 

Βύρων Κωνσταντάρας, Ελληνική Δημιουργία, τ. 61, 1950

Σε καμμιά πόλη στον κόσμο δεν λατρεύτηκε η Παναγία τόσο, όσο εδώ στην Αθήνα, και καμμιά πόλη ανάλογα με τον πληθυσμό της, δεν είχε τόσες εκκλησίες και Μοναστήρια κτισμένα στ’ όνομα της Θεομήτορος, όσα είχαν άλλοτε αι Αθήναι. Αυτό νομίζω πως οφείλεται σε δυο αξιοπρόσεχτα γεγονότα. Γεγονότα π’ έχουν συνδέσει την Παναγία με την πόλη του Φωτός και του Πνεύματος.

Ερχόμεθα στο πρώτο. Όπως μας λέγει η παράδοση της πίστης μας, όταν ο Χριστός αποφάσισε να πάρει από τον πρόσκαιρο κόσμο την Μητέρα του για να την έχει πλάϊ του, την ειδοποίησε τρεις μέρες πριν μ’ έναν Άγγελο Του. Μετά το άγγελμα αυτό, η Μεγαλόχαρη ανέβηκε στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει το παιδί της. Ταυτόχρονα νεφέλαι άρπαξαν από τα πέρατα της γης τους Αποστόλους και τους έφεραν στο σπίτι της Παναγίας για να παρευρίσκωνται κατά την κοίμησή Της, και εκεί άραντες το σώμα με ύμνους και ψαλμούς έφεραν εις το Χωρίον Γεθσημανή, και έθαψαν το πανάχραντό της σώμα.

Αι νεφέλαι τότε συνάρπαξαν μαζί με τους Αγίους Αποστόλους, και ένα σοφό Αθηναίο Βουλευτή και Αρειοπαγίτη, τον Ιερόθεο, για να παρευρίσκεται και αυτός στην εκφορά, σαν ένας εκπρόσωπος της πρωτεύουσας πόλης του κόσμου. Ο τόσο αδικοξεχασμένος σοφός Αθηναίος Ιερόθεος, ήταν κατά την γνώμη μερικών Εκκλησιαστικών ιστορικών, ο πρώτος Αθηναίος που κατηχήθηκε στην πίστη του Χριστού, από αυτόν τον Απόστολο Παύλο. Λέγουν μάλιστα ότι χειροτονήθηκε και πρώτος Επίσκοπος Αθηνών, και ότι αυτός έπειτα μυσταγωγεί στη νέα πίστη τον Θείο Διονύσιο. Τον Ιερόθεο αποκαλούν ακόμα και «έξαρχον των θείων υμνωδιών». Αλλά και αυτός ο Άγιος Διονύσιος εις το έργον του «Περί Θείων Ονομάτων» (Κεφ. Γ) λέγει για τον Ιερόθεο: «Όλος εκδημών, όλος εξιστάμενος εαυτού, και την προς τα υμνούμενα κοινωνίαν πάσχων, και παρά πάντων ηκούετο και εωράτο γνωρίμων και μη γνωρίμων, θεόληπτος είναι και θείος υμνολόγος κρινόμενος».

Με αυτό το γεγονός, που παρευρέθηκε στην κοίμηση της Θεοτόκου ένας σοφός από τους Αθηναίους τόσο κολακεύθηκαν, ώστε θεώρησαν την Μεγαλόχαρη σαν κάτι δικό τους. Τον πρώτο Χριστιανικό Ναό που δημιουργούν στας Αθήνας, ίσως στον πρώτο αιώνα μ.Χ., κάτω από το πέλμα των Ρωμαίων και τον κατατρεγμό των Εθνικών, τον αφιέρωσαν στ’ όνομα της Παναγίας. Ο Γερμανός ιστορικός Φερδινάνδος Γρηγορόβιος μας ιστορεί, πως στας Αθήνας οι πρώτοι Χριστιανοί, ανοικοδομούν Ναό της Αθηναίας Παναγίας. Ότι εκεί εφυλάσσετο η Εικόνα της, που πρωτοζωγράφισε ο Απόστολος Λουκάς. Η περίφημη αυτή εικόνα στην μετέπειτα εποχή, και επί Αυτοκρατορίας του Θεοδοσίου του μεγάλου, μεταφέρεται στην Τραπεζούντα, από δύο Αθηναίους Οσίους, Βαρνάβα και Σωφρόνιο. Εκεί την τοποθέτησαν σ’ ένα Μοναστήρι πάνω στο όρος Σουμελά. Το γνωστό και θαυματουργό στην Βυζαντινή εποχή ως «η Μονή της Παναγίας του Σουμελά».

Το βέβαιο είναι πως ο Απόστολος Λουκάς θα έμενε και στας Αθήνας, αφού τα περσότερα στερνά του χρόνια τα πέρασε στην Αχαΐα, και ίσως να πέθανε στας Πάτρας υπέργηρος 86 χρονών . Ίσως και η εικόνα του με τη Μεγαλόχαρη να είχε τον Αθηναϊκόν της τύπο. Την περίφημη όμως εικόνα, έργο και πόνημα του Αποστόλου Λουκά, την διεκδικούν πολλές πόλεις, Εκκλησιές και Μοναστήρια. Ασφαλώς και αυτή θα κατέληξε στην Κωνσταντινούπολι όπου συνήθιζαν οι Αυτοκράτορες να συγκεντρώνουν, όλα τα Άγια και τα Ιερά της απέραντης Αυτοκρατορίας των.

Αυτός ο πρώτος Αθηναϊκός Ναός, που μνημονεύει ο Γρηγορόβιος, ίσως νάταν η πανάρχαια Εκκλησία Η Μεγάλη Παναγιά, που σώθηκε ως την απελευθέρωσή μας, κτισμένη πάνω στις βάσεις της παλιάς. Τον Ναό αυτό κατεδαφίσαμε εμείς, οι ελεύθεροι πλέον Έλληνες προ ενός αιώνος. Είναι κι αυτό ένα από τα πάμπολλα εγκλήματα που διεπράξαμε κατά των Βυζαντινών Μνημείων της πόλης μας. Η Μεγάλη Παναγία βρισκόταν στο τετράγωνο του Αδριανού (Παλαιά Αγορά). Ήταν στολισμένη με θαυμάσιες Βυζαντινές τοιχογραφίες, και ένα μέρος απ’ αυτές αντέγραψε ο Bute όπως και ο Couchand όπως βλέπουμε στο έργο του «Choix d’ Eglises Byzantine en Grιce». Την κατεδάφισε για αρχαιολογικές ανασκαφές η Αρχαιολογική Εταιρεία. Επίσης τη Μεγάλη Παναγιά αναφέρει και ο αείμνηστος Επίσκοπος Μεσσηνίας Πανάρετος, και λέγει πως ονομάσθηκε Μεγάλη Παναγιά, γιατί εκτός από την αρχαιότητά της, υπήρχε εκεί φυλαγμένη η αρχαιοτάτη εικόνα των Αθηνών, έργον και ιστόρημα του Αποστόλου Λουκά. Ο Ιεράρχης όμως τοποθετεί την οικοδομή της μεταξύ του Δ’ και Ε’ αιώνος. Καταλήγει δε με τα ακόλουθα αποκαρδιωτικά: «Το τετράγωνον του Αδριανού εν ω κείται η Εκκλησία της Μεγάλης Παναγίας, απαλλασσόμενον μετ’ ου πολύ, των αγοραίων ασχημιών, παραδίδεται τη Αρχαιολογική Εταιρεία. Δεν πιστεύω τα αξιότιμα Μέλη να διατάξωσι τον εξαφανισμόν του ιστορικού Χριστιανικού Μνημείου συμμερισθέντας καθ’ όλους τους αιώνας τα δυστυχήματα και τας πικράς περιπετείας των Αθηνών».

###

Ερχόμεθα τώρα εις το δεύτερον γεγονός, του δεσμού της Παναγίας με την πόλη μας. Οι αρχαίοι Αθηναίοι λάτρευαν περισσότερο απ’ όλους τους Θεούς των, την Παρθένα Αθηνά, που ο Ναός της, ο Παρθενών, πάνω στο Βράχο ήταν το καύχημα και η περηφάνειά των. Όταν τέλος αυτός ο Ναός της Παρθένου Αθηνάς μετετράπηκε σε Εκκλησιά της Αειπαρθένου Μαρίας της Αθηναίας ή Αθηνιώτισσας, οι κάτοικοι της πόλης ενσυνείδητα νόμισαν και πίστεψαν, πως η Παρθένα Μαρία ήταν σαν συνέχεια της Παρθένας Θεάς Αθηνάς, προστάτρια της πόλης των. Νόμισαν ακόμα πως δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο Θείων γυναικών ένας κρίκος που συνέδεσε την παλιά με την νέα θρησκεία, και η νέα παρέσυρε εύκολα τον αρχαίο κόσμο στο νέο δόγμα του Χριστού.

 

Εξ άλλου η Αθηναία Παναγία, ή Αθηνιώτισσα, ηταν γνωστή σ’ όλο το Βυζάντιο, σαν κάτι ξέχωρο και θαυμαστό. Για τον τύπο της Αθηναίας Παναγίας έχουμε και ένα άλλο αξιοπρόσεχτο γεγονός. Ο ιστορικός Τάσος Νερούτσος, αναφέρει για μια θαυμάσια Αθηναϊκή εικόνα της Θεομήτορος, που μεταφέρθηκε απ’ εδώ στην Αίγυπτο. Αυτή η εικών ήταν η Αθηναία Παναγία η Γοργοεπήκοος, έργο προ του 11ου αιώνα. Περί αυτής λέγει αυτολεξί «σανίς μεγάλη πολυραγής, περίβρωτος και περίτριβος υπό του χρόνου». Παριστάνει την υπεραγίαν Θεοτόκον εις φυσικόν μέγεθος ορθίαν κατά τύπον αρχαϊκόν καθ’ όσον αποβλέπει την στάσιν την ευθυγραμμίαν, και την διάταξιν των πτυχών του ιματισμού. Η γραφή απομιμείται το άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου.

Αλλά δεν έχουμε κι’ άλλες μεταβυζαντινές και Βυζαντινές Εκκλησίες των Αθηνών που οι τοιχογραφίες των είναι εντελώς Ελληνικού τύπου; όπως της Αγίας Βαρβάρας στο Ψυχικό; Στον θόλο του Ναού απεκαλύφθηκε προ πέντε ετών [1945] μια μεγάλη τοιχογραφία με τον Ευαγγελισμοό,που ο Αρχάγγελος είναι εντελώς Ελληνικού τύπου. Τα πτερά του είναι διαφανή και οι πτυχές του χιτώνος του μαρτυρούν μια αρτία σωματική ανατομική διαύγεια. Η στάση του Αρχαγγέλου παρομοιάζει με το γνωστό ακέφαλο άγαλμα «η νίκη της Σαμοθράκης».επίσης όλη η τοιχογραφία πλαισιώνεται από κυγκλιδώματα εντελώς Ελληνικού ρυθμού.

Δεν γνωρίζομε πότε ακριβώς ο Παρθενών μετετράπηκε σε Εκκλησία της Θεομήτορος. Ίσως να έγινε στην εποχή του Θεοδοσίου του μικρού, που ως Αυτοκράτωρ πρόσταξε να καταστραφούν μέχρις εδάφους όλοι οι Ναοί των Εθνικών εδώ στας Αθήνας. Με την επέμβαση όμως της γυναικός του Ευδοκίας (Αθηναϊδος), ανέστειλε την πρώτη του διαταγή με νέα, που ώριζε, να μην καταστραφούν αλλά να κλεισθούν μέχρις ότου μεταβληθούν σε Χριστιανικές Εκκλησίες. Ο ιστορικός Σουρμελή, άγνωστο που βασιζόμενος, αναφέρει ότι τότε ο Ναός της Παρθένου Αθηνάς ωνομάσθηκε της Παρθένου Μαρίας, και ο Ναός του Ολυμπίου Διός (οι κολώνες) σε Ναό του Σωτήρος. Η παράδοση μας λέγει ακόμα πως η Αθηναία Αυγούστα, λάμπρυνε τας Αθήνας με δώδεκα μεγαλόπρεπες Εκκλησίες, που μεταξύ αυτών, μερικοί ιστορικοί συγκαταλέγουν τον ωραίο Βυζαντρινό Ναό «της Παναγίας Σώτηρας του Λυκοδήμου». Ο Ναός αυτός ανήκε αρχικά σε μια πανάρχαια αρχοντική οικογένεια των Λύκων ή Λυκοδήμων. Στην ίδια οικογένεια ανήκε και το «ιερό της Δήμητρας (Τελεστήριο)», δηλαδή στο μέρος πούναι τώρα η Μονή της Θεοτόκου της Καισαριανής. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ο αρχαίος Ναός έγινε Εκκλησία και Μοναστήρι. Από τα ανάγλυφα και την αρχιτεκτονική του ίσως ν’άγινε κατά τον 4ον ή 5ον αιώνα. Η Παναγία Σώτηρα του Λυκοδήμου είναι οικοδόμημα του Η’ ή Θ’ αιώνος, ίσως έργον της δευτέρας Αθηναίας Αυτοκράτειρας, της Ειρήνης της Αθηναίας, που κι’ αυτή κόσμησε την πατρίδα της με περίλαμπρους Ναούς. Αυτό είναι πιστευτό από τον αρχιτεκτονικό ρυθμό. Αναφέρω ειδικά γι’ αυτόν τον ωραίο Ναό, το μεγαλύτερο και ωραιότερο Βυζαντινό Μνημείο της πόλης μας, που βρίσκεται τώρα στα χέρια των Ρώσσων, δηλαδή το Ρωσσικό Ναό, την Αγία Τριάδα στην οδό Φιλελλήνων. Βρέθηκαν Έλληνες στην αρχή που χάρισαν το Μνημείο στους Ρώσσους προ ενός και πλέον αιώνος. Δυστυχώς στον πρώτο αιώνα της απελευθερώσεώς μας, η περιφρόνηση του νέου Έλληνα για τα Βυζαντινά του Μνημεία ήταν σε τέτοιο βαθμό, ώστε ασυνείδητα τα γκρέμιζε για ρυμοτομία και τα χάριζε σε ξένους σαν ν’άσαν αμπελοχώραφά του. Αυτό λίγο πολύ θάμοιαζε σαν εμείς μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης να χαρίζαμε τον Άγιο Δημήτριο ή άλλο Βυζαντινό Ναό της πόλης στους Σλαύους. Νομίζω πως είναι καιρός αυτός ο Ναός να επιστραφή μέ κάθε τρόπο στην πόλη των Αθηνών.

###

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας η τότε μικρή Αθήνα, είχε Εκκλησίες μόνο στ’ όνομα της Μεγαλόχαρης πάνω από τρείς δωδεκάδες. Οι σκλαβωμένοι Αθηναίοι κράτησαν με μεγάλη θεοσέβεια όλους τους Βυζαντινούς ναούς των προγόνων των, που οι περισσότεροι ήσαν αρχοντικοί οικογενειακοί και γνωστοί με τ’ όνομα του Κτήτορος. Όπως η Παναγιά του Αγγέλου (Μπενιζέλου) επί της οδού Φωκίωνος, η Παναγιά η Βλασαρού, η Παναγιά η Γοργοεπήκοος (ο σημερινός Άγιος Ελευθέριος) η Παναγιά της Δουρβέγαινας, η Κυρά του Κανδήλι, η Παναγιά Καπνικαρέα (Βυζαντινός Ναός του 9ου αιώνος, που σώθηκε από βέβαια κατεδάφηση, χάρις στην επέμβαση του Λουδοβίκου πατρός του Όθωνος), η Παναγιά Χρυσοκαστριώτισσα, η Κυμηγιάτισσα, η Σώτηρα του Λυκοδήμου (Ρωσ. Ναός). Η μεγάλη Παναγιά που αναφέραμε, η Παντάνασσα, η Παναγία η Πελεκαρίχη (Μητροπολιτικός Ναός επί Τουρκοκρατίας), Η Κυρά της Πέτρας, η Πυργιώτισσα, η Ροδακινιώτισσα, η Χρυσοροΐδενα (της οικογενείας Ροΐδη), η Ρούμπη, η Χρυσοσπηλιώτισσα και άλλες που για την περιγραφή των χρειάζεται ολόκληρο βιβλίο. Και τα περισσότερα Μεγάλα Μοναστήρια γύρω στην Αθήνα ήσαν αφιερωμένα στ’ όνομα της Μεγαλόχαρης, όπως τα δυο πανάρχαια της Καισαριανής και του Δαφνιού, τα εισόδια της Θεοτόκου, και η Κοίμησις της Θεοτόκου, και τα άλλα δύο μεγάλα Μεταβυζαντινά, της Πεντέλης και της Σαλαμίνος, και τα δύο αφιερωμένα στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

###

Στη Βυζαντινή εποχή και απ’ όλα τα Μοναστήρια και Εκκλησιές των Αθηνών, η πιο φημισμένη πούχε και πρωτεύουσα θέση στην Αυτοκρατορία, ήταν πάνω στο Βράχο η Παναγιά η Αθηνιώτισσα. Στην Αθηναία Παναγιά ήρθε μόνο και μόνο να προσευχηθή και να ευχαριστήσει τη Μεγαλόχαρη, για τις περίλαμπρες νίκες του ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος.

###

Ο Κεδρηνός μας ιστορεί: «κατέβη το1018 εις Θερμοπύλας, ένθα εθαύμασε τα κατά των βαρβάρων οχυρώματα, προέβη προς τον Σπερχιόν ένθα εξέπληξεν αυτόν το πλήθος των οστέων, λειψάνων των προ εικοσιτριπων ετών, υπό του Νικηφόρου Ουρανού αυτόθι κατατροπωθέντων Βουλγάρων. Μετά διευθύνθη εις τας Αθήνας, ένθα τα της νίκης ευχαριστήρια τη Θεοτόκω δους, και αναθέμασι πολλοίς λαμπροίς και πολυτελέσι κοσμήσας τον Ναόν, υπέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν».

Ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, που στις φλέβες του έρρεε αγνό Ελληνομακεδονικό αίμα, ήρθε εδώ πραγματικά οδηγούμενος από μια θεία βούληση. Ταξίδεψε ως την πόλη του φωτός, με μοναδικό σκοπό ν’ ανεβή στο θείο Βράχο. Πρώτα για να εκφράση στη Δέσποινα των Ουρανών, τα ευχαριστήριά του νικητήρια για την κατατρόπωση των Σλαύων, και ν’ αποδώσει το σεβασμό και θαυμασμό του στην αιώνια πόλη του πνεύματος, που τόσο συνετέλεσε στη μεγαλούργηση του Βυζαντίου, κι’ έπειτα να εναποθέσει εκεί ψηλά την ιδανική του ύπαρξη σαν εθνική κληρονομιά.

Ο θρυλικός Βασιλιάς, σαν να προαισθάνθηκε τη μελλοντική παρακμή, και περιοδική υποδούλωση του Έθνους του. Θα μάντευσε πως πάνω σ’ αυτό το βράχο θ’ αναγεννηθή ο Φοίνιξ της Φυλής του. Ανέβηκε ψηλά ν’ αφήση τον εαυτό του, και να μείνη σαν φόβητρο κατά των παλαιών του γνωρίμων. Όχι πια σαν Βυζαντινός «όρος», αλλά σαν ζωντανός Έλληνας στρατιώτης, σαν ακαταμάχητος ακρίτας, και τέλος σαν συνεχιστής της εποποιΐας εκείνου.


Πηγή: http://www.myriobiblos.gr

 

Εις το Γενέθλιον της Θεοτόκου

Σήμερα είναι τα προοίμια της παγκόσμιας χαράς. Σήμερα φύσηξε η δροσερή αύρα, που μας πληροφόρησε πως έρχεται η σωτηρία. Η στείρωσή μας γιατρεύτηκε, γιατί στείρα μητέρα γέννησε την Παναγία, που μέλλεται να δώσει σάρκα στον Θεό οπού θα δώσει τη σωτηρία στους πλανημένους ανθρώπους, ο Χριστός φιλάνθρωπος και λυτρωτής των ψυχών μας.

Η γέννησή σου Θεοτόκε, χαρά μήνυσε σ΄ όλη την οικουμένη· γιατί από σένα ανάτειλε ο ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός μας. Κ’ έλυσε την κατάρα κ’ έδωσε την ευλογία, κι’ αφού κατάργησε τον θάνατο, μας δώρισε τη ζωή την αιώνια.

Από τη ρίζα του Ιεσσαί (1) κι’ από τη μέση του Δαυΐδ η Μαριάμ η κόρη του Θεού γεννιέται σήμερα σε μας, και γίνεται καινούρια κι’ αγιασμένη όλη η φύση. Χαρήτε μαζί ο ουρανός με τη γη· υμνήστε την μαζί οι φυλές των εθνών. Ο Ιωακείμ ευφραίνεται κ’ η Άννα πανηγυρίζει κραυγάζοντας: Η στείρα γεννά τη Θεοτόκο και μητέρα της ζωής μας.

Ω, τι παράδοξο θαύμα! Η πηγή της ζωής από τη στείρα γεννιέται. Ευφραίνου Ιωακείμ, που γίνηκες πατέρας της Θεοτόκου, Δεν είναι άλλος κανένας σαν κ’ εσένα, από τους γονιούς που κάνανε παιδιά σε τούτον τον κόσμο. Γιατί η θεοδόχο Κόρη, του Θεού το σκήνωμα, το πανάγιον όρος, με σένα σε μας δωρήθηκε.

Εις τα Εισόδια της Θεοτόκου

Ο Ήλιος (2) άπλωσε τις ακτίνες του, βλέποντας τη νεφέλη του φωτός ν’ απλώνεται με γνέψιμο του Θεού μέσα στα άγια, από την οποία θα βρέξει συγχώρεση σε κείνους που χερσωθήκανε από την αμαρτία.

Τα νέφελα ας ράνουνε δικαιοσύνη σήμερα· γιατί απλώνεται μια θεϊκή νεφέλη στο ναό του Θεού σαν ν’άναι ουρανός, που θα στάξει γλυκασμό να γλυκάνει κάθε πίκρα στις ψυχές μας.

Σαν ν’άναι δροσερά λουλούδια, ας κόψουνε από τα νοητά λιβάδια κι’ από τα λόγια του Πνεύματος, κι ας πλέξουμε χαρμονικά στέφανα για την γιορτή της σαν δώρα γιορταστικά.

Εις τον Ευαγγελισμόν

Απάνω στην έμψυχο κιβωτό του Θεού ας μην αγγίζει ολότελα χέρι αμαρτωλό. Αλλά χείλια πιστά ας ψέλνουνε με αγαλλίαση, χωρίς να σωπάσουνε, σαν ν’άναι η φωνή του Αγγέλου κι’ ας φωνάζουνε: Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου.

Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου

Ω, τι παράδοξο θαύμα! Η πηγή της ζωής σε μνήμα αποθέτεται, κι’ ο τάφος σκάλα γίνεται που πάγει στον ουρανό.Ευφραίνου Γεθσημανή, η αγιασμένη εκκλησιά της Θεοτόκου. Ας κράξουμε οι πιστοί, έχοντες τον Γαβριήλ για ταξίαρχο: Κεχαριτωμένη, χαίρε, με σένα είναι ο Κύριος, που δωρίζει στον κόσμο με σένα το μέγα έλεος.

Την κοίμησή σου δοξάζουνε Εξουσίες, Θρόνοι, Αρχές, Κυριότητες, Δυνάμεις και Χερουβίμ και τα φρικτά Σεραφίμ. Αναγαλλιάζουνε οι άνθρωποι στολισμένοι για τη γιορτή σου. Προσκυνάνε οι βασιλιάδες, μαζί με τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους, και ψέλνουνε: Κεχαριτωμένη χαίρε, μαζί σου είναι ο Κύριος, που δωρίζει στον κόσμο με σένα το μέγα έλεος.

Στολισμένη με τη θεϊκή δόξα η ιερή και δοξασμένη, Παρθένε, μνήμη σου, κι’ όλους τους πίστους τους σύναξε για να ευφρανθούνε, και μπροστά απ’ όλους πηγαίνει η Μαριάμ (3) με χορό και με τύμπανα ψέλνοντας τον μονογενή σου, γιατί με δόξα δοξάσθηκε.

Τους δικούς σου υμνολόγους, Θεοτόκε, που συγκροτήσανε έναν πνευματικό θίασο, εσύ που είσαι ζωντανή κι’ άφθονη πηγή, στερέωσέ τους. Και στη θεϊκή δόξα σου αξίωσέ τους με στεφάνια δόξας να στεφανωθούνε.

Νικηθήκανε της φύσης οι νόμοι σε σένα, Παρθένε άχραντε. Γιατί σε σένα παρθενεύει η γέννα, και με τη ζωή σμίγει ο θάνατος. Εσύ που απόμεινες μετά τη γέννα Παρθένος και μετά θάνατο ζωντανή, σώζε παντοτινά, Θεοτόκε, την κληρονομία σου.

Απολυτίκιο

Στην γέννα σου την παρθενία εφύλαξες, στην κοίμησή σου τον κόσμο δεν τον άφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στη ζωή, γιατί είσαι μητέρα της ζωής και λυτρώνεις με τις πρεσβείες σου τις ψυχές μας από τον θάνατο.



Απο την Ερμηνείαν των Ζωγράφων:

Η Κοίμησις της Θεοτόκου

Οσπίτια, και εν τω μέσω η Παναγία κειμένη επί της κλίνης νεκρά, έχουσα επί του Παναγίου στήθους αυτής εσταυρωμένας τας θεοφόρους χείρας. Και πλησίον της κλίνης ένθεν και ένθεν μανουάλια με λαμπάδες ανημμένας. Ο δε Απόστολος Παύλος και ο Θεολόγος Ιωάννης παρά τους πόδας αυτής ασπάζονται αυτήν (4), και γύρωθεν οι λοιποί απόστολοι και οι άγιοι ιεράρχαι, Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, Ιερόθεος και Τιμόθεος βαστάζοντες Ευαγγέλια, και γυναίκες κλαίουσαι. Επάνωθεν δε αυτής ο Χριστός φέρων εις τας αγκάλας του την παναγίαν ψυχήν εν νεφέλη λευκή, και γύρωθεν αυτού ακτίνες φωτός και πλήθος αγγέλων. Και άνωθεν εις τον αέρα πάλιν οι δώδεκα Απόστολοι φερόμενοι επί νεφελών. Εις δε την δεξιάν άκραν του οσπιτίου ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός βαστών χαρτίον λέγει: «Αξίως ως έμψυχόν σε ουρανόν υπεδέξαντο ουράνια, Πάναγνε, θεία σκηνώματα...», και εις την αριστεράν ο άγιος Κοσμάς ο ποιητής βαστών και αυτός χαρτίον λέγει: «Γυναίκά σε θνητήν, αλλ’ υπερφυώς και μητέρα Θεού ειδότες, πανάμωμε, οι κλεινοί απόστολοι...»(5).

Περί του Χαρακτήρος της Θεοτόκου

Η υπεραγία Θεοτόκος εν τη ηλικία (6) τρίπηχυς, μακρόφρυς, μακρόριν, μακρόλαιμος, μακροδάκτυλος, εύστοχος ταπεινή, ασχημάτιστος (7), αβλάκατος (8), ιμάτια αυτόρραφα αγαπώσα (9), και τούτο μαρτυρεί το εαυτής μαφόριον το εν τω ναώ αυτής κείμενον.

___________________________

Σημειώσεις

1.- Ο Ιεσσαί ήτανε ο πατέρας του Δαυΐδ, κι’ από το γένος του Δαυΐδ ήτανε η Παναγία. Γι’ αυτό αλλού λέγεται η Παναγία «Ραβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί».

2.- Δηλ. ο Χριστός, ο ήλιος της δικαιοσύνης.

3.- Ο υμνογράφος πλέκει το όνομα της Παναγίας με το όνομα της αδελφής του Ααρών, και λέγει πως ανοίγει το χορό γύρω στο λείψανο της Παναγίας, όπως τον καιρό που περάσανε οι Εβραίοι την Ερυθρή θάλασσα: «Λαβούσα δε Μαριάμ η προφήτις η αδελφή του Ααρών το τύμπανον εν τη χειρί αυτής, και εξήλθοσαν πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής μετά τυμπάνων και χορών. Εξήρχε δε αυτών η Μαριάμ λέγουσα: «Άσωμεν τω Κυρίω, ενδόξως γαρ δεδόξασται. Ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν». (Έξοδ. ιε’, 20). Από τούτην την ιστορία επήρε έμπνευση κι’ ο Σολωμός κ’ έγραψε μέσα στον Ύμνο εις την Ελευθερία ετούτους τους στίχους, ιστορώντας το πνίξιμο των εχθρών στον Αχελώο:

«Α! Γιατί δεν έχω τώρα τη φωνή του Μωϋσή;

Μεγαλόφωνα, την ώρα όπου εσβυούντο οι μισητοί,

τον Θεόν ευχαριστούσε στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια αχολογούσε αναρίθμητος λαός.

Ακολουθά την αρμονία η αδελφή του Ααρών,

η προφήτισσα Μαρία, μ’ ένα τύμπανον τερπνόν,

και πηδούν όλες οι κόρες με τσ’ αγκάλες ανοιχτές,

τραγουδώντας ανθοφόρες με τα τύμπανα κ’ εκειές».

4.- Και ο απόστολος Πέτρος παρά την κεφαλήν της κλαίων και θυμιών. (συμπλήρ. Φ.Κ.)

5.- Στις περισσότερες τοιχογραφίες της Κοιμήσεως ο άγιος Κοσμάς γράφει στο χαρτί του: «Αμφεπονείτο αΰλων τέξις ουρανοβάμων εν Σιών το θείον σώμα σου...» (Φ.Κ.).

6.- δηλ. στο ανάστημα.

7.- απροσποίητη.

8.- απονήρευτη.

9.- δηλ. που τα έραβε μόνη της.


Πηγή: http://www.myriobiblos.gr

Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Οι άνθρωποι ταυτίζουν την πίστη στο Θεό με μία εσωτερική, βιωματική κατάσταση που πηγάζει από την παράδοση της κοινότητας στην οποία ο άνθρωπος είναι ενταγμένος, από την οικογένεια, από την αναζήτηση του καθενός, από τον φόβο και την ανάγκη, που ενισχύουν την ανθρώπινη αγωνία για στηρίγματα, τα οποία υπερβαίνουν τα όρια του αισθητού. Χωρίς να αρνείται κάποιος αυτές τις ταυτίσεις, εντούτοις δεν μπορεί παρά να σταθεί σε μία παράμετρο, η οποία μας διαφεύγει. Είναι η παιδεία, την οποία μας θυμίζει η χρονολογική συγκυρία να συνεορτάζουμε την μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων με την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Των αθλητών του Χριστού που δεν υπολόγισαν την παγωμένη λίμνη και το μαρτύριο κι εκείνων των πνευματικών μορφών, οι οποίοι τόλμησαν να τα βάλουν με τους αυτοκράτορες και τα ιδεολογικά, πολιτικά και θρησκευτικά κατεστημένα της εποχής τους και να κρατήσουν ανόθευτη την πίστη στην τιμή των εικόνων.

Η Ορθοδοξία είναι και παιδεία και μάλιστα, αυτή που ο Απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει ως παίδευση, άσκηση, δοκιμασία. «Ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός» (Εβρ. 12.7). «Δείξτε υπομονή κατά τη διαπαιδαγώγησή σας. Ο Θεός σας μεταχειρίζεται σαν παιδιά του». Ο Θεός επιτρέπει μέσα από την πίστη να διαπαιδαγωγούμαστε, να δοκιμαζόμαστε, ακόμη και να αισθανόμαστε τιμωρημένοι μέσα από αυτή τη σχέση Πατέρα και παιδιών. Σκοπός της παιδαγωγίας «το μεταλαβείν της αγιότητος» του Θεού, το να μετάσχουμε στην αγιότητά Του (Εβρ. 12,10), να γίνουμε κι εμείς άγιοι όχι λαμβάνοντας μία εξωτερική δωρεά, αλλά μετέχοντας σ’ αυτό που ο Θεός είναι: «άγιοι γίνεσθε ότι εγώ άγιος ειμί» (Α’ Πέτρ. 1, 16).

Οι άνθρωποι θέλουμε να πιστεύουμε σε έναν Θεό ο Οποίος μας δίδει το καλό, ικανοποιεί τις επιθυμίες μας. Έχουμε μάθει να ζητούμε από Εκείνον και να ταυτίζουμε την πίστη με μία ιδιοτέλεια. Δεν πιστεύουμε ότι ο Θεός επιτρέπει να συμβαίνουν δοκιμασίες στη ζωή μας. Είμαστε βέβαιοι ότι αγαπά χωρίς να μας δίνει παιδαγωγία. Έχουμε ταυτίσει την παιδεία με την θετική διάσταση της ζωής. Έτσι αρνούμαστε να δεχτούμε ότι ο Θεός λειτουργεί όπως ο κατά σάρκα πατέρας, όταν αγαπάει αληθινά. Ότι ο Θεός επιτρέπει να συμβούν δυσκολίες. Ότι ο Θεός ευλογεί τον κόπο. Ότι δεν φείδεται ακόμη και τον έλεγχο. Δεν είναι τιμωρός ο Θεός, γιατί η δοκιμασία, η τιμωρία την οποία επιτρέπει να λάβουμε, δεν είναι το κύριο χαρακτηριστικό Του. Όμως η αγάπη πρέπει να είναι και σκληρή, όταν χρειάζεται. Προς το αληθινό μας συμφέρον, που είναι η στόχευσή μας στην κοινωνία με το Θεό χωρίς αστερίσκους. Η πληρωτική σχέση, η οποία στηρίζεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη. Η επίγνωση των λαθών και των αμαρτιών. Και την ίδια στιγμή η ταπείνωση της αποδοχής του θελήματός Του, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι πάντοτε ευχάριστο.

«Μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου» (Παροιμ. 3,11). Μην περιφρονείς την διαπαιδαγώγηση του Κυρίου, μας συμβουλεύει το βιβλίο των Παροιμιών της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και ο Παύλος. Θέλει θάρρος όμως να αποδεχτούμε το θέλημα και την αγάπη του Θεού, που δεν είναι όπως την θέλουμε, όπως την φανταζόμαστε, ωραιοποιημένη. Είναι όμως αληθινή. Έχει να κάνει με την κοινωνία μαζί Του και την μετοχή σ’ Αυτόν, στην αγιότητά Του. Αγιότητα σημαίνει καθαρότητα από αμαρτία, κάτι που για μας δεν είναι εφικτό. Μπορούμε όμως να προσφέρουμε σ’ Αυτόν την μετάνοιά μας. Αγιότητα σημαίνει αγάπη που γίνεται συγχώρεση για τους πάντες, κάτι που δεν είναι και πάλι εφικτό για μας. Μπορούμε όμως να Του προσφέρουμε την διάθεσή μας να αγαπήσουμε και Εκείνος θα αναπληρώσει τις ελλείψεις μας. Αγιότητα σημαίνει αποδοχή του θελήματός Του, γιατί αυτό αποσκοπεί στη σωτηρία, στη λύτρωσή μας από το κακό και το θάνατο, δηλαδή στην αληθινή ελευθερία. Και από μόνοι μας δεν μπορούμε να αποδεχτούμε μια τέτοια προοπτική. Μπορούμε όμως να Του προσφέρουμε την λιγοστή μας άσκηση, την προσπάθειά μας να υπερβούμε τον εαυτό μας, την λιγοστή υπακοή μας κι Εκείνος και πάλι θα θεραπεύσει την αδυναμία μας.

Οι άνθρωποι ταυτίζουν την Ορθοδοξία με την παράδοση, με τους θεσμούς, με τα αξιώματα, με το ιερατείο, με την ιστορία. Την θεωρούν κάτι το ξεπερασμένο, απαραίτητο όμως γιατί πολλοί και αδύναμοι εξακολουθούν να την εμπιστεύονται. Την θέλουν όμως ευχάριστη. Βοηθητική και παρακλητική. Που να συμβάλλει στο να βλέπουν τη ζωή θετικά. Που να προβάλλει έναν Θεό που δεν ζητά τίποτε, αλλά μόνο δίνει. Και δεν μπορούν να αποδεχθούν έναν Θεό που παιδαγωγεί τον άνθρωπο. Μια Εκκλησία που χωρίς να παραθεωρεί την δοτικότητα, κηρύττει δρόμους δύσκολους. Που τολμά να μιλά και να δείχνει δρόμους μαρτυρικούς. Αυταπάρνησης. Ρήξης με τη νοοτροπία κάθε εποχής. Ακόμη κι αν αυτή η ρήξη δεν κάνει θόρυβο.

Ίσως κι εμείς οι χριστιανοί, μέσα από την ανάγκη για αυτοβεβαίωση που ως άνθρωποι αισθανόμαστε, λόγω του ότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε σε αξίες και τρόπους που δεν είναι συμβατές με τη νοοτροπία του κόσμου και της σύγχρονης πραγματικότητας, να συμβάλουμε στην αίσθηση ότι η πίστη στο Θεό και η Ορθοδοξία είναι δρόμος και τρόπος εύκολος, που δίνει μαγικές λύσεις στον άνθρωπο. Ίσως να αισθανόμαστε περισσότερο από όσο πρέπει την ανάγκη να αποδείξουμε την χρησιμότητά μας στον κόσμο. Ότι έχουμε λόγο ύπαρξης. Όμως η Ορθοδοξία χωρίς παιδεία, χωρίς διαπαιδαγώγηση, δεν είναι αληθινά ακέραιη. Ωραιοποιεί, αλλά δεν λυτρώνει. Ζητά από τους ανθρώπους να παραδώσουν τα φορτία τους χωρίς καν να κουραστούν να τα κουβαλήσουν. Μετατοπίζει τις ευθύνες στο Θεό, τους θεσμούς, το ιερατείο και αφήνει στην άκρη την ανάληψη του προσωπικού σταυρού από τον καθέναν. Έτσι όμως παραποιεί και το τι σημαίνει αληθινή χαρά, η οποία πηγάζει μέσα από την κοινωνία με το Θεό, την μετοχή στην αγιότητά Του. Είναι κοπιώδης ο δρόμος και ο τρόπος της Ορθοδοξίας. Στενός και τεθλιμμένος. Αλλά όχι μοναχικός. Είναι παρών ο Χριστός στη ζωή αυτού που Τον ακολουθεί. Και είναι τόση πολλή η αγάπη, το φως και η αλήθεια την οποία βιώνει αυτός που δεν φοβάται την παιδεία, ώστε να αλλάζει και να βοηθά και άλλους να αλλάξουν μαζί του.

Μια τέτοια Ορθοδοξία χρειαζόμαστε. Όχι ως θεωρητικό πρότυπο, αλλά ως στάση ύπαρξης και ζωής. Στην ενορία. Στο μοναστήρι. Στο διακόνημά του ο καθένας. Στην μικρότερη ή μεγαλύτερη κοινότητα. Στην πατρίδα. Στον κόσμο. Κι ας μην φαίνεται χρήσιμη μια τέτοια Ορθοδοξία. Ποτέ δεν ήμασταν «χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον» (Α’ Κορ. 13, 1). Πάντοτε θα παραμένουμε η μικρά ζύμη, ο κόκκος του σιναπιού, το άλας της γης. Οι έχοντες επιλέξει τα δύσκολα. Του Σταυρού που φέρνει Ανάσταση.


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr

Aγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου


Γιατί ονομάστηκε ο Ιησούς Χριστός «Οδός»; Για να μάθεις ότι δι' Aυτού ανεβαίνουμε προς τον ουράνιο πατέρα μας.

Γιατί ονομάστηκε «Πέτρα»; Για να μάθεις πόσο χρήσιμη αλλά και πόσο δυνατή και ακλόνητη είναι η πίστη προς Αυτόν.

Γιατί ονομάστηκε «Θεμέλιος»; Για να μάθεις ότι Aυτός βαστάζει και στηρίζει τα πάντα υλικά και πνευματικά.

Γιατί ονομάστηκε «Ρίζα»; Για να μάθεις ότι ενωμένοι μαζί Tου και παίρνοντας χυμούς πνευματικούς απ' Αυτόν ανθίζουμε και καρποφορούμε πνευματικά.

Γιατί ονομάστηκε «Ποιμήν»; Διότι Αυτός μας ποιμαίνει και προνοεί για την συντήρησή μας.

Γιατί ονομάστηκε «Πρόβατον»; Διότι θυσιάστηκε για μας και συγχωρέθηκαν δι' Αυτού οι αμαρτίες μας.

Γιατί ονομάστηκε «Ζωή»; Διότι ενώ ήμασταν νεκροί πνευματικώς ένεκα των αμαρτιών μας ανέστησε μαζί Του.

Γιατί ονομάστηκε «Φως»; Γιατί μας απήλλαξε από το σκοτάδι της ειδωλολατρίας και της πλάνης.

Γιατί ονομάστηκε «Ιμάτιον»; Διότι εγώ ο άνθρωπος ενδύθηκα πνευματικά Αυτόν, όταν βαφτίστηκα στο όνομά του.

Γιατί ονομάστηκε «Τράπεζα»; Διότι τρώγω το Σώμα Του και πίνω το Αίμα Του όταν συμμετέχω στα άχραντα μυστήρια.

Γιατί ονομάστηκε «Οίκος»; Διότι δια μέσου των ιερών μυστηρίων κατοικώ εις Αυτόν.

Γιατί ονομάστηκε «Ένοικος»; Διότι με την Θεία Κοινωνία γίνομαι ναός και κατοικία Του.


Πηγή: http://orthodoxianpress.com

 


 

Πηγή: ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ, Σκέψεις ενός Αγιορείτου Μοναχού, «Αγιορείτικη Μαρτυρία» της Ι. Μονής Ξηροποτάμου Αγίου Όρους, τ. 12-13, Γιώτα Παμπάλου



Ας σταθούμε για λίγο και ας κοιτάξουμε ένα μικρό κομποσκοίνι, σαν αυτό που κατασκευάζεται από μαύρο μαλλί στο Άγιον Όρος.

Είναι μία ευλογία από έναν Άγιο τόπο. Όπως τόσα άλλα που έχουμε στην Εκκλησία, είναι κι αυτό μία ευλογία ετοιμασμένη και δοσμένη σε μας από κάποιον εν Χριστώ αδελφό η πατέρα, έναν ζωντανό μάρτυρα μιας ζώσης παραδόσεως. Είναι μαύρο το χρώμα του πένθους και της λύπης και αυτό μας θυμίζει να είμαστε νηφάλιοι και σοβαροί στη ζωή μας. Έχουμε διδαχθεί ότι η προσευχή της μετανοίας, ειδικά η προσευχή του Ιησού, μπορεί να μας φέρει αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν «χαρμολύπη». Εμείς νιώθουμε λύπη για τις αμαρτίες και αδυναμίες και πτώσεις μας ενώπιον του Θεού, των συ­νανθρώπων μας και του εαυτού μας, όμως η λύπη αυτή γίνεται πηγή χαράς και αναπαύσεως εν Χριστώ, ο οποίος εκχύνει το έλεός Του και την συγχώρηση σε όλους όσοι επικαλούνται το όνομά Του.

Το κομποσκοίνι αυτό είναι πλεγμένο από μαλλί, έχει δηλαδή ληφθεί από πρόβατο, γεγονός που μας θυμίζει ότι είμαστε πρόβατα του Καλού Ποιμένος, του Κυρίου Ιησού Χριστού. Θυμίζει ακόμη τον «Αμνόν του Θεού, τον αίροντα τας αμαρτίας τον Κόσμου»[1]. Παρόμοια και ο Σταυρός του κομποσκοινιού μας μιλά γι' αυτή τη θυσία και τη νίκη της ζωής επί του θανάτου, της ταπεινώσεως επί της υπερηφανίας, της αυτοθυσίας επί του φωτός επί του σκότους. Και η φούντα; Αυτή να τη χρησιμοποιείς, για να σκουπίζεις τα δάκρυα από τα μά­τια σου ή, αν δεν έχεις δάκρυα, να σου θυμίζει να πενθείς, γιατί δεν έχεις πένθος. Εξ άλλου, μικρές φούντες στόλιζαν τα ιερά άμφια από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτό μας θυμίζει την Ιερά Παράδοση της οποίας μετέχουμε, όταν χρησιμοποιούμε το κομποσκοίνι.

Τα κομποσκοίνια πλέκονται συμφωνά με μία παράδοση που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ίσως μία από τις πιο πρώι­μες μορφές κάποιου μέσου βοηθητικού της προσευχής ήταν η συγκέντρωση μικρών λιθαριών η σπόρων και η μετακίνησή τους από ένα σημείο η δοχείο σε ένα άλλο κατά την διάρκεια του «κανόνα» της προσευχής η του «κανόνα» των μικρών η μεγάλων μετανοιών. Αναφέρεται ακόμη η ιστορία ενός μονάχου που σκέφθηκε να κάνει απλούς κόμπους σε ένα σχοινί και να το χρησιμοποιεί στον καθημερινό «κανόνα» της προσευχής του. Ο διάβολος όμως έλυνε τους κόμπους από το σχοινί και ματαίωνε τις προσπάθειες του φτωχού μονάχου. Εμφανίστηκε τότε ένας Άγγελος και δίδαξε στον μοναχό έναν ειδικό κό­μπο, όπως είναι τώρα διαμορφωμένος στα κομποσκοίνια, αποτελούμενο από αλλεπάλληλους Σταυρούς. Τους κόμπους αυτούς ο διάβολος δεν μπορούσε να τους λύσει λόγω της παρουσίας των Σταυρών.

Κομποσχοίνια υπάρχουν σε μεγάλη ποικιλία σχημάτων και μεγεθών. Τα πε­ρισσότερα έχουν ένα Σταυρό πλεγμένο ανάμεσα στους κόμπους η στην άκρη τους, ο οποίος σημειώνει το τέλος, καθώς επίσης και ένα είδος σημαδιού μετά από κάθε δέκα, εικοσιπέντε η πενήντα κό­μπους η χάνδρες. Υπάρχουν πολλά είδη κομποσχοινιών. Μερικά είναι πλεγμένα από μαλλί ή μετάξι ή κάποιο άλλο πιο πολυτελές ή πιο απλό υλικό. Άλλα είναι κατασκευασμένα με χάνδρες ή με το αποξηραμένο λουλούδι ενός φυτού που λέγεται «δάκρυ της Παναγίας».

Το κομποσχοίνι είναι ένα από τα αντικείμενα που δίδονται σε έναν Ορθόδοξο μοναχό κατά την τελετή της κούρας του. Του δίνεται σαν το πνευμα­τικό του ξίφος με το οποίο ως στρατιώ­της του Χριστού πρέπει να πολεμήσει κατά του νοητού εχθρού μας, του δια­βόλου. Το ξίφος αυτό το χρησιμοποιεί επικαλού- μενος το όνομα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού και ικετεύοντας για το έλεος Του με την προσευχή του Ιησού: Κύριε Ιησού Χρι­στέ, Υιέ τον Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλόν. Η προσευχή αυτή μπορεί να λεχθεί σε συντομότερη μορφή: Κύ­ριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, ή σε εκτενέστερη: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού, δια πρεσβειών της υπεραγίας Θεοτόκου και πά­ντων των Αγίων, ελέησόν με τον αμαρτωλόν.

Με την βοήθεια του κομποσχοινιού μπορούν να γίνουν και άλλες σύντομες προσευχές, όπως η
προσευχή του τε­λώνη: ο Θεός, ίλάσθητι μοι τω αμαρτωλω[2], η προσευχή στην Θεοτόκο:

Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον Ημάς, ή άλλες σύντομες προσευχές στον φύ­λακα Άγγελο, σε μεμονωμένους Αγίους ή στους Αγίους Πάντες. Η συνηθισμένη μορφή μιας τέτοιας προσευχής είναι: Άγιε Άγγελε - ή Άγιε (δείνα) πρέ­σβευε υπέρ εμού. Μετατρέποντας τις λέξεις των συντόμων αυτών προσευχών σε «ελέησον ημάς» ή «πρέσβευε υπέρ ημών» ή συμπεριλαμβάνοντας το όνομα ή τα ονόματα ανθρώπων για τους όποιους θέλουμε να προσευχηθούμε, μπορούμε επιπλέον να χρησιμοποιούμε το κομποσχοίνι για προσευχές υπέρ των άλλων. Το ίδιο ισχύει και για προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων: Ανάπαυσον, Κύριε, τηv ψυχήν του δούλου σου.

Όταν οι μοναχοί και οι λαϊκοί κρατούν το κομποσχοίνι στα χέρια τους, αυτό αποτελεί υπενθύμιση της υποχρεώσεώς τους να προσεύχονται χωρίς διακοπή, σύμφωνα με την εντολή του Αποστόλου Παύλου: αδιαλείπτως προσεύχεσθε[3]. Ο καθένας μπορεί να κρατά ένα κομποσχοίνι στην τσέπη ή σε κάποιο διακριτικό μέρος, όπου μπορεί εύκολα να το χρησιμοποιήσει απαρατήρητος, σε περιπτώσεις που είναι προτιμότερο να προσευχηθεί μυστικά, χωρίς να ελκύσει την προσοχή των άλλων. Το κομποσχοίνι μπορεί επίσης να τοποθετηθεί επάνω από το προσκέφαλο του κρεβατιού μας, στο αυτοκίνητο, μαζί μ' ένα μικρό Σταυρό ή εικόνισμα ή σε άλλα κατάλληλα σημεία ως υπενθύμιση προσευχής και ως ένα είδος ευλογίας και μία άγια και θεία πα­ρουσία στη ζωή μας.

Τώρα ας δούμε σύντομα τον πρωταρχικό σκοπό για τον οποίο κατα­σκευάστηκε το κομποσχοίνι. Ο κύριος σκοπός του κομποσχοινιού είναι να μας βοηθά κατά την προσευχή μας προς τον Θεό και τους Αγίους Του. Εκτός από το να μας χρησιμεύει ως μία διαρκής εξωτερική υπενθύμιση και ευλογία, πως μπορεί αυτό το μικρό κομποσχοίνι να μας βοηθήσει να προσευχόμαστε; Μπορούμε βέβαια και χωρίς αυτό να προσευχηθούμε, μερικές φορές μάλιστα μπορεί να μας αποσπάσει στην προσπάθειά μας να συγκεντρωθούμε στην προσευχή. Έχοντας αυτά υπ' όψιν, ας δούμε μερικούς τρόπους με τους όποιους μας βοήθα το κομποσχοίνι.

Μερικές φορές η προσευχή μας είναι θερμή και μας είναι εύκολο να προσευχηθούμε. Άλλοτε όμως ο νους μας είναι τόσο σκορπισμένος ή είμαστε τόσο ταραγμένοι ή με τόσο διασπασμένη την προσοχή, που μας είναι πρακτικά αδύνατο να συγκεντρωθούμε στην προσευχή. Αυτό συμβαίνει κυρίως, όταν προσπαθούμε να τηρούμε κάποιον καθημερινό κα­νόνα προσευχής. Μερικές ημέρες πάει καλά, άλλοτε όμως ίσως τις περισσό­τερες φορές οι προσπάθειές μας φαίνο­νται σχεδόν μάταιες. Αλλ' επειδή, όπως λέγεται, είμαστε όντα της συνήθειας, είναι πολύ ωφέλιμο να καθορίσουμε μία ειδική και τακτή ώρα της ημέρας για προσευχή. Η βραδινή ώρα (όχι πολύ αργά) πριν κοιμηθούμε είναι καλή, επειδή είναι σημαντικό να τελειώνουμε την ημέρα με προσευχή. Το πρωί, ξυπνώντας, είναι επίσης καλό να ξεκινούμε την νέα ημέρα με προσευχή. Μπορεί ακόμη κανείς να βρει άλλες ώρες της ημέρας που να μπορεί να ησυχάζει και να συγκεντρώνεται.

Η προσπάθειά μας είναι να καθιερώσουμε την προσευχή ως έναν κα­νόνα στη ζωή μας, όχι ως μία εξαίρεση. Εν αυτό επιδιώκουμε να βρούμε κάποια ώρα που καθημερινά θα μπορούμε να έχουμε λίγη ησυχία, ώστε να συγκεντρωθούμε και να στρέψουμε τα μάτια της ψυχής μας στον Θεό. Ως μέρος αυτού του κανόνα ίσως θελήσουμε να διαβάσουμε μερικές προσευχές από κάποιο προσευχητάριο ή να προσευχηθούμε και να βρούμε ψυχική γαλήνη με άλλους τρόπους, όπως με το διάβασμα θρησκευτικών κειμένων ή με την ανασκόπησιν[4] των γεγονότων της ημέρας που πέρασε κ.ο.κ. Ο πιο αποτελεσματικός όμως τρόπος για να ωφεληθεί κανείς από τον κανόνα της προσευχής είναι να λέ­γει τακτικά σε καθορισμένο αριθμό την ευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με). Ο αριθμός αυτός δεν χρειάζεται να είναι μεγάλος και ίσως χρειαστούν μόνο δεκαπέντε περίπου λε­πτά. Αυτό όμως θα είναι το τμήμα της ημέρας μας που ανήκει στον Θεό, οι λίγοι κόκκοι αλάτι που θα νοστιμίσουν όλη την πνευματική μας ζωή. Πολλοί γιατροί σή­μερα συνιστούν αυτή την πρακτική χάριν της σωματικής υγείας, ιδιαίτερα για να ξεπεράσει κανείς το άγχος. Ακόμη καλύ­τερα, ας βρίσκουμε διάφορα τέτοια μικρά χρονικά διαστήματα καθ' όλη την διάρ­κεια της ημέρας και ας τα γεμίζουμε τα­κτικά με τους πολύτιμους θησαυρούς της προσευχής, τους όποιους κανείς δεν μπο­ρεί να κλέψει και που απο ταμιεύονται για λογαριασμό μας στον Ουρανό[5].

Άν θέλεις να τηρείς κάποιο σταθερό αριθμό προσευχών ως μέρος του καθημε­ρινού κανόνος, θα βοηθηθείς πολύ από το κομποσχοίνι. Με αυτό μπορείς να προφέ­ρεις έναν καθορισμένο αριθμό προσευχών και να συγκεντρώνεσαι στα λόγια της προσευχής, καθώς την προφέρεις. Αφού συγκεντρώσεις τους λογισμούς σου, πάρε το κομποσχοίνι στο αριστερό σου χέρι και κράτησέ το ελαφρά μεταξύ του αντίχειρα και του δείκτη. Έπειτα κάνοντας ήσυχα τον Σταυρό σου ψιθύρισε την ευχή του Ιησού. Καθώς οι λογισμοί σου θα συγκε­ντρώνονται όλο και περισσότερο, ίσως να μη χρειάζεται να συνεχίζεις να σταυροκοπιέσαι ή να λέγεις την προσευχή δυνατά. Όταν όμως δυσκολεύεσαι να συγκεντρωθείς, χρησιμοποίησε το σημείο του Σταυρού και το ψιθύρισμα ως μέσα που σε βοηθούν να κρατάς τον νου σου στην προσευχή.

Είναι καλό να στέκεσαι όρθιος με το κεφάλι σκυμμένο σε στάση ταπει­νή. Ορισμένοι θέλουν να υψώνουν τα χέρια τους πότε-πότε, ζητώντας έλεος. Άλλοι όμως βρίσκουν πιο βοηθητικό το να κάθονται ή να γονατίζουν με το κε­φάλι σκυμμένο, για να μπορέσουν να συγκεντρωθούν. Πολλά εξαρτώνται από το ίδιο το άτομο, από την υγεία του και την ανατροφή του. Το πιο σημαντικό είναι να μένεις ακίνητος και να συγκεντρώνε­σαι στα λόγια της προσευχής, καθώς την επαναλαμβάνεις.

Φυσικά, πρέπει να αποκρούει κανείς τον πειρασμό της βιασύνης. Για τον λόγο αυτό μερικοί αντί για κομποσχοίνι χρη­σιμοποιούν ένα ρολόγι ως εξωτερικό μετρητή της διάρκειας της προσευχής τους ρυθμίζοντας ανάλογα το ξυπνητήρι, Με την χρήση του ρολογιού μπορεί κανείς να αφιερώσει καθορισμένο χρόνο στην προσευχή, χωρίς να μετρά τον ακριβή αριθμό των προσευχών.

Το κομποσχοίνι είναι επίσης ένας βο­λικός τρόπος να μετρά κανείς τις μικρές η μεγάλες «μετάνοιες» (γονυκλισίες) που κάνει στον κανόνα του. Το να κάνουμε το σημείο του Σταυρού και μετά να σκύβουμε και να ακουμπούμε το έδαφος με τα δάκτυ­λα ή να γονατίζουμε και να ακουμπούμε το μέτωπο στο έδαφος αποτελεί αρχαίο τρόπο προσευχής στον Θεό και τους Αγίους Του. Μπορεί κανείς να συνδυάσει αυτές τις μικρές η τις μεγάλες μετάνοιες με την ευχή του Ιησού η τις σύντομες προσευχές που αναφέραμε προηγουμένως. Η σωματική κίνηση της μικρής η της μεγάλης «μετάνοιας» (ελαφράς η βαθιάς, δηλαδή εδαφιαίας, γονυκλισίας) μπορεί να συντελέσει στην θέρμη της προσευχής και να δώσει εξωτερική έκφραση στην ικεσία μας καθώς ταπεινωνόμαστε μπροστά στον Θεό. Είναι ακόμη ένας τρό­πος εφαρμογής της Αποστολικής εντολής να δοξάζουμε τον Θεό και με τις ψυχές και με τα σώματα μας[6].

Αρκετοί χρησιμοποιούν το κομπο­σχοίνι όταν αποσύρονται, για να κοιμηθούν. Σταυρώνουν το κρεβάτι τους, παίρνουν το κομποσχοίνι, κάνουν το σημείο του Σταυρού, ξαπλώνουν και λένε ήσυχα την ευχή, μέχρι να αποκοιμηθούν. Το να ξυπνάς με το κομποσχοίνι ανάμεσα στα δάκτυλά σου η δίπλα στο μαξιλάρι σου σε βοήθα να ξεκινήσεις την καινούρ­για ημέρα με προσευχή. Όμως το να τε­λειώνει κανείς την προηγούμενη ημέρα με ήσυχη προσευχή είναι ένας ακόμη κα­λύτερος τρόπος προετοιμασίας για ένα προσευχητικό ξεκίνημα της καινούργιας ημέρας για να μην αναφέρουμε και την προετοιμασία για την Αιώνια ημέρα, σε περίπτωση που τη νύχτα εκείνη μας έρθει ο ύπνος του θανάτου. Άλλοι πάλι παίρνουν το κομποσχοίνι στο χέρι τους σε στιγμές απραξίας, όπως όταν πηγαί­νουν στην εργασία τους η ταξιδεύουν. Σε οποία στιγμή της ημέρας το θυμηθείς, πάρε στο χέρι σου ένα μικρό κομποσχοίνι. Ο συνδυασμός της κινήσεως αυτής με την προσευχή που κάνεις άλλες ώρες θα σε βοηθήσει να συγκεντρωθείς και να προσευχηθείς μερικές φορές στην διάρ­κεια της ημέρας, όπου κι αν είσαι και ό,τι κι αν κάνεις. Αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα στην εκπλήρωση της εντολής του αδιαλείπτως προσεύχεσθε.

Ο άγιος Επίσκοπος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ αναφέρει ότι και οι μακρές ακολουθίες της Εκκλησίας είναι μία καλή ευκαιρία να προσεύχεσαι με το κομποσχοίνι. Συχνά είναι δύσκολη η συγκέντρωση στα λόγια που διαβάζο­νται η ψάλλονται στον Ιερό Ναό και πιο εύκολα κανείς συγκεντρώνεται ήσυχα στις δικές του προσευχές, είτε αυτές είναι αυτοσχέδιες, σχετικές με κά­ποια ειδική ανάγκη, είτε προσευχές και ύμνοι που γνωρίζει απ' έξω, είτε σύντομες προσευχές ειδικά η ευχή του Ιησού επαναλαμβανόμενες με την βοήθεια του κομποσχοινιού. Στην πράξη με τον τρόπο αυτό μπορεί κάνεις να συγκεντρώνεται καλύτερα στην ίδια την Ιερά Ακολουθία, όπως λέγει και ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ. Φυσικά, όταν προσευχόμαστε στις Ιερές Ακολουθίες, η προσευχή μας ενώνεται με την προσευχή όλης της Εκκλησίας.

Ο νους μας είναι διαρκώς απασχολημένος με διάφορες σκέψεις. Δεν προλα­βαίνουμε να αρχίσουμε την προσευχή και αμέσως συλλαμβάνουμε τον νου μας να σκέφτεται κάτι άλλο. Και σ' αυτήν την περίπτωση η παρουσία του κομποσχοινιού στα δάκτυλά μας μπορεί να μας βοηθήσει να κρατήσουμε τον νου μας και να επιστρέψουμε στην εργασία της προσευχής πιο γρήγορα. Επίσης, όταν συναντούμε μία χάνδρα σημάδι ή τον Σταυρό του κομποσχοινιού, καθώς μετακινούμε τους κόμπους του με τα δά­κτυλα μας, καταλαβαίνουμε αν ο νους μας δεν πρόσεχε στις προσευχές που σκοπεύαμε να κάνουμε. Έτσι, μπορούμε να προσφέρουμε εκ νέου τις προσευχές μας, χωρίς να εμπλακούμε σε σκέψεις σχετικά με το πόσο εύκολα αποσπώμεθα από την προσευχή μας στον Θεό.

Εδώ κάναμε μία αναφορά στην μεγά­λη επιστήμη της προσευχής, αυτήν που οι Άγιοι Πατέρες ονόμασαν τέχνη τεχνών. Υπάρχει εκτεταμένη και πλούσια γραμ­ματεία από τους μεγάλους ανθρώπους της προσευχής όλων των εποχών, που μπορεί να μας βοηθήσει και να μας καθο­δηγήσει στην εκμάθηση, με την βοήθεια του Θεού, αυτής της πιο μεγάλης και της πιο ωφέλιμης απ' όλες τις επιστήμες. Η τακτική ανάγνωση της Άγιας Γραφής, των Βίων των Αγίων και άλλων ευσεβών και πνευματικών κειμένων μπορεί να βοηθήσει σημαντικά. Βιβλία όπως ή «Φιλοκαλία» περιέχουν σπουδαίες και εμπνευσμέ­νες συμβουλές και οδηγίες, για να μάθει κανείς να προσεύχεται ως Χριστιανός, γιατί η προσευχή είναι ένα ουσιώδες στοιχείο του να είναι κανείς Χριστιανός. Πάνω απ' όλα όμως χρειάζεται η χάρις του Θεού εν τη Εκκλησία, ιδιαίτερα μέσω της Ιεράς Εξομολογήσεως και της Μετάλήψεως των Αχράντων Μυστηρίων.

Αυτές είναι μερικές εισαγωγικές μόνο σκέψεις για το πως να χρησιμοποιούμε επωφελώς το κομποσχοίνι. Όμως το πιο σημαντικό είναι να αρχίσει κάνεις να προσεύχεται. Το κομποσχοίνι δεν προσεύ­χεται από μόνο του, αν και μερικά είναι τόσο ωραία, που μπορεί να δώσουν αυτή την εντύπωση. Είναι βέβαια ένα σημαντι­κό παραδοσιακό βοήθημα για την προσευχή μας και ειδικά για έναν καθημερινό κανόνα προσευχής. Το βασικό όμως είναι να συγκεντρωνόμαστε στα λόγια της προσευχής και να προσφέρουμε προσευ­χές από την καρδιά μας στον Ιησού Χρι­στό, τον Κύριο και Θεό μας. Άν αυτό το μικρό κομποσχοίνι σε βοήθα να πεις μία προσευχή η σου θυμίζει να προσεύχεσαι ή σε βοήθα με κάποιο τρό­πο να γίνεις πιο προσευχητικός, τότε έχει εκπληρώσει τον σκοπό του. Σε έχει δέσει πιο κοντά και πιο στενά με τον Χριστό, τον Θεό μας, και σε έχει φέρει πιο κοντά στην Βασιλεία του Θεού, διότι η Βασι­λεία του Θεού εντός υμών εστίν7.


Πηγή: http://orthodoxianpress.com

Anthony Bloom
«Ο Ευάλωτος Θεός, Το μυστήριο της Γέννησης του Σωτήρα»


Θέλω απόψε να μιλήσω για την Ευλογημένη Παρθένο, τη Μητέρα του Θεού εν σχέσει προς εμάς - να προσπαθήσουμε να βρούμε τι μπορούμε να μάθουμε από Αυτήν, τι σημαίνει για μας η Παναγία, ως προσωποποίηση, θα λέγαμε, του ιδεώδους για μας.

Θέλω πρώτα να αναφερθώ στο γεγονός ότι εμείς οι Ορθόδοξοι την ονομάζουμε Μητέρα του Θεού. Με αυτό εννοούμε απλώς ότι Εκείνη είναι το πρόσωπο που έφερε τον Σαρκωθέντα Θεό στον κόσμο. Βεβαίως, δεν είναι Μητέρα Του ως πρός την θεότητά Του, αλλά χωρίς Αυτήν ο Λόγος δεν θα είχε γίνει σαρξ, ο Υιός του Θεού δεν θα είχε γίνει Υιός του ανθρώπου. Μου φαίνεται ότι ο Άγγλος συγγραφέας Charles Williams περιγράφει με τον ωραιότερο τρόπο το γεγονός, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα και την πραγματικότητα του γεγονότος και τον αποφασιστικό ρόλο της Μητέρας του Θεού. Λέει ότι… όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, μια κόρη του Ισραήλ αποδείχθηκε ικανή να προφέρει το όνομα του Θεού με όλη της τη διάνοια, με όλη της τη βούληση και με όλη της τη σάρκα, και ο Λόγος σάρξ εγένετο. Ήταν ένα δώρο του εαυτού της και την ίδια στιγμή ήταν και μια ηρωική και ανεπιφύλακτη αποδοχή: ένα δώρο του εαυτού της εν ταπεινώσει και μια ηρωική αποδοχή, διότι γνώριζε τι θα μπορούσε να της συμβεί, τι σήμαινε η αποδοχή αυτή, αν τη δούμε με ανθρώπινο μάτι.

Ίσως κάποιοι από σας θυμάστε ότι η λέξη humility (ταπείνωση) προέρχεται από το λατινικό humus που σημαίνει γόνιμο έδαφος. Η ταπείνωση δεν είναι μία κατάσταση την οποία προσπαθούμε να αντιγράψουμε λέγοντας ότι είμαστε ανάξιοι, ότι δεν είμαστε τόσο καλοί όσο οι άλλοι μας θεωρούν - αν μας θεωρούν. Η ταπείνωση είναι η κατάσταση της γης, που παραμένει απολύτως ανοιχτή και υποταγμένη: ανοιχτή σε όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων, δεκτική στη βροχή, στα σκουπίδια μας, στο όργωμα - υποταγμένη και προσφερόμενη αποδίδει καρπούς. Αυτή είναι η πεμπτουσία της ταπείνωσης και αυτό το είδος ταπείνωσης βλέπουμε στην Μητέρα του Θεού. Κι αυτό είναι κάτι που θα μπορούσαμε να μάθουμε απ’ Αυτήν, αν και ως μάθημα είναι τόσο δύσκολο!

Εμείς συνεχώς και κατά τρόπο οδυνηρό φοβόμαστε να προσφερθούμε, να υποταχθούμε, να δώσουμε τον εαυτό μας στον Θεό ή ακόμη και σ’ εκείνους που αγαπούμε και μας αγαπούν. Η αυτοπαράδοση μας τρομάζει, επειδή υπονοεί ένα είδος αδυναμίας. Αρνούμενοι να προσφέρουμε τον εαυτό μας, έχουμε μια αίσθηση δύναμης και σθένους, ωστόσο το σθένος μας δεν μπορεί να καταφέρει μεγάλα πράγματα. Θυμάστε πιθανόν, πως ο Παύλος ζήτησε από τον Θεό να του δώσει δύναμη να εκπληρώσει την αποστολή του, και πως ο Κύριος απάντησε «αρκεί σοι η χάρις μου, η δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται» (Β΄Κορ. 12, 9). Η αδυναμία βέβαια για την οποία μιλάει ο Κύριος δεν είναι ούτε τεμπελιά ούτε νωθρότητα ούτε δειλία. Πρόκειται για μια άλλη αδυναμία, γι’ αυτήν της υποταγής...

Να ποια ήταν η αδυναμία και η άνευ όρων παράδοση που διακρίνουμε στη γενναιόδωρη προσφορά της Μητέρας του Θεού πρός τον Κύριό Της. Είναι εκείνη που στο πρόσωπο Της ανταποκρίθηκε ολόκληρη η δημιουργία στον Δημιουργό. Ο Θεός προσφέρει τον εαυτό Του και η κτίση στο δικό Της πρόσωπο Τον δέχεται, Τον υποδέχεται λατρευτικά, αγαπητικά, με μια ελεύθερη και τολμηρή απόφαση…

Συχνά, δεν συνειδητοποιούμε το ακριβές νόημα των λόγων του Αρχαγγέλου κατά τον Ευαγγελισμό. Ο Αρχάγγελος είπε στην Παρθένο ότι θα γεννήσει ένα γιο και εμείς θαυμάζουμε και μένουμε έκπληκτοι με το όνομα του Παιδίου Ιησού που είναι ο σωτήρας μας. Εκείνη όμως τη στιγμή η υπόσχεση ήταν και απειλή: Σύμφωνα με τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης, ένα άγαμο κορίτσι που εγκυμονούσε έπρεπε να τιμωρηθεί με λιθοβολισμό. Η Μαρία δεν είπε: «Αυτό δεν μπορεί να γίνει, θα μου κοστίσει τη ζωή». Και δεν το είπε γιατί πίστευε ότι κάθε λόγος του Θεού, κάθε υπόσχεσή Του εκπληρώνεται. Είπε: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Και το «ρήμα Του», ανθρωπίνως ήταν ο θάνατος Της, εκτός αν συνέβαινε κανένα θαύμα. Κάτι μπορούμε να μάθουμε από αυτό, εμείς που τόσο συχνά δυσπιστούμε στην αμεσότητα και τις υποσχέσεις του Θεού: «Ποιό είναι το κόστος που πρέπει να πληρώσουμε; Ποιόν κίνδυνο εμπεριέχει η υπακοή και η υποταγή στο θέλημα Του ή στην κλήση Του;», διστάζουμε. Και σ’ αυτό, η Παρθένος του Ισραήλ αποδείχθηκε άξια θυγατέρα Αβράμ, όπως ο Ισαάκ…

Εμπιστεύθηκε τον λόγο του Θεού ως αληθινό, και πρέπει να μάθουμε από αυτό ότι, εάν θέλουμε να ανήκουμε στη νέα κτίση…πρέπει να δείχνουμε την πιστότητα που έδειξε η Παναγία…

Και τέλος, δύο γεγονότα που θα ήθελα να συνδυάσω: η Υπαπαντή του Χριστού και η Σταύρωση: κάθε πρωτότοκο αγόρι έπρεπε να οδηγείται ως προσφορά στον Ναό. Αν κοιτάξουμε πρός τα πίσω, στην Παλαιά Διαθήκη, για το πως θεσμοθετήθηκε αυτό, θα ανακαλύψουμε ότι ο Θεός διέταξε τους Εβραίους να προσκομίζουν τα πρωτότοκα αγόρια τους στον ναό ως θυσία, έναντι των πρωτοτόκων των Αιγυπτίων, που χρειάστηκε να πεθάνουν, προκειμένου οι Εβραίοι να αφεθούν ελεύθεροι να φύγουν. Κάθε πρωτότοκο αγόρι, άρα, προσφερόταν στον Ναό και ο Θεός είχε το δικαίωμα ζωής και θανάτου επάνω του. Με το πέρασμα των αιώνων, ο Θεός δεχόταν υποκατάστατα της θυσίας, τρυγόνια και πρόβατα, και μόνο μία φορά δέχτηκε ανθρώπινη προσφορά: τον Μονογενή Του Υιό που χρειάστηκε να πεθάνει στον Σταυρό για να εξαγοράσει το ανθρώπινο γένος - άρα τα δύο γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους. Αλλά η Μητέρα που έφερε αυτό το παιδί ήξερε ότι ο Θεός είχε εξουσία ζωής και θανάτου επάνω Του, ωστόσο, χωρίς δισταγμό, με ταπείνωση και πιστότητα το έφερε. Αργότερα, όταν σταθούμε στον Γολγοθά, όπως τον περιγράφουν τα Ευαγγέλια, δεν θα δούμε μία μητέρα που λιποθυμά ή μία μητέρα που διαμαρτύρεται ή εκλιπαρεί για έλεος, όπως πολλές φορές απεικονίζεται. Στα πόδια του Σταυρού, βλέπουμε την Μητέρα του Θεού τυλιγμένη σε μια βαθειά, τραγική σιγή, να βλέπει την εκπλήρωση αυτού που είχε αρχίσει όταν έφερε το παιδί Της στον Ναό. Έστεκε σιωπηλή, απόλυτα ταυτισμένη με τη θεία και ανθρώπινη βουλή του Υιού Της: εκπλήρωνε την προσφορά που είχε αρχίσει τριάντα τρία περίπου χρόνια πρίν, συναινώντας στη βούληση του Θεού, συναινώντας στη βουλή του θείου Υιού Της, παραιτημένη από το δικό της θέλημα, τις δικές της ελπίδες, σε μια κίνηση προσφοράς.

Αυτό είναι κάτι που πολύ λίγοι από μας θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε στη ζωή μας, τουλάχιστον αυτό ελπίζω…

Να δώσει ο Θεός να διδαχτούμε από την αδύναμη αυτή Κόρη την ηρωική της απλότητα και τη θαυμαστή πληρότητα. Και ας μάθουμε από όλα τα βήματα της ζωής της, από την αυταπάρνηση και το δώρο του εαυτού Της, όλη την ομορφιάς της υπέροχης ταπεινώσεως Της και της τέλειας υπακοής της στον νόμο της αιώνιας ζωής.


Πηγή: http://orthodoxianpress.com

3. Η ιερή Προσευχή είναι όντως αναγκαιότατη, σχε­δόν σε κάθε αναπνοή του άνθρωπου. Διότι, με το να εί­ναι, ως ασώματος, αεικίνητος ο νους του ανθρώπου, σε κάθε στιγμή και σε κάθε αναπνοή του, μπορούν να του έλθουν οι προσβολές των πονηρών λογισμών, και μ’ αυ­τές τις προσβολές να του κάνει πόλεμο και να τον πλη­γώνει ο παντοτινός εχθρός του ανθρώπινου γένους, ο διάβολος, Γι’ αυτό, λοιπόν, έχει ανάγκη ο άνθρωπος, στην κάθε του αναπνοή σχεδόν, να βαστάει το όπλο της θείας Προσευχής, για να μπορεί μ’ αυτό να πολεμά τον εχθρό και να εκμηδενίζει τις προσβολές και τις επιθέσεις του. Και να έχει ο άνθρωπος διαρκώς τον φόβο, μήπως τον βρει άοπλο ο εχθρός και τον πληγώσει με τους δια­φόρους συνδυασμούς και τις συγκαταθέσεις των λογι­σμών, κ’ έτσι τον οδηγήσει στο θάνατο.

Αυτός είναι ο λόγος, για τον όποιο και ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει σε όλους γενικά τους χριστιανούς (κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς), να προσεύχονται παντοτεινά και αδιάκοπα: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. ιε’ 17). Ενώ ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέ­γει: «Καλύτερα να προσεύχεται ο άνθρωπος και να συν­ομιλεί με το Θεό, παρά ν’ αναπνέει· και αν μπορεί κα­νείς να πει και τούτο, πως πρέπει κανείς να μην κάνει τίποτε άλλο παρά τούτο μονάχα το έργο, δηλαδή να προσεύχεται. Είμαι κ’ εγώ από κείνους που επαινούν το θείο νόμο, που μας παραγγέλλει μέρα και νύχτα να με­λετούμε, και βράδυ, πρωί και μεσημέρι να ψάλλουμε και να ευλογούμε τον Κύριο, κάθε στιγμή και ώρα.

Ακόμη, μπορούμε να πούμε το λόγο του Μωυσέως: κι όταν κοι­μόμαστε, κι όταν ξυπνούμε, κι όταν οδοιπορούμε ή κά­νουμε οποιοδήποτε άλλο έργο, η μνήμη μας να βρίσκεται στον Καθαρό, με την προσευχή» (Κατά Ευνομιανών). Και ο Μ. Βασίλειος γράφει: «Καλή προσευχή είναι εκεί­νη, που τυπώνει μ’ ενάργεια την έννοια του Θεού στην ψυχή· κι αυτό σημαίνει την ενοίκηση του Θεού μέσα μας, δηλαδή με τη μνήμη να έχει κανείς εγκαταστημέ­νο μέσα του τον Θεό· και τότε γινόμαστε ναός του Θεού, όταν η συνέχεια της μνήμης μας δεν διακόπτεται από φροντίδες γήινες, και ούτε ταράζεται ο νους με τ’ απροσ­δόκητα πάθη, αλλά όταν ο φιλόθεος, αποφεύγοντας τα πάντα, αναχωρεί προς τον Θεό» (Επιστολή α’). Εξ άλ­λου, ο άγιος Ισαάκ γράφει: «χωρίς την αδιάλειπτη προσ­ευχή δεν μπορείς να προσεγγίσεις το Θεό».

Και ότι τούτο το χρέος, της παντοτεινής προσευχής, δεν είναι μόνο για τους Μοναχούς, αλλά και για όλους τους λαϊκούς που ζουν μέσα στον κόσμο, μας το βεβαίω­σε και ο Άγγελος Κυρίου, όταν κατέβηκε από τον ου­ρανό και φανέρωσε τούτο το πράγμα στον όσιο και δί­καιον εκείνον Ιώβ, που είχε αντιρρήσεις και αμφιβολίες γι’ αυτό, όπως μπορεί κανείς να το ιδεί στο βίο του αγί­ου Γρηγορίου Θεσσαλονίκης. Το βεβαιώνει, ακόμη, πιο περίτρανα και ο ιερός Χρυσόστομος, όταν παραγγείλει σε όλους τους κοσμικούς τεχνίτες, αντί να λένε τραγού­δια, άσκοπες κουβέντες και φλυαρίες που δεν ωφελούν, να προσεύχονται εκεί οπού εργάζονται, άλλοτε νοερά και σιωπηλά και άλλοτε ψάλλοντας με το στόμα θειες ωδές και πνευματικά τροπάρια.

Τούτα τα λόγια λέγει και η χαριτωμένη και γλυκόλαλη εκείνη γλώσσα: «Εί­σαι τεχνίτης που δουλεύει με τα χέρια; ψάλλε την ώρα που κάθεσαι κ’ εργάζεσαι· δεν θέλεις ή δεν μπορείς να ψάλλεις με το στόμα; μπορείς να το κάνεις με το νου σου. Μεγάλος σύντροφος ο ψαλμός! Τίποτε το κακό δεν θα σου συμβεί από τούτο, διότι θα αισθάνεσαι σαν να μπορείς να ζεις σε μοναστήρι. Διότι δεν είναι τόσο η καταλληλότητα των τόπων που βρισκόμαστε, όσο η ακριβής τήρηση των τρόπων της ζωής μας που θα μας δώσει την ησυχία την οποία χρειαζόμαστε γι’ αυτό» (Περί Ανδριάντων, κα’). Και σ’ άλλο σημείο πάλι, μας λέει ο ίδιος: «Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο πρέπει, και όταν σηκωνό­μαστε απ’ το κρεβάτι μας να υποδεχόμαστε τον ήλιο με προσευχή στο Θεό· κι όταν καθόμαστε στο τραπέζι ή ετοιμαζόμαστε να πλαγιάσουμε, και μάλλον την κάθε ώρα και στιγμή, να προσφέρουμε ικεσία και προσευχή στον Θεό, για να τρέχουμε το δρόμο της ημέρας μας δί­χως εμπόδια και δυσκολίες»


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορίτης

Δεν υπάρχει άλλη αρετή υψηλότερη και αναγκαιότε­ρη από την ιερή Προσευχή. Και είναι υψηλότερη απ’ όλες τις αρετές, διότι ενώ εκείνες, π.χ. το να νηστεύουμε, ν’ αγρυπνούμε, να κοιμόμαστε χάμω, να δινόμαστε στην ασκητική ζωή, να παρθενεύουμε, να κάνουμε ελεημοσύ­νες, και όλα τ’ άλλα καλά έργα που αποτελούν τη χρυσή γενιά, τον εναρμόνιο χορό και την ουρανόπλεχτη σειρά των θεοειδών αρετών, παρόλο ότι είναι θεϊκά γνωρί­σματα, αναφαίρετο κτήμα και αθάνατο στόλισμα της κάθε ψυχής, ωστόσο δεν ενώνουν τον άνθρωπο με το Θεό. Όλα αυτά τον προετοιμάζουν και τον προωθούν γι’ αυτή την ένωση, μα δεν τον ενώνουν με το Θεό.

Αυτό το κατορθώνει μονάχα η ιερή Προσευχή μόνο αυτή ενώνει τον άνθρωπο με το Θεό, και το Θεό με τον άνθρωπο, κά­νοντας τους δύο ένα πνεύμα· γιατί με την προσευχή γί­νεται μια ένωση άμεση κ’ ένα σφιχτό δέσιμο του Κτί­στου με τα λογικά κτίσματα. Αυτό βροντοφωνάζει και ο μέγας εκείνος διδάσκαλος και πολύπειρος εργάτης της ιεράς προσευχής, ο μεγάλος ποιμήν και ιεράρχης της Θεσσαλονίκης και όλης της Εκκλησίας του Χριστού, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Η επικοινωνία που αποκτούμε διά των αρετών, κάνει τους ενάρετους ικανούς, λόγω της ομοιότητας, και τους προετοιμάζει να υποδε­χτούν το Θεό, άλλα δεν τους ενώνει μαζί Του· η δύναμη της προσευχής όμως είναι εκείνη που ιερουργεί και τελεσιουργεί την ανάταση του άνθρωπου προς τον Θεό και την ένωση μ’ Εκείνον, γιατί είναι ο σύνδεσμος των λο­γικών κτισμάτων με τον Κτίστη τους» (Λόγος περί Προσευχής, κεφ. α’).

Και από τούτη την ένωση του άνθρωπου με τον Θεό, την οποία κατορθώνει η ιερή Προσευχή, πόσα μεγάλα χαρίσματα, ή μάλλον πόσες πηγές χαρισμάτων δεν πλημμυρίζουν τον άνθρωπο που είναι ενωμένος με τον Θεό; Από αυτή την ένωση αποκτούμε τη δύναμη να διακρίνουμε την αλήθεια απ’ το ψέμα· να βλέπουμε στο βάθος τα κρυμμένα μυστήρια της φύσεως· να προβλέ­πουμε και να προγινώσκουμε τα όσα θα συμβούν στο μέλλον ν’ αποχτούμε τη θεία έλλαμψη, δηλαδή εκείνο που ονομάζουν ενυπόστατο φωτισμό στην καρδιά. Έρ­χεται ο εξαίσιος έρως προς τον Θεό, που οδηγεί σ’ έκ­σταση όλες τις δυνάμεις της ψυχής μας στην αρπαγή μας άνω, προς τον Κύριο· εκεί όπου υπάρχει η αποκάλυ­ψη των αλάλητων μυστηρίων του Θεού.

Μ’ ένα λόγο, «από την ένωση αυτή γεννιέται η πολυθρύλητη θέωση του ανθρώπου, που όλοι την ζητούν και την ποθούν, άλ­λα ελάχιστοι και πολύ σπάνια την απολαμβάνουν -«μό­λις ένας από κάθε γενιά», κατά τον άγιο Ισαάκ (Λόγ. λβ’)-γιατί «είναι πράγμα δυσεύρετο, δυσκολοπρόφερτο και δυσκολοαπόκτητο», κατά τον άγιο Γρηγόριο Θεσ­σαλονίκης (Λόγος εις τον άγιο Πέτρο τον Αθωνίτη). Αυτή η θέωση είναι το έσχατο τέλος και ο σκοπός για τον οποίο ζούμε, ο πρώτος και πιο υψηλός απ’ όλους τους σκοπούς που έβαλε ο Θεός, για τον όποιο υπάρχει από την αρχή των αιώνων έως τη συντέλεια, ο προαιώνιος Προορισμός και η Πρόγνωση, η έγχρονη δημιουργία της Κτίσεως, η δόση του φυσικού και του γραπτού Νόμου, η χάρη της Προφητείας, η ένσαρκος οικονομία του Λόγου του Θεού, η επιδημία του αγίου Πνεύματος.

* * *

Η θεία Προσευχή είναι αναγκαιότερη απ’ όλες τις άλλες αρετές, διότι:

1. Όσο αναγκαία και απαραίτητη είναι η βοήθεια του Θεού στον άνθρωπο, το ίδιο του είναι αναγκαία η προσευχή, η οποία μπορεί να φέρει τη βοήθεια του Θεού. Έτσι λοιπόν, αν χωρίς τη βοήθεια του Θεού δεν μπορεί ο άνθρωπος να κάμει κανένα καλό έργο, κατά το λόγο του Κυρίου «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε’ 5), άρα και χωρίς την Προσευχή, με την οποία έρχε­ται η βοήθεια του Θεού, δεν δύναται ο άνθρωπος να πράττει το αγαθό, Γι’ αυτό είναι ανάγκη να προσεύχεται κα­νείς, και να ζητάει πάντοτε τη θεια βοήθεια με την προσευχή: και όταν έχει να βάλει κάποια καλή και χρή­σιμη σκέψη στο νου του· κι όταν χρειάζεται να πει κά­ποιο λόγο ψυχωφελή· κι όταν έχει οπωσδήποτε να κάμει κάποιο θεάρεστο έργο.

Μ’ ένα λόγο, ο άνθρωπος έχει α­νάγκη και πρέπει να κάνει την Προσευχή του, κι όταν αρχίζει, κι όταν φτάνει στη μέση, μα κι όταν τελειώνει την εργασία του όποιο έργο κ’ αν επιχειρήσει να κάνει, κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Η καλύτερη τάξη και σειρά, για τον κάθε άνθρωπο που αρχίζει ένα λόγο ή ένα έργο, είναι ν’ αρχίζει με το Θεό και στο Θεό να τελειώνει» (Απολογ. Λόγος). Διότι, όταν πριν από κάθε έργο μας προηγείται η Προσευχή, τότε όλα τα πράγματα θα είναι: πιο εύκολα, θα μας έρθουν δεξιά, και θα ’ναι ωφέλιμα, όπως μας το βεβαιώνει και ο ιερός Χρυσόστομος; «Ο άνθρωπος, είτε είναι εραστής της παρθενικής ζωής, είτε είναι πρόθυμος και συνεπής εφαρμοστής της σωφροσύνης μέσα στο γάμο, είτε θέλει να συγκρατεί την οργή και να ζει με πραότητα, είτε να μένει καθαρός από φθόνο, είτε οποιοδήποτε άλλο ενάρε­το έργο που αρμόζει στον χριστιανό θέλει να πραγματο­ποιεί, όταν προηγείται η Προσευχή και προλειαίνει αυτόν τον δρόμο της ζωής, θα βρει εύκολο και ίσιο το δρόμο της ευσέβειας.

2. Ο άνθρωπος έχει τόσην ανάγκη από την Προσευ­χή, έστω και μονάχη της, όση ανάγκη έχει απ’ όλες τις άλλες τις αρετές μαζί. Διότι, πράγματι, είναι αδύνατο, όχι να κατορθώσει, μα ούτε καν ν’ αρχίσει την εργασία μιας αρετής, δίχως να προσπέσει πρώτα στο Θεό με την Προσευχή, κι’ έτσι να ζητάει βοήθεια από Εκείνον, που είναι ο δοτήρας και ο χορηγός όλων των αρετών. Και τούτο μας το βεβαιώνει πάλι η πέννα του ιερού Χρυσο­στόμου, όταν γράφει: «Το ότι είναι πέρα για πέρα αδύνατο να ζήσει κανείς ενάρετο βίο δίχως την Προσευχή και χωρίς τη συντροφιά της σ’ όλη του τη ζωή, νομίζω πως είναι σε όλους φανερός.

Διότι, πώς θα μπορούσε κανείς να ζήσει και ν’ ασκήσει την αρετή, όταν δεν προστρέχει και δεν γονατίζει συνεχώς στον αιώνιο χορηγό και δοτήρα της;» Και, για να το πούμε αυτό μ’ έναν απλό και σύν­τομο λόγο, όση ανάγκη έχουν από το νερό τα φυτά για να καρποφορήσουν, τόση ανάγκη έχει κι ο άνθρωπος από την Ιερή Προσευχή, για ν’ αποδώσει κάποιον καρπό στην αρετή και στην ευσέβεια, κατά τον λόγο του ιερού πάλι Χρυσοστόμου, που λέει: «Όλοι οι άνθρωποι δεν χρειαζόμαστε την προσευχή λιγότερο απ’ ό,τι χρειάζον­ται το νερό τα δέντρα· διότι, όπως εκείνα δεν μπορούν να δώσουν καρπούς δίχως να παίρνουν νερό από τη γη με τις ρίζες τους, έτσι κ’ εμείς δεν μπορούμε να δώσουμε τους πολυτίμητους καρπούς της ευσέβειας, όταν δεν πο­τιζόμαστε με τις προσευχές».


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

 «Ο Γέροντας Θεόφιλος Παραϊάν

Χωρίς φως, φωτισμένος»

Μετάφραση- επιμέλεια:

Πρωτοπρ. Κωνσταντίνος Καραϊσαρίδης

Εκδόσεις ΑΘΩΣ



Δε μεταλαμβάνουν όλοι οι χριστιανοί που έρχονται στη θεία λειτουργία. Αλλά όλοι οι χριστιανοί που πηγαίνουν στη θεία λειτουργία παίρνουν τη χάρη του Θεού , σύμφωνα με τα μέτρα τα πνευματικά στα οποία βρίσκονται. Για παράδειγμα, οι ιερατικές ευλογίες που δίνονται στους πιστούς κατά τη θεία λειτουργία είναι πολύ σημαντικές. Σε κάθε λειτουργία λέγεται τέσσερις φορές για όλους τους χριστιανούς : «Ειρήνη πάσι». Σε κάθε λειτουργία λέγονται τα λόγια: «Πάντων υμών, , μνησθείη Κύριος ο Θεός εν τη βασιλεία αυτού πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων»∙ σε κάθε λειτουργία λέγεται το : «Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών»∙ σε κάθε λειτουργία λέγονται τα λόγια: «Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, μετά πάντων υμών»∙ σε κάθε λειτουργία λέγεται : «Σώσον, ο Θεός, τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου»∙ σε κάθε λειτουργία λέγεται : «Ευλογία Κυρίου και έλεος Αυτού έλθοι εφ’ ημάς, τη αυτού θεία χάριτι και φιλανθρωπία πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Γι’ αυτό , αυτοί οι οποίοι πηγαίνουν στις ακολουθίες κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, έστω και με την επιθυμία να εκπληρωθούν κάποιες επιθυμίες τους, θα ήταν καλό να πηγαίνουν και την Κυριακή, ακόμη και με την προσδοκία που αναφέραμε, γιατί η θεία λειτουργία είναι πιο γεμάτη με ευλογίες από κάθε άλλη ακολουθία.

Εγώ επιμένω στη συμμετοχή στη θεία λειτουργία! Εξάλλου, είναι το ελάχιστο που μπορεί να κάνει κάθε άνθρωπος , όταν αναφερόμαστε στη συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες. Θα έπρεπε βέβαια να συμμετέχουμε και σε άλλες ιερές ακολουθίες που έχουν ένα ρόλο προετοιμασίας. Και επειδή η θεία λειτουργία είναι η κορυφή, το απόγειο των ιερών ακολουθιών, όσοι από τους ιερωμένους θέλουν να λειτουργήσουν προετοιμάζονται με άλλες ιερές ακολουθίες. Η θεία λειτουργία δεν είναι μια ακολουθία που τελείται άσχετα με άλλες ακολουθίες. Γι’ αυτό και στα γαλλικά, για παράδειγμα , λειτουργία ονομάζονται και οι υπόλοιπες ακολουθίες.

Εμείς, όταν λέμε θεία λειτουργία , κατανοούμε ένα συγκεκριμένο πράγμα. Τις άλλες ακολουθίες τις θεωρούμε κάτι άλλο. Στην πραγματικότητα οι άλλες ακολουθίες δεν είναι κάτι ξεχωριστό, αλλά είναι μέσα προορισμένα να μας παρουσιάσουν ενώπιον του Θεού, μέσα για να εξωτερικεύουμε με τα λόγια τους τον ψυχικό μας κόσμο , μέσα για να προσευχηθούμε και να διδαχτούμε, γιατί μέσα στα πλαίσια των ιερών ακολουθιών προσευχόμαστε και διδασκόμαστε. Διδασκόμαστε προσευχόμενοι και προσευχόμαστε διδασκόμενοι. Σ’ αυτό το στόχο προσβλέπουν οι ευχές των ιερών ακολουθιών.

Όταν πηγαίνεις στην Εκκλησία και δεν υπάρχει ακολουθία, μπορείς να προσεύχεσαι με τις προσευχές σου και με τα λόγια σου, αλλά δεν είσαι δεσμευμένος, όπως συμβαίνει με τις σκέψεις που εμπεριέχονται στις ιερές ακολουθίες. Για παράδειγμα, στη θεία λειτουργία λέγεται: «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» και εμείς απαντάμε «Ἔχομεν πρὸς τὸν Κύριον». Και λέμε τα λόγια «Ἔχομεν πρὸς τὸν Κύριον», έστω κι αν δεν έχουμε τις καρδιές μας δοσμένες στον Κύριο, όπως απαιτεί η τάξη και η ακολουθία. Βέβαια, στην πραγματικότητα εμείς γι’ αυτό το λόγο είμαστε στην ακολουθία, για να προσφέρουμε στον Κύριο τις καρδιές μας, να τις ανεβάσουμε ψηλά, να μην τις έχουμε καθηλωμένες στη γη.


Πηγή: http://www.diakonima.gr/


(Ανοίξτε το άρθρο για να το διαβάσετε ολόκληρο)

Του παπαδάσκαλου Κωνσταντίνου Ι. Κώστα


Με την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου άνοιξε πάλι το Τριώδιο και η Εκκλησία χτυπά την καμπάνα για τον ύπουλο εχθρό, που καραδοκεί μέσα και έξω από τον εαυτό μας: ‘’ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων’’. Δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους. Φράση που ερμηνεύει με τον πιο τραγικό τρόπο τη ρίζα και την υπαρξιακή έπαρση και μοναξιά του φυλετισμού. 

‘’Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα. Ορθρίζει γαρ το πνεύμα μου, προς ναόν τον άγιόν σου, ναόν φέρον του σώματος, όλον εσπιλωμένον. Αλλ’ ως οικτίρμων, κάθαρον, ευσπλάχνω σου ελέει ’’. (Ιδιόμελο του Όρθρου των Κυριακών του Τριωδίου)....
(Ανοίξτε το άρθρο για να το διαβάσετε ολόκληρο)

Πρωτ. Θεμιστοκλής Μουρτζανός


Ένα από τα πιο δύσκολα στην απάντηση ερωτήματα που αντιμετωπίζουμε όσοι πιστεύουμε στο Θεό είναι το γιατί «πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται και πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» (Β’ Τιμ. 3, 12-13). Όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με ευσέβεια, σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς. Μόνο οι πονηροί άνθρωποι και οι απατεώνες θα προκόβουν στο χειρότερο. Θα εξαπατούν τους άλλους και οι άλλοι θα τους εξαπατούν. Ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας στον μαθητή του Τιμόθεο, λίγο καιρό πριν το μαρτύριό του στην Ρώμη στα χρόνια του Νέρωνα, κάνει τον απολογισμό της ζωής του και περιγράφει αυτό το οποίο πάντοτε οι χριστιανοί είχαμε και έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Να διαπιστώνουμε ότι εκείνοι οι οποίοι όχι μόνο δεν τηρούν το θέλημα του Θεού, αλλά δρούνε εναντίον Του, εναντίον της αλήθειας και της δικαιοσύνης, προκόπτουν. Δοξάζονται. Ζούνε καλά. Εξαπατούν τους άλλους ανθρώπους και εξαπατούνται από εκείνους, καθώς μεταξύ των πονηρών υπάρχει ανταγωνισμός στο κακό. Θριαμβεύει το συμφέρον και η ανομία. Και την ίδια στιγμή, όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με σεβασμό στο Θεό και σύμφωνα με το θέλημά Του, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς, είτε αίματος, είτε συνειδήσεως. 
(Ανοίξτε το άρθρο για να το διαβάσετε ολόκληρο)

Του Απόστολου Β. Νικολαΐδη*, καθηγητή της Κοινωνιολογίας της Θρησκείας και της Κοινωνικής Ηθικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

1.ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ
Η ευθύνη χαρακτηρίζεται κοινωνική για δύο βασικούς λόγους. Αναφέρεται αφενός στην κοινωνία με την έννοια των διαπροσωπικών σχέσεων που οφείλονται στην ενεργοποίηση της έμφυτης κοινωνικότητας των προσώπων και χαρακτηρίζονται από την κοινωνία πίστης και αγάπης. Άριστη κοινωνία η κοινωνία πίστης και αληθινής αγάπης, γράφει ο Φώτιος.

  Αφετέρου αναφέρεται σ’ αυτό που και τότε σπάνια, ιδιαίτερα όμως σήμερα χαρακτηρίζουμε, κοινωνία , και εννοούμε ένα οργανωμένο σύνολο ατόμων με θεσμοποιημένους τρόπους δράσης και συμπεριφοράς . Παράλληλα προς τον όρο κοινωνία χρησιμοποιείται και ο όρος «πολιτεία» , που φαίνεται, αν λάβουμε υπόψη τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, να είναι ευρύτερος της κοινωνίας, μάλιστα δε να την εμπεριέχει.


Ο όρος «κοινωνική ευθύνη» είναι σύγχρονος και επομένως είναι μάταιο να τον αναζητήσει κάποιος είτε στην εκκλησιαστική Γραμματεία, επομένως και στον ιερό Φώτιο, είτε στην θύραθεν. Ωστόσο, ό,τι υπονοείται πίσω από αυτή τη φράση αποτελεί πάγια πρακτική της Εκκλησίας, η οποία από τότε που έλαβε σάρκα και οστά κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν δηλαδή θεσμοποιήθηκε η εμπειρία των αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων των λόγων και των έργων του Θεανθρώπου Χριστού, αισθάνθηκε υποχρεωμένη να είναι ανοικτή στην κοινωνική πραγματικότητα διδάσκοντας, θεραπεύοντας και αναγεννώντας.....
Χρυσόστομος Χατζηλάμπρου

Στην σημερινή εποχή της αφθονίας και της υπερκατανάλωσης, η νηστεία θεωρείται από πολλούς απαρχαιωμένος και αναχρονιστικός θεσμός. Ενώ θα περίμενε κανείς, η μαζική καταναλωτική μανία να προκαλεί στον άνθρωπο μια πνευματική δίψα, με έκπληξη παρατηρείται ότι ούτε τέτοια δίψα υπάρχει, ούτε αναζήτηση για αναπλήρωση αυτού του πνευματικού ελλείμματος. Ο άνθρωπος συνεχίζει κανονικά τη ζωή του, σε έναν κόσμο, όπου ο Θεός είναι από κάθε άποψη άφαντος και όπου ολοένα και λιγότερο τον αναζητεί. Καθημερινά και με τη συνεχή υλιστική προσφορά των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και της διαφήμισης, χάνει τη δύναμη να αντισταθεί και να αξιολογήσει οτιδήποτε προβάλλεται ως αναγκαιότητα. Μπορεί να παραμείνει νηστικός ολόκληρες ημέρες για λόγους υγείας του σώματος, αλλά όχι για λόγους υγείας της ψυχής του. Η αντίληψη που αναπτύσσεται μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τοποθετεί την ευτυχία στην απεριόριστη αύξηση της καταναλωτικής ικανότητας, διαμορφώνει μια «μονοδιάστατη ηθική της αναπτύξεως»[101].

Σήμερα, η μεγιστοποίηση του κέρδους κατευθύνει την προσωπική και κοινωνική ζωή. Η κοινωνία μεταβάλλεται σε καταναλωτική μηχανή και ο άνθρωπος εξάρτημα που την κινεί. Η αυτονόμηση της οικονομικής ζωής εγκλωβίζει τον άνθρωπο στην ατομικότητά του. Ταυτίζεται μόνο με την υλική του διάσταση και αυτοαλλοτριώνεται[102]. Η ταύτιση του εαυτού του με τον κόσμο τον αλλοτριώνει από την πνευματική του διάσταση και ενώ όλα τα προβλήματα εμφανίζονται να είναι υλικά και τεχνικά στην πραγματικότητα είναι υπαρξιακά και πνευματικά. Ο Μέγας Βασίλειος επισημαίνει την ανάγκη αυτοελέγχου και αυτογνωσίας για να γίνεται διαχωρισμός του ανθρώπου από τα πράγματα που τον περιβάλλουν και από εκείνα που του ανήκουν[103]. Σε διαφορετική περίπτωση, η ταύτιση της ύπαρξης με τα μέσα και τις ανέσεις προκαλεί έλλειψη κάθε ορίου στις επιθυμίες και τις πράξεις και εγκλωβισμό στην κοσμική αναγκαιότητα.

Ο Χριστός, στην επί του Όρους ομιλία του, εκφράζει ένα διαχρονικά επαναστατικό και ανατρεπτικό μήνυμα. Ο κόσμος επιδιώκει την ηδονή και την απόλαυση, την άνεση και την κοινωνική προβολή, αλλά η πληρότητα βρίσκεται στην ταπείνωση και στη διακονία (Ματθ. 5, 3-11). Ο Χριστιανισμός βλέπει στην ασιτία το μέσο θεραπείας του σώματος και τον τρόπο απόκτησης της αρετής. Ο σκοπό της δεν είναι η δαιμονοποίηση του κτιστού κόσμου, αλλά η βοήθεια του ανθρώπου στην πνευματική ανόρθωση και στην κοινωνική του ένταξη με το συνάνθρωπο, το φυσικό περιβάλλον και το Θεό. Αποτελεί κίνηση συνειδητοποίησης υλικών εξαρτήσεων και τρόπο επαναπροσδιορισμού της θέσης του στη δημιουργία, απελευθέρωση από τις εξαρτήσεις που θέτει ο κόσμος, από τις απαιτήσεις της καταναλωτικής κοινωνίας, από την υπερτροφία του εγωισμού του.

Η εκούσια στέρηση των φθαρτών αγαθών γίνεται πράξη ελευθερίας και όχι υποδούλωσης, μια προσωπική επιλογή αναζήτησης της υπαρξιακής ταυτότητας του. Κινείται από αγάπη στο Θεό και αυτοπροσδιορίζεται από την (επι)-κοινωνία του με τον συνάνθρωπο, την προσοχή – προσευχή και έμπρακτη, προσωπική και ανυστερόβουλη αγάπη γι΄αυτόν. Αγάπη χωρίς θεωρητικά σχήματα, αλλά πραγματικών πρωτοβουλιών σε κοινωνικό, αλλά και σε θεσμικό επίπεδο[104].

Η αξία, όμως, της ασιτίας αποδεικνύεται μεγάλη όχι μόνο για την πνευματική ανάταση του ανθρώπου, αλλά και την σωματική του υγεία. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η σκυθρωπότητα του προσώπου προκαλείται από τις αρρώστιες και τους πόνους, ενώ τις αρρώστιες προκαλούν η εξασθένηση του σώματος που προέρχεται από τη μεγάλη πολυτέλεια και τη φιληδονία[105].

Η μεγάλη σημασία της νηστείας για την υγιή λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού καταξιώνεται, σήμερα και μέσα από την ιατρική επιστήμη. Σε άρθρο του Ιωάννη Χατζημηνά, καθηγητή της Πειραματικής Φυσιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «με την αποχή από την τροφή δεν εισάγονται στον οργανισμό όλα εκείνα τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζονται για τη συνεχή αντικατάσταση των φθειρόμενων στοιχείων του σώματος, καθώς και εκείνα που παρέχουν με την καύση τους την απαραίτητη ενέργεια που απαιτείται για τις διάφορες λειτουργίες που επιτελούνται μέσα στο σώμα. Κατά συνέπεια, κατά τη διάρκεια της νηστείας, ο οργανισμός βρίσκεται σε μια κατάσταση αρνητικού ισολογισμού ύλης, αλλά και ενέργειας, δηλαδή χάνει συνεχώς διάφορα συστατικά του, χωρίς να τα αναπληρώνει και επιπρόσθετα, ξοδεύει συνεχώς ενέργεια χωρίς να προσλαμβάνει ενέργεια από το περιβάλλον»[106].

Σε μελέτη, όμως, της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης[107], που δημοσιεύεται στην επιστημονική επιθεώρηση «BMC Public Health», επισημαίνεται η αξία της νηστείας της ορθόδοξης Εκκλησίας τόσο για την ισορροπία του οργανισμού, όσο και της σωστής ρύθμισης των λειτουργιών του. Η μελέτη του Πανεπιστημίου Κρήτης, από τους επιστήμονες Κατερίνα Σαρρή, Νικόλαο Τζανάκη, Μανώλη Λιναρδάκη, Γεώργιο Μαμαλάκη και Αντώνη Καφάτο, που δημοσιεύεται στην επιστημονική επιθεώρηση «BMC Public Health», παρουσιάζει τη συνολική εικόνα της επίδρασης της περιοδικής φυτοφαγίας που ακολουθούν οι πιστοί των διατροφικών κανόνων της ορθόδοξης Εκκλησίας με σειρά βιοχημικών και βιολογικών παραμέτρων.

Στη μελέτη παρατηρείται μείωση των επιπέδων των λιπιδίων του αίματος, κυρίως της ολικής χοληστερόλης και της (LDL) χοληστερόλης, καθώς και του σωματικού βάρους των συμμετεχόντων. Παράλληλα δεν αυξάνεται ο κίνδυνος για εμφάνιση ανεπάρκειας βιταμινών Α και Ε, αλλά ούτε και σιδηροπενικής αναιμίας. Επιπλέον, η τήρηση αυτής της διατροφής συμβάλλει σε αύξηση επιπέδων ω-3 πολυακόρεστου οξέος (DHA) στο υποδόριο λίπος, γεγονός που σχετίζεται με χαμηλότερες πιθανότητες εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Επίσης αναφέρεται ότι η περιοδική φυτοφαγία, όπως είναι ουσιαστικά η νηστεία, προλαμβάνει χρόνιες ασθένειες, όπως καρδιαγγειακές νόσους, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διάφορες μορφές καρκίνου.

Για τον Χριστιανισμό, η εκούσια ασιτία δεν επηρεάζει μόνο ατομικά, αλλά ασκεί επίδραση σε ολόκληρη την κοινωνία. Ο σύγχρονος άνθρωπος επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην ικανοποίηση των αισθήσεων και στην αύξηση του πλούτου και των ανέσεών του. Η αυτονόμηση της οικονομικής ζωή εγκλωβίζει την ανθρώπινη ύπαρξη στην ατομικοκεντρικότητα και την καθηλώνει στην καθημερινότητα. Η προσπάθεια μεγιστοποίησης του κέρδους φαλκιδεύει την ηθική ποιότητα της κοινωνικής ζωής και τη συνοχή της. Έτσι, η ανάπτυξη κάθε κοινωνικού προβλήματος δεν προκύπτει από τις δομές και τη διάρθρωση της κοινωνία, αλλά από τις τάσεις και στάσεις του προσώπου, απέναντι σε αυτήν. Η καταδίκη της αδικίας και της εκμετάλλευσης χωρίς την έμπρακτη δικαιοσύνη και αλληλεγγύη οδηγεί σε κοινωνικό αδιέξοδο.

Είναι χαρακτηριστικό κοινωνικό φαινόμενο η καταγγελία της κοινωνικής αδικίας, όταν πλήττει άμεσα και προσωπικά και η αποδοχή της, όταν γίνεται σε βάρος τρίτων. Η ασκητική τοποθέτηση έναντι στο κόσμο αποτελεί τη χριστιανική θέση επίλυσης της κοινωνικής αδικίας. Ο επαναπροσδιορισμός του ανθρώπου μέσα στην υλική δημιουργία και η εγκράτεια του προσώπου έναντι των τέρψεων και ανέσεων λειτουργούν απελευθερωτικά από κάθε υλική εξάρτηση, προσωπικό φρόνημα, αυθαίρετη και εγκληματική πράξη.

[Συνεχίζεται]

[101]Πρβλ. Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, Χριστιανική Ηθική ΙΙ, σελ. 544.

[102]Πρβλ. στο ίδιο, σελ. 545.

[103]Βλ. Μ. Βασιλείου, Εις το πρόσεχε σεαυτώ 3, P.G. 31, 204.

[104]Βλ Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, Χριστιανική Ηθική ΙΙ, σελ. 444.

[105]Βλ. Ιω. Χρυσόστομος, Στην προς Εβραίους, Ομιλία ΚΘ΄, P.G. 63, 206.

[106]Πρβλ. στο διαδικτυακό τόπο:  http://www.healthierworld.gr/portal/cc7146d26 842552e/31ab328e47c4ea3f/0d81f8d2278a750f/223fa774f48cac82/db576a7d2453575f.html [13/5/2012].

[107]Βλ. στο διαδικτυακό τόπο: http://ygeia.tanea.gr/default.asp?pid=5&faqID=11979&la =1[13/5/2012].


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Αγαπητοί μου εκπαιδευτικοί και μαθητές, αγαπητοί μου αδελφοί,
Καθώς ζούμε σε μία εποχή στην οποία λίγα είναι εκείνα τα οποία φαίνεται να μας δίνουν αληθινή χαρά, είναι καιρός να ξαναδούμε ορισμένες από τις αξίες της παραδόσεώς μας, οι οποίες μπορούν
να αποτελέσουν την βάση για να ξαναχτίσουμε μία καλύτερη κοινωνία. Η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, η οποία έχει ιστορία περίπου 1000 χρόνων σε ο,τι αφορά στην συνάντηση του Σχολείου και της Παιδείας με την Εκκλησία, μας υπενθυμίζει την μοναδική στην Ιστορία σύνθεση δύο πνευματικών φαινομένων: του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό, η οποία δεν δημιούργησε μόνο έναν νέο πολιτισμό, αλλά έδωσε σε όσους αποδέχτηκαν αυτήν την σύνθεση την δυνατότητα να χτίσουν κοινωνίες με πίστη, ποιότητα και ανθρωπιά.

Ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας έδειξαν ότι εάν ο άνθρωπος πιστεύει στον Θεό, διψά να μαθαίνει τόσο για Εκείνον όσο και για τον κόσμο που δημιούργησε. Και η γνώση γίνεται πράξη. Στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου ο αληθινά μορφωμένος βλέπει την εικόνα του Θεού, την ύπαρξη για την οποία αξίζει να θυσιασθεί, να προσφέρει, να συγχωρέσει, να αγωνιστεί, να μοιραστεί γνώσεις, υλικά αγαθά, αγάπη για την ομορφιά και την ζωή, ελπίδα για την αιωνιότητα και κυρίως αλήθεια. Και δεν έμειναν μόνο στα κείμενα, τις ομιλίες, την παιδεία της γνώσεως. Εργάστηκαν φροντίζοντας τον καθένα που είχε ανάγκη, ανεξαρτήτως καταγωγής, πίστεως, μορφώσεως. Κατέδειξαν τον Χριστό με τα λόγια και τα έργα τους. Και έγιναν γνήσιοι διδάσκαλοι, όχι μόνο της επίγειας σοφίας, αλλά και της επουράνιας.

Μπορούμε να αισθανόμαστε ευλογημένοι από τον Θεό, διότι τέτοιων ανθρώπων είμαστε συνεχιστές. Και η ευχή μας και η προσευχή μας είναι το Σχολείο και η Εκκλησία αυτούς τους ανθρώπους να αναδεικνύουν ως παραδείγματα, για να τους μιμούμαστε όλοι μας. Για να θυμόμαστε ότι με την βοήθεια των πνευματικών μας θησαυρών μπορούμε να αλλάξουμε την ζωή μας. Μικρότεροι και μεγαλύτεροι.

Θέλουμε να γνωρίζετε ότι είμαστε κοντά σας. Και σας καλούμε να μην σταματήσετε να ελπίζετε, όχι μόνο στον προσωπικό σας αγώνα, αλλά κυρίως στην βοήθεια και την δύναμη που μας δίνει η πίστη στο Θεό. Εκείνον που φώτισε τους Τρεις Ιεράρχες. Εκείνον που θέλει και μπορεί να φωτίσει όλους μας στην ζωή!

Χρόνια Πολλά, ευλογημένα και φωτισμένα!

Με πατρική αγάπη και θερμές ευχές,

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΣ

†Ο ΚΕΡΚΥΡΑΣ, ΠΑΞΩΝ & ΔΙΑΠΟΝΤΙΩΝ ΝΗΣΩΝ

ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/
Καθαρό μήνυμα απέναντι σε νοοτροπίες ξενοφοβίας και ρατσισμού έδωσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος από τον ιερό ναό Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, στα Κάτω Πατήσια. Σε μια πολυπληθή γειτονιά της Αθήνας, που δοκιμάζεται από υψηλό δείχτη ανεργίας και φτώχεια, ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε στις δυσκολίες της εποχής, που προκαλούν ανασφάλεια κι αποξένωση: «ο τόπος περνάει δύσκολες ώρες και, δυστυχώς, η αβεβαιότητα για το μέλλον έχει φωλιάσει στον καθένα χωριστά». Πέρα από τα οξυμένα οικονομικά προβλήματα, μίλησε ακόμη για τις συνέπειες της κρίσης, όπως ο φόβος και η αντικοινωνική συμπεριφορά.

Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της ευαγγελικής περικοπής για το θαύμα που έγινε στους δέκα λεπρούς, ο Αρχιεπίσκοπος έκανε λόγο για τους κοινωνικά αποκλεισμένους της εποχής μας, δηλαδή στους οικονομικά ασθενείς και τους μετανάστες. Σε αυτούς ειδικά προέτρεψε ν’ απλώσουμε το χέρι, χωρίς δισταγμό. «Καμία διάκριση σε όποιον έχει την ανάγκη μας…όταν υπάρχει αγάπη, αυτή μας δείχνει τον τρόπο να βοηθήσουμε, χωρίς καμιάν εξαίρεση», υπογράμμισε με ένταση ο Αρχιεπίσκοπος, απευθυνόμενος στους πιστούς, που είχαν κατακλύσει το ναό.


Πηγή: http://www.ecclesia.gr
Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Η Εκκλησία πάντοτε διακρινόταν από την προσδοκία της επανόδου του Χριστού στον κόσμο μας, έβλεπε προς το τέλος της Ιστορίας, την οποία αντιμετωπίζει ευθύγραμμα και όχι κυκλικά. Δεν πιστεύει ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται και ότι ο άνθρωπος καθηλώνεται στο σήμερα, όντας ο ίδιος, χωρίς να μπορεί να αλλάξει. Δεν πιστεύει ότι ο άνθρωπος επαναλαμβάνει συμπεριφορές, παραμένει προσκολλημένος σε δομές, όντας δέσμιος του χρόνου, χωρίς να μπορεί να υπερβεί τα πάθη και τις αδυναμίες του. Γι’ αυτό και ζει την ιστορική πορεία ως μία συνεχή ευκαιρία μετάνοιας, πρόσκτησης του Πνεύματος του Θεού, επιθυμίας για θέωση. Στον αγώνα αυτό που είναι συνεχής και την ίδια στιγμή ανεπανάληπτος, διότι τίποτε δεν επιστρέφει όπως ήταν, ούτε καν οι επιθυμίες μας, καλούμαστε από την πίστη να βλέπουμε όχι μόνο τον εκτός μας κόσμο, αλλά και τον εντός μας. Να βάζουμε αρχή, ώστε να μετανοούμε για τα πάθη και τα λάθη μας, και να προσπαθούμε να δεχθούμε το Χριστό στις καρδιές μας. Καμία πνευματική εμπειρία, καμία γιορτή, καμία μετοχή στα μυστήρια της πίστης δεν μας βρίσκει στην ίδια ακριβώς κατάσταση με την προηγούμενη. Αυτή η συνεχής διαφορετικότητα γίνεται κίνητρο όχι για στασιμότητα, αλλά για πνευματική εργασία, για να μην αφήσουμε τα μέλη τα επί της γης να μας κρατούν καθηλωμένους στην αμαρτία και στο παρελθόν (Κολ. 3, 5), να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς και να αφήσουμε τον Χριστό να προσθέσει σ’ αυτά που μας λείπουν.

Τι είναι όμως «τα μέλη τα επί της γης», την νέκρωση των οποίων ζητά ο απόστολος Παύλος στην προς Κολοσσαείς επιστολή του;

Είναι το θέλημα του ανθρώπου το οποίο δεν έχει να κάνει με το θέλημα του Χριστού, είναι αντίθετο ή αδιάφορο προς Εκείνον. Είναι ό,τι επιθυμούμε και έχει άρνηση σε σχέση με την οδό του Ευαγγελίου. Είναι το πνεύμα της θεοποίησης του εαυτού μας. Η αίσθηση πως αν ικανοποιήσουμε ό,τι μας κρατά προσκολλημένους στο σήμερα, ακόμη κι αν δεν έχει αγάπη, θα είμαστε ευτυχισμένοι. Αυτό το θέλημα έχει να κάνει τόσο με το σώμα, όσο και με την ψυχή. Γι’ αυτό και ο Παύλος περιγράφει τις μορφές με τις οποίες φανερώνεται. Είναι η πορνεία, δηλαδή η χρήση του άλλου ως σώματος προς ηδονήν και όχι η κοινωνία της αγάπης και της χαράς στην προοπτική της ένταξης στο σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία. Είναι η ακαθαρσία, κάθε λογισμός και κάθε πράξη που ρυπαίνει την ψυχή και το σώμα μας, διότι μας κλείνει στον εαυτό μας και μας κάνει να νομίζουμε ότι μέσα από την διαφθορά που η απόλαυση φέρνει θα είμαστε ευτυχισμένοι. Είναι το πάθος, κάθε δηλαδή εξάρτηση του σώματός μας όχι από το Θεό και την αγάπη, αλλά από την αμαρτία. Είναι κάθε κακή επιθυμία, όλα εκείνα τα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα, τα οποία όμως μας βγάζουν από την πνευματική μας πορεία, διότι πετυχαίνουν να μας πείσουν ότι είναι σημαντικά για μας, καταναλώνοντας τον χρόνο μας μάταια. Είναι, τέλος, η πλεονεξία, η οποία γίνεται ειδωλολατρία, γιατί μας κάνει να πιστεύουμε πως η ευτυχία βρίσκεται σε ό,τι και όποιον αποκτήσουμε και εκείνο ή εκείνος γίνεται το αντικείμενο της λατρείας μας, παρά τον Θεόν.

Οι εμπαθείς αυτές καταστάσεις δεν είναι μόνο σωματικές, αλλά έχουν να κάνουν και με την ψυχή, με τον όλο άνθρωπο. Γιατί ο ρύπος ξεκινά από την καρδιά. Από την απουσία δυνατής αγάπης προς το Θεό και τον συνάνθρωπο. Από την έλλειψη διάθεσης για πνευματικό αγώνα. Από την πώρωση της συνείδησης. Από την εκδίωξη της χάριτος του Πνεύματος. Από την απουσία εκκλησιαστικού φρονήματος και την άρνηση μετοχής στο σώμα του Χριστού, είτε γιατί κανείς δεν μπορεί να μας καταλάβει είτε γιατί υπάρχουν άλλες προτεραιότητες στην καρδιά μας. Κι έτσι, εκτός από τις σαρκικές ηδονές, ο Παύλος επισημαίνει ότι η ψυχή και το σώμα μας γίνονται δέσμια και άλλων παθών.

Είναι η οργή, η στιγμιαία έκρηξη της καρδιάς μας, διότι ο άλλος δεν είναι όπως τον θέλουμε ή δεν κάνει αυτό που θέλουμε. Είναι ο θυμός, μία μόνιμη κατάσταση της καρδιάς μας, η οποία μας συνοδεύει συνεχώς και μας κάνει να μην λησμονούμε τι είναι και τι κάνει ο άλλος. Είναι η κακία, δηλαδή η συνολική κατάσταση της ύπαρξής μας, η οποία εμφανίζεται όταν απουσιάζει η καλοσύνη, όταν δηλαδή βλέπουμε όλους τους άλλους ως εχθρούς. Είναι η αισχρολογία, δηλαδή η βλασφημία κατά του Θεού και την ίδια στιγμή η υποτίμηση και ο εξευτελισμός των άλλων ανθρώπων, με σκοπό να επιδείξουμε την δική μας ανωτερότητα. Είναι, τέλος, το ψεύδος, το οποίο εύκολα λέμε ο ένας στον άλλο, είτε για να επιδειχθούμε, είτε για να κρύψουμε την αλήθεια, είτε γιατί προσποιούμαστε ότι είμαστε άλλοι από αυτούς που είμαστε.

Τα πρώτα μέλη έχουν να κάνουν με την κίνηση του σώματος και της ψυχής έναντι του άλλου στο επίπεδο της σάρκας. Τα δεύτερα έχουν να κάνουν με την αντίστοιχη κίνηση στο επίπεδο του λόγου. Σάρκα και λόγος συνδυάζονται σε μία λογική επανάληψης, κατατρώγουν το χρόνο μας και μας υποτάσσουν στην δύναμη της αμαρτίας. Για την Εκκλησία όμως, επειδή ακριβώς ο χρόνος και η ιστορία λειτουργούν ευθύγραμμα, υπάρχει η έννοια της νέκρωσης. Αγωνιζόμενοι να νεκρώσουμε την κυριαρχίας της σάρκας και του λόγου, αφηνόμαστε στην αγάπη του Πνεύματος και την δύναμη του Θεού Λόγου, του ενανθρωπήσαντος Χριστού που μας αγαπά και κατοικεί εντός μας, για να μας οδηγήσει στον καινούριο άνθρωπο. Αρκεί να «ενδυθούμε τον νέον, τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν» (Κολοσ. 3, 10). Να μην φοβηθούμε να δούμε κατά πρόσωπο τον εαυτό μας. Να αγωνιστούμε πνευματικά. Να αντισταθούμε στο πνεύμα της εποχής μας, το οποίο ταυτίζει την ευτυχία με την ικανοποίηση της σάρκας και με την δύναμη του λόγου, όταν και τα δύο υποτάσσουν τους άλλους χωρίς να ενδιαφέρεται αν αγαπούμε.

Η εσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας δεν είναι μία μετάθεση της ευτυχίας στο απώτατο μέλλον, στην μεταθανάτια πραγματικότητα, στο τέλος του κόσμου, αλλά μία εδώ και τώρα απόφαση μετάνοιας, νέκρωσης και πορείας ανακαίνισης του εαυτού μας. Και έτσι αλλάζει και η πορεία του κόσμου. Μέσα από την δική μας αλλαγή. Αν αλλάξουμε, τότε η υπομονή μας έχει νόημα. Αν όχι, τότε θα παραμένουμε παρατηρητές και κατήγοροι μιας κοινωνίας που ζητά την ικανοποίηση του σαρκικού φρονήματος και που στρέφεται με τον λόγο εναντίον των πάντων, χωρίς όμως να αποδέχεται τον τρόπο της αλλαγής τόσο εν τω νυν όσο και εν τω μέλλοντι αιώνι, που είναι η σχέση με το Χριστό.


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/
Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Για ποιο λόγο γιορτάζουμε τις γιορτές της Εκκλησίας; Για ποιο λόγο συμμετέχουμε στην πνευματική ζωή του σώματος του Χριστού; Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Κι αυτό γιατί συνήθως λείπει από τα μάτια, τόσο του σώματος όσο και της ψυχής, η προοπτική της πίστης στο Χριστό, ως Εκείνον που κατέβηκε από τον ουρανό και στη συνέχεια ανέβηκε ψηλά και πήρε μαζί Του αιχμαλώτους, έδωσε δώρα στους ανθρώπους: «αναβάς εις ύψος ηχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν και έδωκε δόματα τοις ανθρώποις» (Εφεσ. 4,8). Συνήθως πιστεύουμε σε έναν Θεό ο Οποίος είναι ανώτερη δύναμη, δημιουργό του κόσμου, ο Οποίος μαγικά μας ακούει και δίνει λύσεις στα προβλήματά μας, ενίοτε μας τιμωρεί για τα σφάλματά μας και που μαζί Του θα μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε μετά την έξοδό μας από αυτόν τον κόσμο. Όμως για την Εκκλησία μας η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό δεν περιορίζεται σε μια τέτοια οπτική. Γιατί αν μείνουμε σ’ αυτόν τον δρόμο, τότε αρνούμαστε το μεγάλο γεγονός: ότι ο Θεός δεν είναι απρόσωπος, αλλά υπάρχει εν τρισίν προσώποις. Ότι η αγάπη Του δεν είναι γενική μόνο, αλλά εκφράζεται με τη συνεχή βούλησή του να αναδημιουργεί τον άνθρωπο, να τον αναγεννά στο πρόσωπο του Χριστού και την ίδια στιγμή να μας υπενθυμίζει την παρουσία της αγάπης Του μέσα από το μυστήριο της Εκκλησίας.
Άνοιξε το άρθρο για να το διαβάσεις ολόκληρο
(Άνοιξε το άρθρο για να το διαβάσεις ολόκληρο)

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας


«Η ευχή του Ιησού είναι η κατ΄ εξοχήν άσκηση του νου και της καρδιάς, το μέσο αγιασμού όλων των πιστών. Περιέχει ομολογία πίστεως στον Θεό και εξομολόγηση της πτώσεως του ανθρώπου, γι΄ αυτό και έχει πληρότητα.
«ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ Ανθολόγιο Συμβουλών», ΕΚΔΟΣΕΙΣ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΗΛΕΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ

Να ζητάμε να γίνει το θέλημα του Θεού. αυτό είναι το πιο συμφέρον, το πιο ασφαλές για μας και για όσους προσευχόμαστε. Ο Χριστός θα μας τα δώσει όλα πλούσια. Όταν υπάρχει έστω και λίγος εγωισμός, δεν γίνεται τίποτα.

 

Όταν ο Θεός δεν μας δίδει κάτι που επίμονα ζητάμε, έχει το λόγο Του. Έχει κι ο Θεός τα «μυστικά» Του.

 

Αν δεν κάνετε υπακοή (σε ιερέα-πνευματικό) και δεν έχετε ταπείνωση, η ευχή  (δηλ. το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) δεν έρχεται και υπάρχει και φόβος πλάνης.

 

Να μην γίνεται η ευχή (το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) αγγαρεία. Η πίεση μπορεί να φέρει μια αντίδραση μέσα μας, να κάνει κακό. Έχουν αρρωστήσει πολλοί με την ευχή, γιατί την έκαναν με πίεση. Και γίνεται, βέβαια, κι όταν το κάνεις αγγαρεία. αλλά δεν είναι υγιές.

 

 

Δεν είναι ανάγκη να συγκεντρωθείτε ιδιαίτερα για να πείτε την ευχή. Δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια όταν έχεις θείο έρωτα. Όπου βρίσκεσθε, σε σκαμνί, σε καρέκλα, σε αυτοκίνητο, παντού, στον δρόμο, στο σχολείο, στο γραφείο, στη δουλειά μπορείτε να λέτε την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», απαλά, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο.

 

Σημασία στην προσευχή έχει όχι η χρονική διάρκεια αλλά η ένταση. Να προσεύχεσθε έστω και πέντε λεπτά, αλλά δοσμένα στο Θεό με αγάπη και λαχτάρα. Μπορεί ένας μια ολόκληρη νύχτα να προσεύχεται κι αυτή η προσευχή των πέντε λεπτών να είναι ανώτερη. Μυστήριο είναι αυτό βέβαια, αλλά έτσι είναι.

Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Ό,τι και να του τύχει αμέσως αρχίζει: «Κύριε Ιησού Χριστέ ...;». Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά. Για παράδειγμα, πάσχεις από αυπνία. να μη ακέπτεσαι τον ύπνο. Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα κοιμηθείς ή όχι. Να συγκεντρώνεσαι, να λες τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το «Κύριε Ιησού Χριστέ ...;» κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr/

Μη κατηγορείς κανέναν για να μην χασεις την ηρεμία της ψυχής σου.
Δεξου τις αδυναμίες σου για να ταπεινώνεσαι.

Γίνε αληθινός με τον εαυτό σου για να έχεις αληθινή γνώση του εαυτού σου. Να ζυγίζεις τον εαυτό σου με τις εντολές του Θεού και οχι όπως θέλεις εσύ. Αγάπησε το καλό καί θα διώχνεις εύκολα το κακό απο κοντά σου.
Μη σκέπτεσαι ότι σε στενοχωρεί αλλά να προσεύχεσαι για να έχεις την ειρήνη της ψυχής σου. Διδάξου την αρετή απο τη ζωή ενός αγίου και γίνε όπως επιθυμείς ο Θεός.

Μη φοβάσαι το κακό του άλλου αλλά το κακό που έχεις μέσα σου.
Γίνε σοφός μέσα απο την διάκριση και την φρόνηση .

Μην διστάζεις να αγαπάς έστω κι αν σε αδικούν και σε προσβάλλουν.
Να αγαπάς με θεϊκή αγάπη και να συγχωρείς όπως ο Χριστός στο Σταυρό.

Η προσευχή σου να είναι καρδιακή για να μπορείς να αισθάνεσαι την παρουσία του Θεού.
Πριν κοιμηθείς σκέψου για λίγο το Παράδεισο του Θεού με τους αγίους και τους αγγέλους.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr/

   
Ανοίξτε το άρθρο για να το διαβάσετε ολόκληρο

Αρχιμ. Τιμοθέου, Καθηγουμένου Ι. Μ. Παρακλήτου. «Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ» – σύντομες διδασκαλίες. Εκδ. Ι.Μ.Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1988

Όσοι αληθινά απεφάσισαν να υπηρετήσουν τον Κύριο, πρέπει να καταγίνονται στη μνήμη του Θεού και στην αδιάλειπτη και νοερά επίκληση του ονόματος Του: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό».

Τις ώρες που ακολουθούν μετά το γεύμα μπορεί κανείς να προσεύχεται ως εξής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, πρεσβείαις της Θεοτόκου ελέησόν με τον αμαρτωλό». Μπορεί επίσης να καταφεύγει ιδιαιτέρως στη Θεοτόκο: «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς» ή να λέει τον αρχαγγελικό ασπασμό: «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία…»

Με αύτη την απασχόληση όχι μόνο διατηρούμε ειρηνική τη συνείδησή μας, αλλά μπορούμε να πλησιάσουμε τον Θεό και να ενωθούμε μαζί Του. Διότι, κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, δεν μπορούμε να πλησιάσουμε με άλλο τρόπο τον Θεό, έκτος από την αδιάλειπτη προσευχή.

Ο άνθρωπος που μακροθυμεί, έχει πολλή φρόνηση (Παροιμ. 14:29). Το ίδιο κι εκείνος που τεντώνει το αυτί του για ν΄ ακούει λόγους πνευματικής σοφίας.

Μην αρνείσαι να μαθαίνεις, κι ας τυχαίνει να ξέρεις πάρα πολλά. Γιατί αυτό πού μπορεί να οικονομήσει ο Θεός, είναι πολύ πιο ωφέλιμο από τη δική μας φρόνηση.

Αυτός που θέλει να σηκώσει το σταυρό του και ν΄ ακολουθήσει το Χριστό, πρέπει πρώτα-πρώτα να επιδιώξει την αληθινή γνώση και μάθηση, εξετάζοντας ακατάπαυστα τους λογισμούς του και μεριμνώντας συνεχώς για τη σωτηρία του... και ρωτώντας τους δούλους του Θεού πού έχουν το ίδιο φρόνημα και αγωνίζονται τον ίδιο αγώνα μ΄ αυτόν, έτσι ώστε να μην αγνοεί πού και πώς βαδίζει και να μην προχωράει μέσα στο σκοτάδι χωρίς λύχνο να του φέγγει.

Γιατί εκείνος πού βαδίζει ιδιόρρυθμα, χωρίς ευαγγελική γνώση, χωρίς διάκριση και χωρίς την καθοδήγηση κάποιου, σκοντάφτει συχνά και πέφτει σε πολλούς λάκκους και παγίδες του πονηρού και πλανιέται πολύ και κοπιάζει πολύ και μπαίνει σε πολλούς κινδύνους και δεν γνωρίζει τι τέλος θα έχει.

Γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι πού πέρασαν από πολλούς κόπους και ασκήσει και κακοπάθειες και πού υπέφεραν πολλούς μόχθους για το Θεό, αλλά η ιδιορρυθμία, η αδιακρισία και η έλλειψη πνευματικής βοήθειας από τον πλησίον έκαναν τους τόσους και τόσους κόπους τους ανίσχυρους και μάταιους.

Γι αυτό αν είναι δυνατόν, πρέπει κανείς να φροντίζει και ν΄ αγωνίζεται να είναι συνεχώς μαζί με ανθρώπους πού έχουν πνευματική γνώση, με σκοπό, αν ο ίδιος δεν έχει φωτισμό αληθινής γνώσεως, βαδίζοντας μαζί μ΄ εκείνον που έχει, να μην περπατάει στο σκοτάδι, να μην κινδυνεύει από βρόχια και παγίδες και να μην πέφτει πάνω στα νοητά θηρία, που ζουν στο σκοτάδι και που αρπάζουν και αφανίζουν όσους περπατούν μέσα σ΄ αυτό χωρίς τον νοητό λύχνο του θείου λόγου.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr
Αγ. Ιωάννη της Κρονστάνδης, «Οι Μακαρισμοί»- Δέκα ερμηνευτικές ομιλίες

Πολλά είναι εκείνα που μπορούν να μας παρακινήσουν για να εφαρμόσουμε την εντολή της ελεημοσύνης.

Υπάρχει η άπειρη αγάπη και το άπειρο έλεος του Θεού προς τους ανθρώπους γενικότερα και κυρίως προς τους χριστιανούς, αλλά και προς τον καθένα μας χωριστά. Υπάρχει η σαφής και ξεκάθαρη ευαγγελική εντολή. Υπάρχει το παράδειγμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Υπάρχει το όνομα του χριστιανού που φέρουμε όλοι μας, το ότι δηλαδή είμαστε μέλη του Χριστού, του σώματός Του.

Να προσθέσεις σε όλα αυτά και την αίσθηση της ευσπλαχνίας που είναι έμφυτη στον άνθρωπο, την έβαλε ο ίδιος ο Θεός μέσα μας. Αυτή αναγκάζει ακόμα κι έναν άγριο άνθρωπο, πολύ δε περισσότερο το χριστιανό, να νιώσει συμπάθεια για κάποιον που υποφέρει. Όλο το πλήθος των συνανθρώπων μας που αντιμετωπίζουν διάφορες και πιεστικές ανάγκες, οι φτωχοί, οι δυστυχισμένοι, οι πεινασμένοι, οι γυμνοί, οι άρρωστοι, δεν πρέπει όλοι αυτοί να διεγείρουν μέσα μας αισθήματα συμπάθειας;

Όταν ζητάμε από τους άλλους να μας δείξουν συμπάθεια και να μας βοηθήσουν όταν υποφέρουμε από αρρώστιες κι αντιμετωπίζουμε διάφορες ανάγκες, τότε δεν είναι δίκαιο να περιμένουν κι οι άλλοι από μας να τους δείξουμε την ιδία συμπάθεια κι αγάπη; «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς» (Ματθ. ζ’ 12). Ο Θεός έχει μοιράσει τα τάλαντά Του στον καθένα μας για το κοινό καλό. Δε μας τα έδωσε για να ικανοποιήσουμε μόνο τη δική μας ματαιότητα. Τα τάλαντα αυτά δεν μας παρακινούν να εξυπηρετήσουμε τους αδελφούς και τις αδελφές μας στις δυσκολίες τους;

Βλέπεις πόσοι λόγοι υπάρχουν για να μας παρακινήσουν να κάνουμε ελεημοσύνες; Ο Κύριος Ιησούς Χριστός κι οι άγιοι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης πουθενά αλλού δε μας παρακινούν περισσότερο όσο στο έργο της ελεημοσύνης. Είπε ο ίδιος ο Κύριος: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχα­ρίστους και πονηρούς» (Λουκ. στ’ 35).

«Δες τους φωτισμένους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, πόσο γεμάτη είναι η καρδιά τους από ευσπλαχνία και πόσο προσπαθούν να την εμφυτέψουν και στους άλλους! Ευσπλαχνία δεν είναι ν’ αναφέρεις μια ή δυο φορές κάτι για τους φτωχούς κι αυτό είναι όλο. Δεν είναι να δείχνουν συμπάθεια για τους φτωχούς κάποιοι άνθρωποι μόνο κι άλλοι όχι, μερικοί να μιλάνε πολύ γι’ αυτούς κι άλλοι καθόλου, λες και δεν είναι κάποιο σπουδαίο ζήτημα.

Όχι! Όλοι οι παραπάνω λόγοι κι ο καθένας τους ξεχωριστά που εκτιμούν την εντολή αυτή ως τη πιο σπουδαία ή ως μια από τις σπουδαιότερες, μας παρακινούν με ενάργεια να την εφαρμόζουμε, μερικές φορές με παρότρυνση κι άλλες με απειλές, τώρα με επιτίμια κι υστέρα εγκωμιάζοντας τους ελεήμονες. Με τέτοιες συνεχείς υπομνήσεις για την αξία της εντολής αυτής καλούμαστε να ενισχύσουμε στη καρδιά μας τη διάθεση να την εφαρμόζουμε έμπρακτα. . . Καμιά αρετή δεν είναι τόσο ευάρεστη στο Θεό όσο η ελεημοσύνη.

Γιατί αυτή είναι πιο κοντά στον εύσπλαχνο και δίκαιο Θεό, στον οποίο πρέπει να προσφέρουμε ως θυσία έλεος μάλλον παρά κρίση. Ο δικαιοκρίτης Θεός δείχνει περισσότερο την αγάπη Του σε κείνους τους ανθρώπους, που οι ίδιοι δείχνουν την αγάπη τους στους άλλους».

Ο Άγιος επισημαίνει την ενότητα της δικής μας φύσης μ’ εκείνην των φτωχών, μας παρακινεί στην αγάπη και την ευσπλαχνία λέγοντας: «Έχουν κι αυτοί την ίδια ανθρώπινη φύση μ’ εσένα. Έχουν πλαστεί από το ίδιο υλικό με σένα ή ίσως και με καλλίτερο από το δικό σου. Το σπουδαιότερο πράγμα που πρέπει ν’ αναφέρουμε όμως είναι ότι κι αυτοί είναι εικόνες του Θεού. Ίσως μάλιστα να διατηρούν καλύτερα από μας την εικόνα αυτή, έστω κι αν το σώμα τους δεν είναι τόσο ελκυστικό.

Έχουν ενδυθεί εσωτερικά τον ίδιο Χριστό· έχουν λάβει τις ίδιες επαγγελίες του Πνεύματος, μοιράζονται μαζί μας τους ίδιους νόμους, τις ίδιες εντολές, τα ίδια μυστήρια και τις ίδιες ελπίδες. Ο Χριστός, «ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου», πέθανε και για κείνους όπως για μας. Είναι κληρονόμοι της ουράνιας βασιλείας, έστω κι αν ακόμα βρίσκονται μακριά από το στόχο τους αυτό· έχουν κι αυτοί συναποθάνει με το Χριστό για να συναναστηθούν μαζί Του· συμπάσχουν με το Χριστό για να συνδοξαστούν μ’ Εκείνον».

Μην περιφρονείς τον αδελφό σου, μη βιάζεσαι να τον προσπεράσεις, μη τον αποφεύγεις σα να ήταν κάτι ακάθαρτο και βρώμικο, κάτι το μολυσματικό, αποκρουστικό κι απόβλητο. Είναι κι αυτός μέλος σου, μα η δυστυχία του τον έχει απομακρύνει. Οι επαίτες είναι για σένα όπως ο ίδιος ο Θεός, κι ας τους προσπερνάς εσύ βιαστικά. Μέσω αυτών σου δίνεται η ευκαιρία ν’ αποδείξεις την αγάπη σου για τους ανθρώπους, αλλά ο εχθρός προσπαθεί να σε αποτρέψει από την αληθινή σου ευτυχία.

Να διδάσκεσαι από τη δυστυχία των άλλων. Δώσε έστω κι ένα λεπτό στο φτωχό. Σ’ εκείνον που έχει μεγάλη ανάγκη δε θα του φανεί καθόλου ένα ασήμαντο λεπτό, δε θα φανεί λεπτό ούτε στο Θεό αν έκανες ό,τι μπορούσες για να βοηθήσεις τον ανήμπορο και άπορο. Αν δεν μπορείς να δώσεις πολλά, δώσε την αγάπη και τη συμπάθειά σου. Τίποτα δεν έχεις; Παρηγόρησε το δυστυχή άνθρωπο κλαίγοντας μαζί του. Για το δυστυχισμένο άνθρωπο είναι μεγάλο βάλσαμο όταν κάποιος συμμετέχει στη θλίψη του από τα βάθη της καρδιάς του.

Η δυστυχία περνιέται πιο εύκολα όταν νιώθει δίπλα της ειλικρινή συμπάθεια. Μας το διδάσκει αυτό η λογική, ο νόμος, η εμπειρία μας κι όλοι οι άγιοι άνθρωποι.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Αν σου πω, νήστεψε, πολλές φορές μου προβάλλεις ως δικαιολογία την ασθένεια του σώματος. Αν σου πω, δώσε στους φτωχούς, μου λες ότι είσαι φτωχός και έχεις να αναθρέψεις παιδιά. Αν σου πω, να έρχεσαι τακτικά στις Συ­νάξεις της Εκκλησίας, μου λες έχω διάφορες μέριμνες.

Αν σου πω, πρόσεχε αυτά που λέγο­νται στην Εκκλησία και κατανόησε το βάθος των λόγων του Θεού, μου προβάλλεις ως δικαιολογία την έλλειψη μορφώσεως.

Αν σου πω, φρόντισε να βοηθήσεις ψυχικά τον αδελφό σου, μου λες ότι δεν υπακούει όταν τον συμβουλεύω, αφού πολλές φορές του μίλησα και περιφρό­νησε τα λόγια μου. Βέβαια, δεν ευσταθούν οι προφάσεις αυτές και όλα αυτά είναι χλιαρά λό­για, αλλά, παρά ταύτα, μπορείς να προφασίζεσαι.

Αν όμως σου πω, άφησε την οργή και συγχώρεσε τον αδελφό σου, ποιά από τις προ­φάσεις αυτές μπορείς να χρησιμοποιήσεις; Διό­τι, νομίζω, δεν μπορείς να φέρεις ως πρόφαση ούτε ασθένεια σώματος, ούτε φτώχεια, ούτε α­μάθεια, ούτε απασχόληση και μέριμνα, ούτε τί­ποτε άλλο. Γι' αυτό, απ' όλες σου τις αμαρτίες, αυτή η αμαρτία θα σου είναι ασυγχώρητη.

Αλήθεια, πώς θα μπορέσεις να υψώσεις τα χέρια σου στον Ουρανό; Πώς θα κινήσεις τη γλώσσα σου να προσευχηθείς; Πώς θα ζητήσεις συγνώμη; Ακόμη κι αν θέλει ο Θεός να σου συγ­χωρήσει τις αμαρτίες, δεν Του το επιτρέπεις εσύ, επειδή δεν συγχωρείς τις αμαρτίες του αδελφού σου.

Αλλά προφασίζεσαι επίσης ότι ο εχθρός σου είναι σκληρός και άγριος, σαν θηρίο, και του χρειάζεται τιμωρία και εκδίκηση! Ε, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να τον συγχω­ρήσεις.

Εχεις αδικηθεί πολύ απ' τον εχθρό σου και έχεις στερηθεί πολλά και σ' έχει...

κακολογή­σει και σ' έχει ζημιώσει σε πολύ σπουδαίες υποθέσεις, και γι' αυτό θέλεις να τον δεις να τιμωρείται. Αλλά και σ' αυτό το σημείο είναι χρήσι­μο για σένα να τον συγχωρήσεις.

Διότι, αν εσύ ο ίδιος εκδικηθείς και επιτεθείς εναντίον του, είτε με λόγια, είτε με ανάλογες συμπεριφορές, είτε με κατάρες, ο Θεός δεν θα επέμβη πλέον, αφού εσύ ανέλαβες την τιμωρία του. Και όχι μόνο δεν θα επέμβη, αλλά και από σένα θα ζη­τήσει λόγο, διότι φέρθηκες υβριστικά προς Αυτόν.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr
«χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων» (Ρωμ.12.15).

Όταν δεις τον αδελφό σου να οδύρεται για τις αμαρτίες του, για τις οποίες τώρα μετανοεί, κλάψε μαζί του και δείξε συμπάθεια. Γιατί έτσι θα μπορέσεις με τα ξένα παθήματα να διορθώσεις το δικό σου. Γιατί αυτός που έχυσε θερμά δάκρυα για την αμαρτία του πλησίον, θρηνώντας για τον αδελφό του, εθεράπευσε τον εαυτό του. «αθυμία κατέσχε με απὸ αμαρτωλών των ἐεκαταλιμπανόντων τὸν νόμον σου» (Ψαλμ.118.53).

Για την αμαρτία να κλαίς. Αυτή είναι η αρρώστια της ψυχής, αυτή είναι ο θάνατος της αθάνατης ψυχής, αυτή είναι άξια πένθους και ακατάπαυστων οδυρμών. Μακάρι να χύνονται γι᾿ αυτή πολλά δάκρυα και να μή λείπει ο στεναγμός που ανεβαίνει από τα βάθη της καρδιάς. Έκλαιγε ο απόστολος Παύλος για τους εχθρούς του σταυρού του Χριστού. Ο Ιερεμίας έκλαιγε γι᾿ αυτούς που χάνονταν από το λαό. Αυτός βέβαια επειδή δεν αρκούσαν τα φυσικά δάκρυα, επιζητούσε πηγή δακρύων και τελευταίο σταθμό.

«Και θα καθήσω», λέγει, «και θα κλάψω το λαό αυτό πολλές μέρες, θα κλάψω αυτούς που χάνονται» (Ιερ.9.1). Ένα τέτοιο δάκρυ και ένα τέτοιο πένθος μακαρίζει ο λόγος του Χριστού (Μθ.5.4), και όχι αυτό που χύνεται εύκολα για κάθε λύπη και πολύ εύκολα έρχεται στα μάτια με κάθε αφορμή» (Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου Α'- Βασιλείου Δ. Χαρωνη).
Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει μέσα από το απόσπασμα του μεγάλου αυτού αγίου είναι το εξής: Εμείς κλαίμε και θρηνούμε για τις αμαρτίες του πλησίον (ως πλησίον, ας αναρωτηθεί ο καθένας για τους γύρω του), ή εύκολα κατακρίνουμε και σημειώνουμε τις ενέργειες μιας πράξης ακόμα και του προσώπου εκείνου, που κανονικά θα οφείλαμε να υπερασπιστούμε στη προσευχή μας ενώπιον του Κυρίου; Συναντάμε το πρόσωπο εκείνο με συμπάθεια και συγκατάβαση ή διαλέγουμε τη περιφρόνηση ωσαν να είμαστε εμείς οι δίκαιοι και αλάθητοι στη καθημερινότητα μας.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr/
Από το βιβλίο " Γνώμες αγίων Πατέρων" + Κυρίλλου Ιερομόναχου, Εκδόσεις Χ. Δ. Τσολακίδη

• Αν ένας ξυλοκόπος δώσει ένα χτύπημα σε ένα δέντρο και δεν πέσει , δεν δίνει και άλλο χτύπημα για τέταρτη και για πέμπτη και για δέκατη φορά; Το ίδιο κάνε κι εσύ για την κοπή των αμαρτωλών παθών σου.

• Εκείνος που δεν νηστεύει, λογικό είναι να τύχη συγχωρήσεως , όταν προβάλλει σαν δικαιολογία την σωματική αδυναμία του. Εκείνος όμως που δεν διόρθωσε τα αμαρτήματά του, είναι αδύνατο να βρει δικαιολογία.

• Εκείνος που θα θέσει τον θεάρεστο λογισμό κυβερνήτη των παθών της ψυχής, εύκολα θα μπορέσει να κυβερνήσει και ανθρώπους σύμφωνα με τους νόμους του Θεού, ώστε να είναι πραγματικός πατέρας στους υπηκόους του.

• Κανένα κέρδος δεν θα έχει εκείνος που έχει μεν πίστη και δια του Αγίου Βαπτίσματος έλαβε την δωρεά του Αγίου Πνεύματος, αλλά γίνεται παιχνίδι των διαφόρων παθών.

Μέγας Βασίλειος

• Μη είσαι περίεργος ούτε να θέλεις να βλέπεις τα πάντα, για να μη βάλεις το δηλητήριο των παθών στη σκέψη σου. Μόνο όσα είναι ωφέλιμα να βλέπεις, να ακούς, να λες και να απαντάς.

• Να κρατάς γερά τα πηδάλια της ζωής. Να κυβερνάς τα μάτια σου, για να μην πέσει κάποτε επάνω σου το ορμητικό κύμα της πονηρής επιθυμίας από (την πόρτα ) των ματιών.

• Να κυβερνάς καλά την ακοή και την γλώσσα,  για να μη δεχτείς κάτι το βλαβερό και πεις κάτι από αυτά που απαγορεύονται.

• Κύματα είναι τα πάθη. Όταν κρατάς ψηλά τον εαυτό σου, θα είσαι καλός κυβερνήτης της ζωής.

• Εάν το καθένα από τα πάθη δεν το κυβερνάς με εμπιστοσύνη και σταθερότητα, με το να περιφέρεσαι, σαν κάποιο ανερμάτιστο πλοίο, από τα συμβαίνοντα κάθε φορά, θα εξαφανιστείς στο πέλαγος της αμαρτίας.

• … ο μεν καπνός διώχνει τα μελίσσια ,το όργιο δε της μέθης διώχνει τα πνευματικά χαρίσματα.

• Όπως το νερό είναι εχθρός της φωτιάς, έτσι και η άμετρη χρήση του κρασιού , σβήνει τον λογισμό.

• Στους μέθυσους, αγωνοθέτης είναι ο διάβολος και το βραβείο της νίκης η αμαρτία.

• Η μέθη είναι καταστροφή του λογικού, φθορά της δυνάμεως, πρόωρα γεράματα, θάνατος ολιγοχρόνιος.

• Η νηστεία θεραπεύει τη μέθη, ο ψαλμός το αισχρό τραγούδι, τα δάκρυα θεραπεύουν το ( απρεπές ) γέλιο, η γονυκλισία τον ( απρεπή ) χορό… και η ταπείνωση τον ( υπερβολικό ) στολισμό των ενδυμάτων…


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr/
«ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ Ανθολόγιο Συμβουλών» ΕΚΔΟΣΕΙΣ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΗΛΕΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ

Είναι μεγάλη τέχνη να τα καταφέρετε να αγιασθεί η ψυχή σας. Παντού μπορεί ν' αγιάσει κανείς. Και στην Ομόνοια μπορεί ν' αγιάσει, αν το θέλει.
Στην εργασία σας, όποια και να είναι, μπορείτε να γίνετε άγιοι. Με την πραότητα, την υπομονή, την αγάπη. Να βάζετε κάθε μέρα νέα σειρά, νέα διάθεση, με ενθουσιασμό και αγάπη, προσευχή και σιωπή. Όχι να έχετε άγχος και να σας πονάει το στήθος.

Να εργάζεσθε με εγρήγορση, απλά, απαλά, χωρίς αγωνία, με χαρά κι αγαλλίαση, με αγαθή διάθεση. Τότε έρχεται η θεία χάρις. Όλα τα δυσάρεστα, που μένουν μέσα στην ψυχή σας και φέρνουν άγχος, μπορούν να γίνουν αφορμή για τη λατρεία του Θεού και να παύσουν να σας καταπονούν. Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό.
Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεσθε. Όλη σας η προσπάθεια να είναι ν' ατενίσετε το φως, να κατακτήσετε το φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, να δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.
Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό.

Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει τον διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δει την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να τη υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σας παίρνει είδηση και σας πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει. Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σας αγκαλιάζει.

Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρης, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρες, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μη κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr/
Από το Βιβλίο ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ - Πρωτοπρ. Βασιλείου Κων. Ακριβόπουλου

Μην αργοπορείς. Αύριο ίσως είναι αργά, ίσως δε θα έχεις αυτή τη δυνατότητα που έχεις σήμερα Η καθυστέρηση μπορεί να στοιχίσει τη σωτηρία σου. Κλείσε τα αυτιά σου σ' αυτά που υπαγορεύει ο πονηρός. Άκουσε τη φωνή του Λυτρωτού που σε καλεί λέγοντας: Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς (Ματθ. 11,28 Ναι.

Στο λυτρωτικό μυστήριο θα βρεις ανάπαυση και αγαλλίαση ψυχική. Τα λόγια που διαβάζεις αυτή τη στιγμή είναι για σένα μια πρόκληση αλλά και μια πρόσκληση.

Δεν καλείσαι από άνθρωπο, αλλά από τον ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ. Τρέξε κοντά Του χωρίς δισταγμό. άκουσε το προσκλητήριο της αγάπης Του.

Μην ξεκινήσεις όμως ακόμη. άφησε το βιβλίο ανοιχτό και πλησίασε στο προσευχητάρι σου. Γονάτισε. Κάνε μια θερμή προσευχή στον Κύριό μας και παρακάλεσε Τον να σου χαρίσει συναίσθηση, μετάνοια συντριβή, αυτογνωσία.

Κάνε τώρα μια αυτοεξέταση, έναν έλεγχο, μια ενδοσκόπηση. Είσελθε στο βάθος της συνειδήσεώς σου. Κάνε μερικές ερωτήσεις στον εαυτό σου. Πως ζεις; Πως πολιτεύεσαι; Πως ενεργείς; Πως σκέπτεσαι; Θα διαπιστώσεις λάθη, πολλά λάθη.

Και, αφού σκεφθείς σοβαρά και νηφάλια, ξεκίνησε. Σε βασανίζει ίσως η ντροπή. Μη διστάζεις. Αμφιβολίες έχεις; Ο πονηρός σου τις υπαγορεύει. Ξεκίνησε.

Μη λησμονείς, βαδίζοντας, ότι ο άνθρωπος που θα συναντήσεις στον Ιερό Ναό είναι όχι ένας απλός άνθρωπος, αλλά ο Ιερέας, ο πνευματικός. Δεν είναι διορισμένος στη θέση αυτή, όπως διορίζεται ο κάθε υπάλληλος. έχει εξουσία μεγάλη. Ο Επίσκοπος, που είναι υπεύθυνος για τις ψυχές των ανθρώπων της Επισκοπής του, τον τοποθέτησε σ' αυτήν την έπαλξη. Είναι υπηρέτης Θεού.

Φορέας θείας εξουσίας. Πατέρας στοργικός. Πλησίασε με εμπιστοσύνη. άνοιξε την καρδιά σου. Θα σε αντιμετωπίσει με περισσή αγάπη.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr/
Η αγάπη με την ταπείνωση, η απλότητα και η διάκριση είναι τα γνωρίσματα των Αγίων.
Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό τους. Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη, μαλώνουν ποιος θα δώσει περισσότερη αγάπη στον άλλον.
Αγαπούν χωρίς να σκέπτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και να δίνονται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνονται.
Για να αυξηθεί η αγάπη, πρέπει να την δώσεις.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr/
Χρυσόστομος Χατζηλάμπρου

Οι Πατέρες της Εκκλησίας υποστηρίζουν ότι η νηστεία νομοθετήθηκε στον παράδεισο (Γένεσις 2, 17) και για συγκεκριμένο λόγο[85]. Ο σκοπός της έχει να κάνει με την ελεύθερη προσήλωση του δημιουργήματος στη ζωή του Δημιουργού και ο χαρακτήρας της με μια παιδαγωγική κίνηση ελευθερίας μέσα από την εγκράτεια. Η άστοχη κίνηση εγκλωβισμού του ανθρώπου στα όρια της κτιστότητάς του αποτελεί και την άρνησή του να ανταποκριθεί στην κλήση για ομοίωσή του με το Δημιουργό του. Η αναγκαιότητα της νηστείας διαφαίνεται σε όλη την Παλαιά Διαθήκη. Αποτελεί έκφραση εσωτερικής στροφής του ανθρώπου προς το Θεό, πράξη συντριβής και μετάνοιας[86].

Ο Μωυσής πραγματοποιεί διπλή νηστεία σαράντα ημερών (Έξοδος 34, 27 κ.ε.). Έπειτα από πλήρη ασιτία ανεβαίνει στην κορυφή του όρους Σινά για να παραλάβει τις πλάκες των δέκα εντολών (Έξοδος 24, 18). Η μοναδική νηστεία που θεσπίζεται από τον Μωσαϊκό Νόμο, με αυστηρή ημερήσια ασιτία είναι αυτή της γιορτής του Εξιλασμού (Λευϊτικό 16, 29-30 και 23, 27-33). Πράξη υποχρεωτική και τήρηση απαράβατη από όλο το λαό που επιζητά τον καθαρισμό των αμαρτιών του.

Στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, εκτός του Μωσαϊκού Νόμου, παρατίθενται και άλλες νηστείες πέρα της ημέρας του Εξιλασμού με έκτακτο χαρακτήρα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η εκούσια ασιτία του ισραηλιτικού λαού ή ενός προσώπου γίνεται έκφραση μετάνοιας και εξομολόγησης, επίκλησης της συγχωρητικότητας του Θεού (Α΄Βασιλειών 21, 27-29` Ιωνάς 3, 5-9` Δανιήλ 9, 1-6 και 20-23) και της προστασίας και βοήθειάς Του σε ώρες φοβερών δυσκολιών ή πριν από μια μεγάλη μάχη (Έσδρας 8, 21-23` Εσθήρ 3, 13 και 4, 1-3, 8, 11, 13-17` Ιωήλ 1, 10-12 και 13-14` Β΄ Χρονικών 20, 3). Επίσης εκφράζει πένθος (Α΄Σαμουήλ 31, 13` Β΄Σαμουήλ 1, 11-12` Α΄ Χρονικών 10, 12), εκζήτηση θεραπείας ή γνωστοποίηση του θελήματος του Θεού (Β΄Σαμουήλ 12, 16 και 22` Κριτές 20, 26).

Στα προφητικά κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, το αληθινό νόημα της πλήρους ασιτίας – νηστείας βρίσκεται στην αγάπη για τον πλησίον. Εμπεριέχει την αναζήτηση της αληθινής δικαιοσύνης και την ορθή διαχείριση των διάφορων θεμάτων που προκύπτουν συνεχώς σε σχέση με το κοινωνικό «γίγνεσθαι». Δεν είναι τυπική κίνηση με εκβιαστικό χαρακτήρα της ελευθερίας του Θεού, αλλά πράξη έμπρακτης και ανιδιοτελούς προσφοράς στον συνάνθρωπο και είναι αδύνατος ο διαχωρισμός της από την ελεημοσύνη και την προσευχή (Ησαΐας 58, 1-11). Η νηστεία από μόνη της δε βοηθά χωρίς τη σωστή και καθαρή σχέση του ανθρώπου με το Θεό. (Ιερεμίας 17, 10).

Για την προφητική παράδοση, η ασιτία δε λειτουργεί ως αυτοσκοπός και μοχλός πίεσης εξαναγκασμού του Θεού ούτε γίνεται ο μαγικός τρόπος που ξαφνικά κάνει τον άνθρωπο πνευματικό, ανεξάρτητα από την υπόλοιπη ζωή του. Νηστεία με ταυτόχρονη ταπείνωση της ψυχής, υπονοεί πραγματικό πένθος για τις αστοχίες του βίου, λύπη, συντριβή και μετάνοια γι’αυτές και συνοδεύεται με προσευχή, ως αναγνώριση των περιορισμένων ορίων της ανθρώπινης φύσης του (Ψαλμός 35, 13).

Στην Καινή Διαθήκη, η ασιτία αποτελεί έκφραση λατρείας του Θεού (Λουκ. 2, 36-37), ενσυναίσθηση της προφητικής αποστολής (Μαρκ. 1, 4-6), αλλά και προετοιμασίας ενός δύσκολου έργου (Ματθ. 4, 1-2). Ο Χριστός αρχίζει την επίγεια δράση του με νηστεία. Σε δυο πεινασμένους ανθρώπους τίθεται το δίλλημα: Χορτάστε την πείνα σας, για να συνεχίσετε να ζείτε. Η απάτη είναι ορατή, στην τροφή βρίσκεται η ζωή κι ο θάνατος. Ο Αδάμ πιστεύει και εκπίπτει από τον προορισμό του. Ο Χριστός αρνείται να δεχτεί αυτό που επιβάλλεται στον κόσμο, αποκαθιστά τη σχέση ανάμεσα στην τροφή, τη ζωή και το Θεό και ελευθερώνει τον άνθρωπο από την ολοκληρωτική εξάρτηση της ύλης και του κόσμου [87].

Ο Αδάμ δεν ολοκληρώνει την υπαρξιακή σχέση με το Δημιουργό του. Επηρεάζεται, υποκύπτει στον πειρασμό της αλαζονικής αυτοθεοποίησης του Εγώ του. Εγκλωβίζεται στην κτιστότητά του. Αντίθετα, ο Νέος Αδάμ, ο Χριστός, χωρίς να καταργεί την κτιστότητα, αναδεικνύει την αγιότητά της, γιατί ο άνθρωπος είναι αυτός που «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται» (Ματ. 4, 4). Συνέπεια της αποτυχίας του Αδάμ είναι η εκούσια αποστροφή της ζωής και ο θάνατος. Καρπός της νίκης του Χριστού, η συντριβή του θανάτου και η επιστροφή του ανθρώπου στο Δημιουργό του, η αποκατάσταση του στον πραγματικό ρόλο του (Γένεσις 1, 27-28).

Ο Ιησούς επισημαίνει το ρόλο της νηστείας στη ζωή των ανθρώπων (Μρκ. 2, 20) και καθορίζει το ακριβές νόημά της (Ματθ. 6, 16-18). Αν και γενικά η ασιτία αποτελεί έκφραση λύπης και πένθους γίνεται χαρούμενα, ελεύθερα και αβίαστα. Η αποφυγή κάθε εξωτερικής μεταβολής στον καθημερινό βίου του ανθρώπου, η ταπείνωση που αναδεικνύεται στις πράξεις και στους λόγους του, η απομάκρυνση από την επίδειξη και πρόκληση επαίνων, τη νοηματοδοτούν ως έκφραση ελεύθερης προσωπικής επιλογής και όχι πράξη πρόκλησης της προσοχής και εξαναγκασμού της αγάπης του Θεού. Στην επί του Όρους ομιλία, ο Ιησούς μεταξύ της ελεημοσύνης, σχέση ανθρώπου – συνάνθρωπου και της προσευχής, σχέση ανθρώπου – Θεού, τοποθετεί τη νηστεία, ως αναφορά της σχέσης ανθρώπου με τον εαυτό του (Ματθ. 5, 1-18). Η νηστεία με την μορφή της άσκησης δεν αποτελεί ατομική υπόθεση, αλλά εμπερικλείει αναπόφευκτα το άνοιγμα στον άλλον, γίνεται υπόθεση συλλογική με κοινωνική αναφορά. Αναφορά στο Δημιουργό, μέσα από την παρουσία του συνανθρώπου.

Ο άνθρωπος καλείται να αρνηθεί τον εαυτό του, την ίδια του τη ζωή και να βιώσει την οδύνη της μετάνοιας, αναγνωρίζοντας τη μοναδικότητα και την ετερότητα του άλλου. Η απελευθέρωσή του από τα πάθη της ψυχής και του σώματος, η απαλλαγή από τους πονηρούς λογισμούς και η εξασφάλιση της πνευματικής καθαρότητας είναι στοιχεία τα οποία αντιπολεμά, όταν απειλείται η κτιστότητά του. Η αληθινή νηστεία συνδυάζεται με την αποστροφή του φθόνου, του μίσους, της συκοφαντίας, της φλυαρίας, της λοιδορίας [88]. Η πλήρης αποχή από την τροφή χάνει το πνευματικό νόημά της, όταν ο άνθρωπος παραμένει εγκλωβισμένος μέσα στις προσωπικές του επιθυμίες. Αληθινή νηστεία είναι η αποξένωση από το κακό. Η ασιτία για την εκκλησιαστική ζωή αποτελεί σημαντικό μέσο πνευματικής άσκησης και αυτοπειθαρχίας. Μια πράξη παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος[89]. Αποχή όχι από το φαγητό, αλλά και από την αμαρτία.

Αυτή η διφυής σωματική και ψυχική άσκηση απελευθερώνει το σώμα από τα όριά του και συμβάλλει στην κάθαρση του νου. Συνοδεύεται από περιστολή των εκρήξεων των παθών με αντίστοιχα έργα αγάπης. Με τη εκούσια άρνησης λήψης τροφής επιχειρείται η αλλαγή του ανθρώπου, εξασκείται η αυτοκυριαρχία και η ταπείνωση. Οδηγεί στην αναγνώριση της πεπερασμένης ανθρώπινης φύσης και στην αναζήτηση του σκοπού της ύπαρξής της. Αποτελεί ελεύθερη αυτοπροσφορά του προσώπου στην αγάπη του προσωπικού Θεού. Ο άνθρωπος, όταν νοιώσει την αγάπη του Θεού αποφασίζει, εκούσια, να περιστείλει τα όριά του για να ανταποδώσει την αγάπη του με ένα είδος θυσίας, την αποχή του από τα κτιστά δώρα του Θεού.

Η ασιτία χαρίζει, κατά το Μέγα Βασίλειο[90], στο φτωχό Λάζαρο τη Βασιλεία του Θεού. Ο πλούσιος της παραβολής, επειδή δίνει έμφαση στη σπατάλη των βιοτικών του αγαθών, αδυνατεί να ελεήσει τον πτωχό Λάζαρο. Παραμένει δούλος της κτιστής του φύσης, δεν σκέπτεται το θάνατο και όταν βιώνει τη ματαιότητα της ύπαρξής του, λυπάται για την επιλογή του (Λουκ. 16, 19-31).



[85]Βλ. Μ. Βασιλείου, Περί νηστείας Λόγος Α΄, P.G.  31, 164 – 184 & Ιω. Χρυσοστόμου, Περί νηστείας ομιλία 5,1 P.G.  49, 307.

[86]Βλ. ΣΥΜ. ΚΟΥΤΣΑ, ό. π., σελ. 9.

[87]Βλ. AL. SCHMEMANN,  ό. π., σελ. 111.

[88] Βλ. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις τους Ανδριάντας Ομιλία 3, P.G. 49,52-53.

[89] Βλ. Δ. ΘΕΟΛΟΓΗΤΟΥ,  Γεροντικόν. Αθήνα 1961, σελ. 101.

[90]Βλ. Μ. Βασιλείου, Περί νηστείας Λόγος Α΄,  ό. π., P. G. 31, 177.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

απόσπασμα από ομιλία του π.Ανδρέα Κονάνου

Πες “Κύριε, δες την αδυναμία μου. Άνθρωπος είμαι” και ξαναπροσπάθησε. “Καλά -λέει κανείς- η εκκλησία δε μας θέλει τέλειους”; Τέλειος είναι μόνο ο Θεός! Εμείς είμαστε τελειούμενοι. Αυτή είναι μια μετοχή ενεστώτα που σημαίνει ότι συνέχεια τελειοποιούμαι. Δεν είμαι κάτι που έγινα και τελείωσε. Εντάξει, μην είσαι και τόσο εγωιστής που θες να ‘σαι και τόσο τέλειος! Εντάξει! Δε θα σου πω “κάνε και καμιά αμαρτία“, αλλά και όταν κάνεις και καμιά αμαρτία μη νιώσεις και ότι είναι κάτι παράξενο στη ζωή σου. Είσαι αμαρτωλός. Το’χεις καταλάβει; Είσαι αμαρτωλός. Μην έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου. Ταπεινώσου, αγωνίσου, μην απελπίζεσαι, μην απογοητεύεσαι.
Όταν έχεις πειρασμούς και νιώθεις το Θεό μακρυά, είναι πολύ κοντά ο Θεός! Και αν τώρα περνάς ένα πρόβλημα και ένα αδιέξοδο τραγικό, να σου πω κάτι; Είναι η ώρα που έρχεται ο Θεός! Ετοιμάσου! Δεν ακούς τα βήματα του Θεού, παιδάκι μου; Έρχεται ο Θεός! Μου έλεγε ένας φίλος μου: “Όταν έχω πειρασμούς, περιμένω το θαύμα του Θεού“…
Ο αγώνας στην πνευματική ζωή δεν είναι σημείο ότι αποτύχαμε, ότι είναι τραγική η ζωή μας, αλλά είναι ο τρόπος στη ζωή μας! Αυτή είναι η ζωή μας: αγώνας, κόπος, προσπάθεια πάλι, δοκιμασίες, θλίψεις. Και μέσα σ’όλα αυτά κατεργαζόμαστε το μυστικό αυτό της αγιότητας.
Λοιπόν, συμπέρασμαΠας πολύ καλά! Γιατί; Γιατί δεν πας καθόλου καλά! Γι’αυτό πας πολύ καλά! Πας πολύ χάλια, αλλά επειδή είσαι κοντά στην εκκλησία, είσαι κοντά στα πόδια του Χριστού, πέφτεις μπροστά στο Χριστό, γι’αυτό πας πολύ καλά. Μην απογοητεύεσαι λοιπόν!Μη στεναχωριέσαι λοιπόν! Το τέλος δεν έχει έρθει ακόμα!


Πηγή: http://www.diakonima.gr
Άνοιξε το άρθρο για να το διαβάσεις ολόκληρο

«Περί επιμελείας ψυχής. ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ». Απόδοση στη Νέα Ελληνική: Ευανθία Χατζή, επιμέλεια κειμένου- επίμετρο: Γιώργος Μπάρλας. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ.


Πράγματι! Πόσο ευτυχής και μακάριος πρέπει να θεωρείται αυτός που μεταλαμβάνει επαξίως τα θεία Μυστήρια! Έτσι, εξέρχεται από τον ναό τελείως ανανεωμένος ,γιατί το πυρ της θεότητας έκανε μέτοχο την ψυχή του μέσω της θείας Μεταλήψεως, και τις μεν αμαρτίες κατέκαψε, την δε ψυχή του γέμισε με τη θεία Χάρη. Αγίασε τη διάνοιά του , ενίσχυσε τις δυνάμεις της ψυχής του, διαφώτισε τον νου του, καθήλωσε την καρδιά του με τον φόβο του Θεού και τελικά την ανέδειξε κατοικία του αγίου Πνεύματος

Από το βιβλίο «Δευτερόλεπτα της ψυχής» του Επισκόπου Αχελώου Ευθυμίου Κ. Στύλιου

Μια μέρα ένας ολόκληρος χρόνος! Για τη μικρή ζωή μου ένας χρόνος δεν είναι τίποτε. Στις στιγμές όμως μιας μέρας κρίνεται, πολλές φορές, η αιωνιότης.

Πρέπει να μάθω ν’ αντιμετωπίζω την κάθε μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ, σαν την πρώτη μέρα του χρόνου. Να κάνω ό,τι μπορώ για να δώσω στη μέρα τέτοιο περιεχόμενο που να έχει την βαρύτητα και την ποιοτική άξια μιας ολόκληρης χρονιάς.

Όταν ακούω τη φωνή του Χριστού, που με καλεί κάθε στιγμή, κερδίζω ολόκληρη τη χρονιά……

Ολόκληρη την αιωνιότητα.

Βοήθησε με, Κύριε, να ζω κάθε μέρα με την αίσθηση της αιωνιότητος.


Πηγή: http://www.diakonima.gr

Αγίου Λουκά Κριμαίας

«Ος γαρ αν θέλει την ψυχήν αυτού σώσαι, αποτελέσει αυτήν• ος δ’ αν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν».

Ω, Κύριέ μου! Είναι πολύ σημαντικός αυτός ο λόγος σου και έχει μεγάλο βάθος. Είναι πολύ σημαντικό για μας να καταλάβουμε το βάθος του λόγου αυτού! Τα λόγια Σου σε πολλούς δημιουργούν σύγχυση και προκαλούν απορία. Τι σημαίνει αυτό που λέει ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ότι πρέπει να χάσουμε τη ψυχή μας. Εμείς θέλουμε να την σώσουμε και Αυτός μας λέει να την χάσουμε.
Και μάλιστα να χάσουμε την ψυχή μας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να την σώσουμε, αυτό ακριβώς λέει ο λόγος Του. Και πως να το καταλάβουμε; Αυτό πρέπει να σας εξηγήσω για να διαλύσω τις απορίες σας.
Τι είναι η ανθρώπινη ψυχή; Η ψυχή μας είναι το σύνολο των αισθήσεων, των επιδιώξεων και των επιθυμιών μας, των αντιλήψεων και προσλήψεων από τον εξωτερικό και τον εσωτερικό κόσμο. Το περιεχόμενο της ψυχής του κάθε ανθρώπου είναι διαφορετικό. Όλοι σας γνωρίζετε πόσο διαφορετικές είναι οι σκέψεις, οι επιθυμίες και οι επιδιώξεις της κάθε ανθρώπινης ψυχής.
Πολύ συχνά αυτές οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες είναι ακάθαρτες και ανώμαλες. Η ψυχή ενός ανθρώπου που μπορεί να είναι γεμάτη από ψέμα, υπερηφάνεια, εγωισμό, αυτοέπαινο, λαιμαργία, πορνεία ή ακόμα και να έχει τάση να κλέβει και να φονεύει τον πλησίον. Μία τέτοια ψυχή είναι βδέλυγμα ενώπιον του Θεού. Αυτή μοιάζει με τον τόπο που πετάνε τις ακαθαρσίες, ο οποίος είναι γεμάτος απαίσια σκουλήκια. Μια τέτοια ψυχή είναι σαπρή και δεν είναι άξια του ελέους του Θεού.
Οι ψυχές των ανθρώπων είναι καθαρές και γεμάτες καλές επιθυμίες. Αλλά και σε τέτοιες ψυχές, αν αυτές δεν έχουν την χάρη του Θεού, μπορεί να υπάρχει βρωμιά. Γι’ αυτό ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός λέει, ότι αυτός που θέλει να τον ακολουθήσει πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό του.
Τι σημαίνει να απαρνηθούμε τον εαυτό μας; Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απαρνηθούμε τα δικά μας σχέδια και την δική μας κατανόηση των οδών της ζωής, να παρατήσουμε τις επιθυμίες και τις επιδιώξεις μας και να απαρνηθούμε την βούλησή μας. Πρέπει την ψυχή μας αυτή, την ρυπαρή και αμαρτωλή, να την χάσουμε και να την απαρνηθούμε ολοσχερώς. Αν δεν θα χάσει ο άνθρωπος αυτή την ακάθαρτη ψυχή του, τότε είναι αδύνατον γι’ αυτόν να αποκτήσει την Βασιλεία των Ουρανών.
Αν θα την χάσει, αν θα απαρνηθεί μία τέτοια ψυχή, τότε θα την σώσει. Διότι μόνο τότε, όταν η ψυχή θα ελευθερωθεί από τις αμαρτωλές επιθυμίες και γίνει φωτεινή, μπορεί να κατοικήσει μέσα της το Άγιο Πνεύμα. Μόνο τότε ο Χριστός θα σώσει αυτή την ψυχή.
Γιατί ο Χριστός δεν σώζει κανέναν δια της βίας. Περιμένει να μισήσει ο άνθρωπος τον εαυτό του και με μετάνοια να στραφεί προς τον Θεό και να τον ικετέψει για την σωτηρία του, να επιθυμεί το άγιο Πνεύμα να κατοικήσει στην ψυχή του.


Πηγή: http://www.diakonima.gr/

Του πατρός Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Ε, είναι ευκολότερο, εδώ λίγο, λίγο να δώσομε έτσι αυτή την έννοια, αυτή την διάσταση, πως ο εργαζόμενος στο γραφείο, ο καθηγητής, ο δάσκαλος, στο γιαπί ο εργαζόμενος, στο μόχθο και λοιπά, μπορεί να λέει την ευχή;

Μπορεί να τη λέει την ευχή αρκεί να κάνει, πως να το πει κανείς… και μία προπαίδεια. Όπως προετοιμάζεται ο καθηγητής και ο δάσκαλος για το μάθημα, και κάθε άλλος επαγγελματίας και τεχνίτης, όπως σπουδάζει αυτός που θα γίνει γιατρός και ο άλλος που θα γίνει δικηγόρος, κατά τον ίδιον τρόπον υπάρχει μία περίοδος ας το πούμε τρόπον τινά, κατά την οποίαν προσπαθεί ο άνθρωπος να εγκολπωθεί εσωτερικά μέσα του όσο το δυνατόν περισσότερο αυτή την ευχή.Αν, λοιπόν, καθιερώσει κάποια στιγμή του χρόνου, ιδίως τις βραδινές ώρες, παρά τους θορύβους που έχουν τους εξωτερικούς, και τους περισπασμούς, να αφιερώσει δέκα λεπτά, και τα δέκα να γίνουν δεκαπέντε και να γίνουν είκοσι, αυτός αρχίζει και συνηθίζει, να λέγει την ευχή, και επειδή ακριβώς και στα διαλλείματα κατά τη διάρκεια της ημέρας, όποτε βρίσκει ευκαιρία, μπορεί να λέγει την ευχή, αρχίζει δηλαδή από μέσα, η ίδια η ψυχή, να λαχταρά για το όνομα του Ιησού Χριστού. Του γίνεται δηλαδή ένα είδος δίψας και…

πείνας. Και «μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες, ότι αυτοί χορτασθήσονται». Είναι σαν το μέλι, που κανένας το γεύεται και θέλει ξανά να το γευτεί, και ξανά και ξανά. Παρά τις οποιεσδήποτε ασχολίες μπορεί να έχει. Είναι δυνατόν, να μπορεί να λέγει από μέσα του την ευχή, να τρώει, να συζητά, να μελετά, να προσέχει, να κάνει οτιδήποτε, γιατί αυτή η εργασία που γίνεται συνειδητά, αρχίζει κατόπιν και αναλαμβάνει μία πρωτοβουλία. Η ίδια η χάρις του Αγίου Θεού, και κάνει αυτό που θέλομε εμείς να κάνομε. Αντί για μας. Γι’ αυτό και μπορεί ανά πάσα στιγμή να λέει και να καλλιεργεί την ευχή.

Η ευχή γέροντα έχει κάποιο μυστικό; Δηλαδή … έχετε ζήσει και κοντά στο γέροντα Εφραίμ το Φιλοθεΐτη.

Ναι.

Που καλλιεργεί πάρα πολύ την διδασκαλίαν της ευχής. Δηλαδή, πως αρχίζει κάποιος να λέει την ευχή. Μα θα μας ακούσουν τώρα κάποιοι αδελφοί μας, εδώ στον κόσμο, στην Αμερική, στη Γερμανία, όσοι μπουν μέσα στην ιστοσελίδα μας, και θα πουν τι λένε αυτοί οι γέροντες εκεί πέρα, τι λέει κει ο παπα-Στέφανος, πως αρχίζει κανείς, να μπαίνει μέσα στη νοοτροπία της ευχής, να γλυκαίνεται η καρδιά του, να εξαγνίζεται ο νους του, και να προχωράει στην ευχή;

Όπως ακριβώς έχει την ίδια λαχτάρα για να κάνει προσευχή, να κάνει το απόδειπνο, να πει το «Άσπιλε και αμόλυντε», η να πει το «Δος ημίν Δέσποτα», η να διαβάσει την Παράκληση, η να πει τους Χαιρετισμούς απέξω και από μνήμης. Αρχίζει μία προσπάθεια όλος ο άνθρωπος, διότι η ευχή δεν είναι ανεξάρτητη απ’ τη ζωή της εκκλησίας. Είναι μέσα στην εκκλησία. Είναι μέρος της εκκλησιαστικής μας χριστιανικής ζωής και η ευχή, όπως και οι άλλες προσευχές που έχουν καθιερωθεί από την εκκλησία μας.


Πηγή: http://www.diakonima.gr/

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Στοχασμοί περί καλού και κακού, εκδ. Εν πλω, σ. 98-99.

Η πίστη είναι η βάση της αγάπης.
Ξαγρύπνα ασταμάτητα, για να κρατάς την πίστη, και ξαγρύπνα ασταμάτητα ώστε ο σταυρός της αγάπης, τον οποίο η πίστη φέρνει μέσα της, να αυξηθεί και να σου φέρει χαρά.
Εφόσον μόνη της η πίστη χωρίς την αγάπη θα παρέμενε κρύα και άχαρη. Όμως και όταν μέσα σου κρυώσει η αγάπη και δεν αυξηθεί και δεν φέρει καρπό χαράς, κράτα την πίστη και περίμενε.
Κράτα την πίστη με κάθε κόστος. Και περίμενε, ακόμα και χρόνια, μέχρι η αγάπη να φυτρώσει από την πίστη. Εάν χάσεις την αγάπη, θα έχεις χάσει πολλά, όμως εάν χάσεις και την πίστη, τα έχεις χάσει όλα. Εάν χάσεις την αγάπη, θα έχεις χάσει τον καρπό από το δέντρο, όμως εάν χάσεις την πίστη, θα έχεις κόψει το δέντρο.
Όταν μία χρονιά ο αγρός δεν φέρει καρπούς, ο υπομονετικός νοικοκύρης καλλιεργεί τον αγρό με διπλάσιο κόπο, ώστε την επόμενη χρονιά να φέρει σοδειά. Του λένε οι γείτονες να πουλήσει τον αγρό, ενώ αυτός σιωπά και εργάζεται.

Όταν και την επόμενη χρονιά ο αγρός δεν φέρει σοδειά, ο υπομονετικός νοικοκύρης καλλιεργεί τον αγρό με τριπλάσιο κόπο. Ακόμα πιο δυνατά του φωνάζουν οι γείτονες να πουλήσει τον αγρό, ενώ αυτός σιωπά και εργάζεται.
Και όταν την τρίτη χρονιά ο αγρός φέρει σοδειά, είναι τριπλάσια η χαρά του νοικοκύρη. Τότε οι γείτονές του σιωπούν και αυτός χαίρεται. Ενώ εάν είχε πουλήσει τον αγρό την πρώτη χρονιά, τι θα χαιρόταν;


Πηγή: http://www.diakonima.gr/

Γέροντος Σοφρωνίου του Essex

Συχνά ο Θεός δεν απαντά στις προσευχές μας. Σιωπά. Πολλοί εκλαμβάνουν τη σιωπή Του ως ένδειξη τού ότι ο Θεός “δεν υπάρχει”, “πέθανε”. Αν όμως σκαφτόμαστε σε ποιά θέση φέρνουμε το Θεό με τα πάθη μας, τότε θα βλέπαμε ότι Αυτός δεν έχει άλλη επιλογή, παρά μόνο να σιωπήσει. Ζητάμε από Αυτόν να μας υποστηρίξει στις αδικίες μας. Δεν μας ενοχοποιεί φανερά. Μας αφήνει να πορευτούμε στους πονηρούς δρόμους μας και να θερίσουμε τους καρπούς των προσωπικών μας αμαρτιών. Αν όμως στραφούμε προς Αυτόν με μετάνοια, τότε έρχεται γρήγορα, γρηγορότερα από όσο περιμέναμε.

Γνωρίζοντας τις ανάγκες μας, πολύ συχνά τις προλαμβάνει. Μόλις προφέρουμε στην προσευχή τα αιτήματά μας, που δικαιολογούνται με την πραγματικότητα της ζωής μας μέσα στον κόσμο, Αυτός ήδη τα έχει εκπληρώσει.

Συνεπώς, η σιωπή του Θεού είναι απάντηση στις αδικίες μας η πιο εύγλωττη, η πιο ευγενική. Διώξαμε από τη ζωή μας το Θεό – Λόγο, τον λόγο του Θεού. Παραμελήσαμε το λόγο αυτό, και να! Θερίζουμε τις συνέπειες του έργου μας.


Πηγή: http://www.diakonima.gr/

"Άφετε τα παιδία έρχεσθαι πρός με και μή κωλύετε αυτά» (Λουκ. ιη’ 16).

 Πρέπει να καταλάβεις, ότι άλλο πράγμα είναι η πατερική Νήψη και άλλο η θλίψη. Γι αυτό σπάσε αυτό το πέτρινο και άκαμπτο ενοχικό προσωπείο που σε βοηθάει με πρόσχημα την «πνευματικότητα» να κρατιέσαι μακριά από τα συναισθήματα σου και από ότι βαθιά σε φοβίζει.
Βρες, βρες το μονοπάτι που οδηγεί στο παιδί μέσα σου. Το φίμωσες. Το εξουθένωσες. Του είπες να μεγαλώσει, να μην κάνει φασαρία, να μην μιλάει και το σημαντικότερο να μην γελά κι να μην παίζει. Γιατί η ζωή είναι σοβαρή υπόθεση. Είναι για τους “μεγάλους” και όχι για τα παιδιά.

Μάλιστα είπες, η “πνευματική” ζωή δεν έχει γέλιο και χωρατά. Τόσο πολύ πήρες στα σοβαρά τον εαυτό σου, που τον λάτρεψες, τον ειδωλοποίησες, τον έκανες “Θεό” στην θέση του Όντως Θεού.

Τόσο πολύ ασχολήθηκες με την “σωτηρία” σου, που στο τέλος την έχασες. Γιατί ξέχασες ότι η σωτηρία περνάει μέσα απο τον άλλο και Άλλον. Ενώ εσύ λάτρεψες τον εαυτό σου.
Δεν φοβήθηκες την αμαρτία αλλά τον ευατό σου.
Δεν φοβήθηκες τον θάνατο μα την ζωή.
Δεν πόθησες τον Χριστό και την Εκκλησία Του, μα την κρυψώνα που λέγεται “θρησκεία”.
Σπάσε την θλίψη, δεν είναι νήψη. Φόβος και ενοχή είναι.
Το παιδί είναι ακόμη εκεί. Είναι ακόμη εκεί και σε περιμένει. Ακόμη δεν σταμάτησε να χαμογελά και να παίζει. Να χαίρεται την ύπαρξη. Γιατί η ζωή δεν έχει κάποιο νόημα, είναι η ίδια νόημα. Δώρο του Θεού, αποκάλυψη πληρότητας στο πρόσωπου του Χριστού μας.


Πηγή: http://www.diakonima.gr/
Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Παραλάβαμε εξαρχής και με φωτισμό Θεού να εορτάζουμε την επομένη των αγίων Θεοφανείων τη Σύναξη του πανιέρου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού, διότι διακόνησε το μυστήριο του θείου βαπτίσματος. Συντάσσεται η εορτή αυτή και με τις άλλες πανηγύρεις του αγίου Ιωάννου, ώστε να μην αφήσουμε στη σιωπή τίποτε από τα θαύματα εκείνου. Την ίδια ημέρα θυμόμαστε και τη μεταφορά της πάντιμης χειρός του αγίου Ιωάννου προς τη Βασιλίδα των πόλεων, που έγινε ως εξής: Στην πόλη Σεβαστή, στην οποία λέγεται ότι είχε θαφτεί το σώμα του Προδρόμου, έφτασε ο ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος πήρε το δεξί χέρι του προφητικού εκείνου σώματος και το πήγε στην πόλη του την Αντιόχεια. Το χέρι του Προδρόμου επιτελούσε εκεί πάμπολλα θαύματα, μεταξύ των οποίων και το παρακάτω. Υπήρχε κάποιος δράκος, ένα τεράστιο ερπετό, που φώλιαζε στα όρια της πόλεως, το οποίο οι κάτοικοί της και οι ειδωλολάτρες το τιμούσαν με ετήσια θυσία. Όταν ήλθε ο καιρός, κληρώθηκε κάποιος από τους χριστιανούς να προσφέρει στο θηρίο το μικρό του κορίτσι. Διότι ο δράκος αυτός έβγαινε έρποντας έξω από τη φωλιά του, παρουσιάζοντας ένα ανέλπιστο θέαμα, και με το τεράστιο ανοιχτό στόμα του δεχόταν το θύμα και το κατασπάρασσε με τα δόντια του. Για τον λόγο αυτό ο πατέρας της κόρης εκλιπαρούσε με στεναγμούς τον Θεό και τον Πρόδρομο να απαλλάξει την κόρη του από τον πικρό θάνατο. Οπότε σοφίζεται το εξής: Ζητάει να προσκυνήσει το άγιο χέρι του Προδρόμου. Και την ώρα που το ασπαζόταν, κρυφά κόβει με τα δόντια του τον αντίχειρα από τα δάκτυλα και βγαίνει από τον ναό έχοντας πετύχει τον σκοπό του. Λοιπόν, όταν έφτασε η ημέρα της θυσίας και παρευρισκόταν ο λαός για να δει το θέαμα, προσέρχεται ο πατέρας φέρνοντας την κόρη του. Πλησίασε το φοβερό ερπετό, κι όταν το είδε να χάσκει και να ζητά το θύμα του, εξακόντισε μέσα στον φάρυγγά του το ιερό δάκτυλο, γεγονός που επέφερε αμέσως τον θάνατο του ερπετού. Όταν έγιναν αυτά, ο μεν πατέρας επέστρεψε με ζωντανή την κόρη του, διηγούμενος την παράδοξη λύτρωσή της, το δε πλήθος του λαού με έκπληξη για το μεγάλο θαύμα ανέπεμπε ευχαριστίες στον Θεό και τον Πρόδρομο, ενώ έκτισε και μέγιστο ναό προς τιμήν του Προδρόμου. Λέγεται δε, ότι κατά την εορτή της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού ανυψώνεται αυτό το τίμιο χέρι από τον αρχιερέα, ενώ κατά την ανύψωση άλλοτε εκτείνεται και άλλοτε συστέλλεται. Κι όταν εκτείνεται σημαίνει ότι θα υπάρχει ευφορία καρπών, ενώ όταν συστέλλεται, θα υπάρχει αφορία και φτώχεια. Γι’ αυτό και πολλοί από τους κατά καιρούς βασιλείς επιθύμησαν να κατάσχουν το ιερό χέρι του Προδρόμου, κατεξοχήν δε ο Κωνσταντίνος και ο Ρωμανός από τους Πορφυρογέννητους. Λοιπόν, και ενώ αυτοί βασίλευαν, κάποιος διάκονος της Εκκλησίας των Αντιοχέων, που ονομαζόταν Ιώβ, ζήτησε και πήρε μαζί του το τίμιο χέρι του Προδρόμου, την ώρα της επιλύχνιας ακολουθίας, κατά την οποία υπάρχει συνήθεια, όπως έχει παραδοθεί στους χριστιανούς, να τελούν τον αγιασμό. Το ιερό χέρι του μεγάλου προφήτη ο φιλόχριστος βασιλιάς το κατασπάστηκε με πόθο και το απέθεσε στα ανάκτορα. Τελείται δε η σύναξη αυτού στο Φοράκιο».

Η σύναξη του αγίου Ιωάννου Προδρόμου δίνει αφορμή στην υμνολογία της Εκκλησίας μας να προβάλει τη φοβερά μεγάλη προσωπικότητά του με τις πολυποίκιλες αρετές του. Και εν πρώτοις οι ύμνοι σημειώνουν ότι ο μακαρισμός του αγίου Ιωάννη από την Εκκλησία συνιστά δοξολογία του ίδιου του Ιησού Χριστού. «Πανεύφημε Πρόδρομε Χριστού…σε ευσεβώς μακαρίζοντες, Χριστόν δοξάζομεν». Διότι βεβαίως αν ο άγιος Ιωάννης είναι τόσο μεγάλος στο εκκλησιαστικό στερέωμα, είναι γιατί σχετίστηκε με τον Κύριο, ως προφήτης και πρόδρομός Του, ως βαπτιστής και μάρτυράς Του. Από τον Κύριο πήρε το όποιο φως και την όποια αξία του ο Ιωάννης, με πλήρη επίγνωσή του ως προς αυτό. Γι’ αυτό και είναι ο λύχνος που φανέρωσε το απαύγασμα της δόξας του Πατέρα, τον Ιησού Χριστό. «Ως λύχνος πάσι φαίνων το της δόξης Πατρός απαύγασμα, φανέν σώματι» (Σαν λυχνάρι φανέρωσες σε όλους τη λάμψη της δόξας του Πατέρα, που φάνηκε με σώμα). Και γι’ αυτό επίσης η κύρια αρετή του ήταν η αρετή της ταπείνωσης, η προϋπόθεση για την ύπαρξη της χάρης του Θεού στον άνθρωπο. Μπροστά στον Χριστό νιώθει την απέραντη μηδαμινότητά του: «Ουκ ειμί ικανός, ίνα κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων Αυτού». «Εγώ έχω χρείαν του υπό σου βαπτισμού και συ έρχη προς με»;

Ο τονισμός του προφητικού και προδρομικού στοιχείου στον άγιο Ιωάννη αποτελεί τον πυρήνα της ποίησης των αγίων υμνογράφων του. Ο άγιος Ιωάννης στέλνεται από τον Θεό, προκειμένου να ετοιμάσει το έδαφος της παρουσίας του Χριστού. «Τον φωτισμόν ημών, τον φωτίσαντα πάντα άνθρωπον, ιδών ο Πρόδρομος…δείκνυσιν αυτόν και λέγει τοις λαοίς∙ ίδε ο λυτρούμενος τον Ισραήλ, ο ελευθερών ημάς εκ της φθοράς» (Όταν είδε ο Πρόδρομος τον φωτισμό μας, που φώτισε κάθε άνθρωπο, τον Ιησού Χριστό, τον δείχνει και λέγει στους λαούς: να αυτός που λυτρώνει τον Ισραήλ, αυτός που μας ελευθερώνει από την φθορά). «Τας τρίβους προητοίμασας του Κυρίου, βαδίσας προ προσώπου αυτού Προφήτα» (Προετοίμασες τους δρόμους του Κυρίου, καθώς βάδισες πριν από Αυτόν, προφήτα). Το απλωμένο χέρι μάλιστα του αγίου Προδρόμου και το δάκτυλο με το οποίο υπέδειξε τον Κύριο στους μαθητές του στον ποταμό Ιορδάνη, γίνονται τα κεντρικά αντικείμενα, τα οποία χρησιμοποιεί ο υμνογράφος ήδη από την παραμονή της εορτής των Θεοφανείων, στο δοξαστικό των ιδιομέλων της Θ΄ ώρας, για να καταδείξει ακριβώς ότι είναι ο Πρόδρομος Κυρίου. Η ποίηση εδώ «απογειώνεται» και φθάνει σε δυσθεώρητα ύψη λυρισμού: «την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου, μεθ’ ης και δακτύλω αυτόν ημίν καθυπέδειξας, έπαρον υπέρ ημών, Βαπτιστά, ως παρρησίαν έχων πολλήν» (Το χέρι σου που άγγιξε την πανάχραντη κορυφή του Δεσπότου, και με το δάκτυλο του οποίου χεριού μάς Τον υπέδειξες, σήκωσε ψηλά για χάρη μας, Βαπτιστά, επειδή έχεις πολλή παρρησία ενώπιόν Του).

Το προδρομικό στοιχείο του αγίου είχε ξεκινήσει όμως από πολύ νωρίς. Ο άγιος Πρόδρομος δεν δακτυλοδεικτούσε τον Χριστό μόνον στην έρημο ή την ώρα του βαπτίσματος. Είχε «αναγνωρίσει» τη μεσσιανικότητά Του και την είχε μηνύσει ήδη εκ κοιλίας μητρός του. Η ώρα της επίσκεψης της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου μας στην ξαδέλφη της Ελισάβετ μετά τον ευαγγελισμό της, τότε που σκίρτησε ο κυοφορούμενος Ιωάννης στην κοιλιά της εγκυμονούσας γερόντισας μητέρας του, ήταν η απαρχή της προδρομικής αποστολής του. Ο άγιος υμνογράφος το σημειώνει πολλαπλώς: «Πλήρης γέγονας του Παναγίου Πνεύματος έτι κοιλία σης Μητρός, ένδον φερόμενος και σκιρτήματι τερπνώ τον της Παρθενίας καρπόν χαίρων εμήνυσας, και προσεκύνησας, Προφήτα πανσεβάσμιε» (Έγινες πλήρης από το πανάγιο Πνεύμα, όταν φερόσουν ακόμη μέσα στην κοιλιά της μητέρας σου, και μήνυσες χαίροντας με τερπνό σκίρτημα τον καρπό της Παρθενίας, τον Ιησού Χριστό, και Τον προσκύνησες, προφήτη πανσεβάσμιε). Κι ακόμη περισσότερο: προετοίμασε, κατά τον υμνογράφο, τον ερχομό του Χριστού και στον Άδη, όταν βρέθηκε εκεί τριήμερος Εκείνος μετά την εκπνοή Του από τη σταυρική Του θυσία. «Χαίρων ευηγγελίσω και τοις εν Άδη Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί» (Με χαρά ευαγγελίστηκες και στους ευρισκομένους στον Άδη τον Θεό που φανερώθηκε ως άνθρωπος).

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν μπορούν να μην αναφερθούν εκτενώς και στο θεοπτικό στοιχείο της ζωής του αγίου. Με την προϋπόθεση της καθαρής και ισάγγελης πολιτείας του («σκεύος καθαρότητος ανεδείχθης», «υπερφυούς αρετής λαμπηδόσιν ηγλαϊσμένος», «άγγελος τον ισάγγελον ευηγγελίσατο Ζαχαρία τω σεπτώ») – κανείς απροϋπόθετα δεν μπορεί να γίνει θεόπτης - ο Θεός τού έδωσε τη χάρη της διανοίξεως των πνευματικών οφθαλμών του, προκειμένου να δει τη δόξα του τριαδικού Θεού, κατά την ώρα της Βαπτίσεως του Κυρίου. «Υψόθεν προσέβλεψας σοφέ Ιωάννη Πρόδρομε, Πατρός την δόξαν την άρρητον, Υιόν εν ύδατι∙ και το Πνεύμα είδες, απελθόν ως πέλειαν, καθαίρον και φωτίζον τα πέρατα∙ διό Τριάδος σε μυστιπόλον αναμέλποντες, σου τιμώμεν την θείαν πανήγυριν» (Με τη χάρη του Θεού είδες σοφέ Ιωάννη Πρόδρομε, την άρρητη δόξα του Πατέρα, τον Υιό μέσα στο νερό. Και το Πνεύμα είδες, που απήλθε ως περιστέρι, και που καθαρίζει και φωτίζει τα πέρατα. Γι’ αυτό σε δοξολογούμε ως μύστη της Τριάδος και τιμάμε το θείο πανηγύρι σου). Κι είναι τούτο μία αλήθεια που πρέπει να τονίζεται: η όραση της Θεοφάνειας από τον άγιο Πρόδρομο δεν ήταν όραση και από τους άλλους που παρευρίσκονταν στον Ιορδάνη ποταμό. Ο Ιωάννης μόνον, όπως βεβαίως και οι παρευρισκόμενοι άγγελοι, άκουσε τη φωνή του Θεού Πατέρα και είδε το άγιον Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού να ίπταται υπεράνω του βαπτιζόμενου Χριστού. «Ον οι προφήται πολυτρόπως εθεάσαντο και αινιγματωδώς προεκήρυξαν, τούτον βαπτίσαι εν Ιορδάνη κατηξιώθης∙ φωνής τε ακήκοας Πατρικής ουρανόθεν, μαρτυρούσης αυτού την υιότητα∙ και το Πνεύμα είδες περιστεράς εν είδει, την φωνήν έλκον επί τον βαπτιζόμενον» (Αυτόν που οι προφήτες με πολλούς τρόπους είδαν και με αινιγματικό τρόπο προεκήρυξαν, αυτόν αξιώθηκες να βαπτίσεις στον Ιορδάνη. Κι άκουσες την πατρική φωνή από τον ουρανό, που έδινε μαρτυρία για την υιότητα του Χριστού. Και το Πνεύμα είδες με τη μορφή του περιστεριού, που έφερνε τη φωνή πάνω στον βαπτιζόμενο).

Οι υμνογράφοι, είπαμε, παίρνουν αφορμή να δουν και άλλες πλευρές του αγίου Ιωάννου: να θυμηθούν ότι ο Κύριος τον επαίνεσε περισσότερο από όλους τους προφήτες και τους άλλους ανθρώπους («Προφήτην σε προέφησε των Προφητών υπέρτερον, εν γεννητοίς ο Δεσπότης γυναικών μείζονα πάντων»), ότι υπήρξε μέγας αγωνιστής υπέρ της αληθείας, τόσο που έδωσε και τη ζωή του γι’ αυτήν με τον μαρτυρικό του θάνατο («ως αρνίον άκακον ιερουργούμενος προσηνέχθης θυσία»), ότι υπήρξε ο μεσίτης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης («Προφητών σε σφραγίδα γινώσκομεν, ως τη Παλαιά και Καινή μεσιτεύσαντα»). Και βεβαίως ότι το κήρυγμά του ήταν εκείνο που αποτελεί τον δρόμο της σωτηρίας όλων μας: η μετάνοια. «Σοφία του Θεού κοσμούμενος, προελήλυθας χριστοκήρυξ∙ βοώντος γαρ γέγονας κραυγάζουσα Μετανοείτε φωνή» (Με κόσμημα τη σοφία του Θεού, ήλθες να κηρύξεις τον Χριστό. Διότι έγινες η φωνή αυτού που βοά στην έρημο δυνατά: μετανοείτε). Τώρα που ο άγιος Ιωάννης μας εποπτεύει από ψηλά, από τη Βασιλεία του Θεού που βρίσκεται, ας τον παρακαλούμε με τις μεσιτείες του να μας διαφυλάσσει έτσι, ώστε να ακολουθούμε αυτό το θείο κήρυγμά του και να μένουμε σταθεροί στις ένθεες διδαχές του και στα σωτήρια δόγματά του («Ύπερθεν ημάς νυν, μάκαρ, εποπτεύων, ταις σαις πρεσβείαις διαφύλαξον, τω θείω κηρύγματι επομένους σου, πανόλβιε, και διδαχαίς εμμένοντας, Πρόδρομε, τοις ενθέοις και σωτηρίοις σου δόγμασι»).


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/
Από το βιβλίο ''Κάλλος και ησυχία στην αγιορείτικη πολιτεία" του προηγουμένου ιερομονάχου Βασιλείου Γοντικάκη

Νοιώθεις οτι έπρεπε να πάθεις, να πονέσεις, να πεθάνεις στη γη σαν το σπόρο, για να βλαστήσει από μέσα σου κάτι που δεν παρέρχεται.

Είμαι πλασμένος για κατι συγκεκριμένο -έλεγε ένας μοναχός- άπιαστο, αθεώρητο με γυμνό οφθαλμό, και ταυτόχρονα ένσαρκο. Το ξέρω, το πιστεύω, το ζω. Όταν απ' αυτό απομακρύνομαι, τα χάνω όλα -ψυχικά και σωματικά.

Όταν σ' αυτό βρίσκομαι, ριζώνω, τα βρίσκω όλα, την υγεία της ψυχής και του σώματος: Όντας μόνος είμαι σε κοινωνία με τους αγίους. Όντας με πολλούς τρέφομαι από την άχραντη πηγή που βρύει στην εσωτέρα έρημο. Ο σεβασμός προς αυτό, πραγματοποιείται, με το να ζητώ να γίνει το θέλημα Του ανα πάσα στιγμή και μόνο. Να το ζητώ, όχι με το στόμα και τη φωνή, αλλά με όλη μου τη διαγωγή ολοχρονίς.

Και όταν ζητάς να γίνει το θέλημα Του, όταν όλη σου η ύπαρξη είναι μια ματωμένη αίτηση, αυτό γίνεται. Αλλά αυτό το ''γίνεται'' δεν μπορείς να το προσδιορίσεις. Μπορεί να γίνει με το να γίνει ή με το να μη γίνει. Μπορεί, πριν τελειώσεις την αίτηση σου, να έλθει η απάντηση. Μπορεί όμως και να περιμένεις χρόνια, να εξαντληθείς, να απογοητευτείς, να τελειώσεις, να εξαφανιστείς.

Και τότε, που δεν περιμένεις πια τίποτε -ούτε εσύ ούτε οι άλλοι- να έλθει ο Ίδιος να σε αναστήσει, να σε πάρει μαζί Του σε πορεία καινή. Τότε καταλαβαίνεις γιατί καθυστέρησε για 'σενα. Πως ηταν μαζί σου ''εν ετέρα μορφή'' και όταν δεν είχε έλθει και Τον περίμενες.
Άλλος μοναχός που τον επισκέφτηκε η Θεία Χάρις απρόσμενα ενώ καθόταν στο κελί του, είπε:

Αν δεν περνούσα εκείνη την θλίψη, αν δεν έκανα εκείνη την υπομονή, αν δεν πέρναγε ο χρόνος που πέρασε δεν θα μπορούσε να μου συμβεί η αλλοίωση της Δεξιά Του Υψίστου. Ευλογημένες δοκιμασίες! Άγιες επεμβάσεις χειρουργικές, επώδυνες, Του Ιατρού των ψυχών και των σωμάτων!

Πως το όλον λειτουργεί! Πώς τίποτε δεν έιναι άσχετο! Τίποτα δεν πάει χαμένο! Πως οι ευλογίες πάνε πιο βαθειά απ' ότι ελπίζουμε! Πως οι πίκρες, οι πόνοι, οι απορίες σαν βαθύ υνί οργώνουν της ψυχής μας το χωράφι! Πως η φύσις της αναπαύσεως της ουρανόθεν προερχομένης είναι ολοσδιόλου άλλη από εκείνη την ανάπαυση και ευχαρίστηση που μπορεί να μας προσφέρει μια επίγεια και πρόσκαιρη επιτυχία! Πως μας διδάσκει την ταπείνωση, μας μαθαίνει την αγάπη, μας συμφιλιώνει με τους άλλους! Μας ισχυροποιεί, μας δυναμώνει, και ταυτόχρονα μας κάνει πιο αδύνατους χωρίς αγκάθια που μπορεί να πληγώσουν τους άλλους!


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr




Από το βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ -ΛΟΓΟΙ Ε΄ 


- Γέροντα, δεν έχω καθόλου κουράγιο.


- Ζηλεύεις, γι’ αυτό δεν έχεις κουράγιο. Όταν ζηλεύη κανείς , στενοχωριέται, δεν μπορεί να φάη, οπότε αδυνατίζει και χάνει το κουράγιο του? και οι άλλοι μπορεί να νομίζουν πως είναι μεγάλος ασκητής!

- Γέροντα, αισθάνομαι πολύ φτωχή πνευματικά και αδύναμη.
- Εσύ έχεις πολλές δυνάμεις, αλλά τις χαραμίζεις με την χαζή ζήλεια και, ενώ είσαι ένα αρχοντόπουλο, βασανίζεσαι σαν κακόμοιρο γυφτάκι. Θα είχες προχωρήσει πολύ στην πνευματική ζωή, αν δεν σκάλωνες στην ζήλεια.

Πρόσεξε, γιατί η ζήλεια σου ρουφάει όλες τις ψυχικές και σωματικές σου δυνάμεις, που θα μπορούσες να τις προσφέρης θυσία στον Θεό. Εάν έδιωχνες την ζήλεια, και η προσευχή σου θα είχε δύναμη. Με την ζήλεια αποδυναμώνεται κανείς πνευματικά . Γιατί ,νομίζετε, οι Απόστολοι δεν μπόρεσαν να βγάλουν το δαιμόνιο από το δαιμονισμένο παιδί , ενώ είχαν λάβει αυτήν την εξουσία από τον Χριστό και είχαν βγάλει άλλα δαιμόνια; Επειδή ζήλεψαν, που ο Χριστός πήρε στην Μεταμόρφωση μόνον τους τρεις Μαθητές, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη.

Μπορούσε ο Χριστός να πάρη όλους τους Μαθητές , αλλά δεν ήταν όλοι σε κατάσταση να χωρέσουν αυτό το μυστήριο, γι’ αυτό πήρε αυτούς που μπορούσαν να το χωρέσουν.

Λέτε να μην αγαπούσε τους άλλους Μαθητές; Ή μήπως αγαπούσε τον Ιωάννη περισσότερο από τους άλλους;
Όχι, αλλά ο Ιωάννης αγαπούσε περισσότερο από τους άλλους μαθητές τον Χριστό και γι’ αυτό καταλάβαινε την αγάπη του Χριστού καλύτερα. Είχε πολλή χωρητικότητα? η μπαταρία του ήταν μεγάλη. Βλέπετε πώς η ζήλεια απομάκρυνε την Χάρη του Θεού από τους άλλους Αποστόλους και δεν μπόρεσαν να γιατρέψουν το δαιμονισμένο παιδάκι;

Γι’ αυτό ο Χριστός είπε: «Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! έως πότε έσομαι μεθ’ υμών; έως πότε ανέξομαι υμών;»!


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr
Από το βιβλίο του ιερομονάχου π. Ανανία Κουστένη “Χειμερινό Συναξάρι, τόμος Α’” των εκδόσεων “Ακτή”, που περιέχει σχετικές απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του, μπορείτε να διαβάσετε το απόσπασμα που αναφέρεται στη γιορτή των Θεοφανίων.

Στις 6 του μηνός Ιανουαρίου έχομε τη μεγάλη δεσποτική εορτή των Θεοφανείων. “Τριάδος η φανέρωσις εν Ιορδάνη γέγονεν”. Εκεί εφάνη ο Θεός. Ο πατήρ, προσφωνών τον βαπτιζόμενον και το Πνεύμα το Άγιον, κατερχόμενον εν είδει, σχήμα, περιστεράς, επί τον Μεσσίαν Χριστόν. Ουράνιον το φαινόμενον. Εξαίσιον το θαύμα. 

Υπέρ τους ουρανούς το νοούμενον. Και επίγειον το φαινόμενον. Τριάντα χρόνια έμεινε στην ταπείνωση και στην αφάνεια της Γαλιλαίας, της Ναζαρέτ, ο φιλάνθρωπος Χριστός μας. Αφού εφόρεσε, με τη Γέννησή Του, τον παλαιό Αδάμ. Κι αφού πραγματοποίησε όλα όσα διακελεύεται ο νόμος του Μωυσέως. Έρχεται στον Ιορδάνη επί τον Ιωάννην, να βαπτισθεί. Κι ήλθε με τη σειρά Του ταπεινά, σκύβοντας το κεφάλι και περιμένοντας. Κι όταν ήλθε η σειρά Του, όταν έφθασε η σειρά Του, η αράδα του, που λέει ο λαός μας, και καθώς Τον είδε ο μέγας Βαπτιστής, Τον ανεγνώρισε. Τον περίμενε. Και Τον εγνώρισε.

Άλλωστε, Τον είχε αναγνωρίσει και μέσα από την κοιλία της Ελισάβετ, καθώς η κυοφορούσα τον Ιησούν Θεοτόκος επήγε στην Ορεινή της Ιουδαίας, να την δει και να της πει το μέγα καλό που έλαβε. Κι αμέσως, καθώς είδε τον Μεσσία, συγκλονίστηκε. Κατεπλάγη. Τα έχασε. Και του λέγει:
“Εγώ έχω ανάγκη να με βαπτίσεις. Γιατί είμαι αμαρτωλός. Κι Εσύ έρχεσαι να σε βαπτίσω εγώ; Ο χόρτος να βαπτίσω το πυρ; Δεν μπορώ να το κάνω. Δεν γίνεται αυτό, Κύριε. Δεν το αντέχω. Δεν μου πάει. Και δεν είναι και σωστό, κυρίως”. Κι ο Χριστός μας, ο Μεσσίας, του λέει: “Άφησε, τώρα. Κάμε αυτό που ορίζει ο Θεός. Ο Θεός σε όρισε εσένα για Βαπτιστή κι εμένα για Σωτήρα και Μεσσία. Κάν’ το, λοιπόν”.
Κι ο φιλότιμος Ιωάννης, ο φιλόθεος Ιωάννης, έκανε υπακοή και στον Χριστό και στον Θεό. Και Τον εβάπτισε τον Κύριο στον Ιορδάνη. Και την ώρα της βαπτίσεώς Του στον Ιορδάνη ο φιλάνθρωπος Χριστός μας, ο Μεσσίας, αγίασε, όπως λέει ταπεινά και λιτά το Συναξάριο, την φύσιν των υδάτων. Και έθαψε στα νάματα του Ιορδάνου, στο ρείθρο, στο νερό, την αμαρτία του κόσμου. Και ανακαίνισε και αναγέννησε τον παλαιό Αδάμ και του εδώρισε τη βασιλεία των ουρανών. Αφού εσχίσθη ο ουρανός και άνοιξε ο ουρανός, όπως λεν οι ευαγγελισταί, σημαίνει ότι με το Βάπτισμα ο Κύριος μας ανοίγει τον Παράδεισο. Το Βάπτισμα εκείνο το έκανε για μας. Γιατί προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και την αμαρτωλότητά της μαζί. Χωρίς ο Κύριος να έχει καμία σχέση, απολύτως καμία σχέση με την αμαρτία. Έγινε για μας αμαρτία ο Χριστός, για να μας σώσει. Τι φιλανθρωπία! Τι αγάπη! Τι θαύμα! Τι μεγαλείο!

Ό,τι και να πούμε για τα Άγια Θεοφάνεια είναι λίγο. Πολύ λίγο. Μένομε μπροστά στο θαύμα εκστατικοί. Και προσκυνούμε την Αγία Τριάδα και την Θεανδρική προσωπικότητα του Ενός της Τριάδος. Του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Σαρκωθέντος, του Βαπτισθέντος και φωτίσαντος τα πάντα. Μακάρι η χάρη Του να μας φωτίζει όλους. Και κλήρο και λαό και τους άρχοντες και την οικουμένη. Και κάθε πειναλέο ανθρωπίσκο. Κι αυτή τη νέα χρονιά που μπήκαμε, έχομε τόσο μεγάλη ανάγκη από τη Θεία φώτιση. Τη φώτιση του Χριστού. Από την Επιφάνειά Του. Την παρουσία Του, δηλαδή.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr
Κάποιος που κυνηγούσε στην έρημο άγρια ζώα είδε τον αββά Αντώνιο να αστειεύεται με τους αδελφούς και σκανδαλίστηκε.
Θέλοντας δε ο γέροντας να τον διδάξει ότι είναι ανάγκη που και που να συγκαταβαίνει κανείς στους αδελφούς, του λέγει: «Βάλε μία σαΐτα στο τόξο σου και τέντωσέ το».
Το έκαμε εκείνος. Του λέγει: «Τέντωσέ το πιο πολύ». Και το τέντωσε. Και πάλι του λέγει: «Ακόμη πιο πολύ». Του απαντά τότε ο κυνηγός: Αν το τεντώσω υπερβολικά, θα σπάσει το τόξο».
Και ο γέροντας του λέει: «Έτσι και το έργο του Θεού. Αν τεντώσουμε υπερβολικά τη συμπεριφορά μας απέναντι στους αδελφούς, θα σπάσουν και αυτοί. Πρέπει, λοιπόν, που και που να συγκαταβαίνουμε στους αδελφούς». Και έφυγε πολύ ωφελημένος από τον γέροντα. Οι δε αδελφοί, στηριγμένοι, έφυγαν και πήγαν στον τόπο τους.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς: Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται

Σε ένα μεγάλο πάρκο ετοίμασαν λαικό πανηγύρι. Πολλοί ήθελαν να μπουν, αλλά δεν μπορούσαν να πληρώσουν το εισιτήριο.

Τότε ένας πλούσιος άνθρωπος θέλοντας να δοκιμάσει τα ανθρώπινα πάθη πέταξε σε ένα σωρό μαζεμένων παιδιών μια χούφτα γεμάτη νομίσματα. Αυτά ήταν όλα ψεύτικα χρυσά νομίσματα, άλλά μεταξύ τους μόνο ένα δηνάριο από καθαρό ασήμι.

Έτρεξαν τα παιδιά για τα κάλπικα νομίσματα, τσακώθηκαν, χτυπήθηκαν, γρατζουνίστηκαν, ώσπου τα μάζεψαν όλα. Για το ασημένιο δηνάριο κανένας δεν πάλεψε, αφού ο καθένας σκεπτόταν: ο χρυσός είναι πιο ακριβός από ασήμι. Εκείνοι που άρπαξαν τα κάλπικα νομίσματα και τα κρατούσαν στα χέρια τους αισθάνονταν απόλυτα ευτυχείς προς στιγμή.

Αλλά γρήγορα συνέβη σε αυτούς κάτι απροσδόκητο και πικρό. Όταν πλησίασαν στην πύλη του πάρκου και ζήτησαν τα εισιτήρια, αποδείχθηκε ότι είχαν ψεύτικα νομἰσματα και οι φύλακες της πόλης τους πήγαν στη φυλακή. Μόνο ένας μεταξύ τους σοφός, ο οποίος βλέποντας τι συμβαίνει με τους φίλους του, βιαστικά πέταξε το κάλπικο νόμισμα από το χέρι και έτρεξε και πήρε το ασημένιο εκείνο δηνάριο. Με αυτό το δηνάριο πλήρωσε το εισιτήριο και μπήκε στο πάρκο στο πανηγύρι.

Ποια είναι η ερμηνεία αυτής της ιστορίας; Το πανηγύρι είναι η βασιλεία των ουρανών ή το Βασίλειο της Αθάνατης Ευτυχίας. Τα κάλπικα νομίσματα είναι οι επιθυμίες της σάρκας και η γήινη ματαιότητα και οι αυταπάτες,που απομακρύνουν τους ανθρώπους από το βασίλειο της πραγματικής ευτυχίας και τους πηγαίνουν στο βασίλειο του βασάνου και του σκοταδιού. Το καθαρό ασήμι παρουσιάζει την εσωτερική αγαθότητα και αλήθεια του δίκαιου ανθρώπου.

Τα παιδιά της πλεονεξίας για το απατηλό γυαλιστερό αυτού του κόσμου είναι οι αμαρτωλοί. Εκείνο το τελευταίο παιδί,το οποίο πέταξε το ψεύτικο χρυσό και δέχθηκε το πραγματικό ασήμι σημαίνει τον μετανιωμένο αμαρτωλό.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr


Aγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου. Εις την Β' προς Κορινθίους, Λόγος ΚΖ.

Είναι προτιμότερο να έχει κανείς ένα φίδι να περιστρέφεται στα σπλάχνα του παρά να έχει φθόνο, ο οποίος να σύρεται μέσα του.
Διότι, το μεν φίδι μπορεί κανείς πολλές φορές και να το εμέση με φάρμακο και με τροφή να το καταπραΰνει·
Ο φθόνος όμως δεν περιστρέφεται στα σπλάχνα, αλλά προσκολλάται στον κόλπο της ψυχής και είναι πάθος το οποίο δύσκολα εξαλείφεται και το μεν φίδι που βρίσκεται μέσα δεν θα έκανε κακό στα ανθρώπινα σώματα αν υπήρχε τροφή πλησίον του, ο φθόνος όμως, κι αν ακόμα παραθέσει σ'αυτόν πλουσιότατη τράπεζα, την ίδια την ψυχή κατατρώγει, δαγκώνει από παντού, σπαράσσει, ξεσχίζει.
Και δεν είναι δυνατό να βρει ο φθονερός κάποια άλλη ανακούφιση με την οποία να απαλλαγεί από το δράμα του που είναι μανία πραγματική παρά μόνο μία την δυστυχία εκείνου που ευημερεί και δι' αυτό τον φθονεί.


Πηγή: http://www.agioritikovima.gr

( Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης +Διονυσίου, Ο Λόγος του Θεού, τ. Α΄, σ.29-32)

Απ’ όλες τις ευχές, που μοιράζονται τώρα με την ανατο­λή του νέους έτους, η πιο σωστή για μας τους χριστιανούς είναι η δέηση της Εκκλησίας. «Τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών εν ειρήνη και μετανοία εκτελέσαι». Η πιο επίκαιρη και πιο αληθινή ευχή είναι αυτή, το χρόνο της ζωής μας που μας μένει να τον περάσουμε ειρηνικά και μετανοημένοι.

Όταν η Εκκλησία λέει «εν ειρήνη», δεν εννοεί μόνο την εξωτερική πολιτική ειρήνη, αλλά πρώτα και πολύ περισσό­τερο την εσωτερική και ψυχική μας ειρήνη, από την οποία εξαρτάται και η ειρήνη του κόσμου. Γιατί είναι αλήθεια πως ο κόσμος δεν θα ειρηνεύσει, αν δεν ειρηνεύσουν ένας-ένας οι άνθρωποι, ανοίγοντας είσοδο και δεχόμενοι μέσα τους τη χάρη του Θεού.

Ο Θεός δεν είναι έξω από τον κόσμο και δεν βλέπει από μακριά την πορεία των ανθρωπίνων πραγμάτων. Καθώς στην αρχή της δημιουργίας το Πνεύμα του «επεφέρετο επάνω της αβύσσου έτσι και τώρα το ίδιο Πνεύμα του Θεού είναι επάνω από τον κόσμο και τον συντηρεί και τον κυβερνά. Όχι σαν μοίρα ή σαν τυφλή βία, αλλά ο θείος Λόγος επάνω στην κτίση και η θεία Χάρη μέσα στους ανθρώπους. Ούτε στην τύχη βρέθηκε ο κόσμος ούτε άσκοπη είναι η πορεία του ούτε άγνωστο είναι το τέλος του.

Η Εκκλησία ομιλεί για το «εν αρχή» και κηρύττει για τα «τέλη των αιώνων». Η θεία Γραφή, που είναι η αποκάλυψη του Θεού μέσα στην Εκκλησία, όχι με τη γλώσσα της επι­στήμης, αλλά με το πνεύμα της πίστεως, ομιλεί για την αρχή και για το τέλος του κόσμου. «Πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τους αιώνας ρήματι Θεού…», γράφει για την αρχή ο Από­στολος. Δηλαδή, με την πίστη βάζομε στο μυαλό μας πώς οι κόσμοι δημιουργήθηκαν με το λόγο του Θεού. Και για το τέλος άλλος Απόστολος γράφει· «ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται». Δηλαδή οι ουρανοί θα εξαφανιστούν με πάταγο και τα φυσικά στοιχεία θα διαλυ­θούν από τη φωτιά, και η γη κι όλα τα έργα των ανθρώπων επάνω της θα καούν και θα γίνουν στάχτη.

Το τέλος αυτό, όχι σαν καταστροφή του κόσμου, αλλά σαν αλλαγή και μεταμόρφωση, θα μας περάσει «από του νυν προς τον μέλλοντα αιώνα», σε μια καινούργια και ανέσπερη ημέρα, την ογδόη και ατελεύτητη ημέρα της δημιουργίας και της ανάστασης.

Κι όταν η Εκκλησία στη δέηση για τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μας λέει «εν μετανοία» τούτο ακριβώς εννοεί να είμαστε έτοιμοι περιμένοντας αυτό το τέλος, επειδή δεν ξέρομε πότε μας έρχεται. Και πάντως όχι το τέλος του κόσμου, αλλά το τέλος του βίου μας, που αν δεν είναι το τέλος του κόσμου, είναι το δικό μας τέλος για τον κόσμο. Ύστερα, καθώς είπε ο Ιησούς Χριστός, «έρχεται νυξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι».

Ό,τι έχομε να κάνομε για τον εαυτό μας και για τη σωτηρία μας θα το κάνομε τώρα, μέσα σ’ αύτη τη διάρκεια της εδώ ύπαρξής μας, που λέγεται βίος. Ο βίος αυτός είναι μια πίστωση και μια προθεσμία, που μας παρέχεται για να εργασθούμε επάνω στο κεφάλαιο που μας έδωσε ο Θεός, που είναι το «κατ’ εικόνα», για να κατορθώσουμε όσο μπο­ρέσουμε το «καθ’ ομοίωσιν», που θα είναι η φιλοτιμία κι ο κόπος ο δικός μας.

Πολλοί από τους ανθρώπους, όχι μόνο οι έξω από την Εκκλησία, μα και πολλοί από εκείνους που λένε πως είναι χριστιανοί, δεν τα σκέφτονται έτσι, αλλ’ αντίθετα πιστεύουν πως ο βίος κι η ζωή μας είναι κάτι άλλο παρά ευθύνη και χρέος και εργασία και κόπος και φιλότιμη προσπάθεια, για να φτιάξουμε και τον εαυτό μας και τον κόσμο. Γιατί γι’ αυτό ήρθαμε, για να φτιάξουμε, αρχίζοντας από τον εαυτό μας κι επεκτείνοντας την προσπάθειά μας όσο μπορούμε πιο πολύ και στα γύρω μας.

Δεν ήρθαμε μόνο για να πάρουμε από τη ζωή, αλλά και για να δώσουμε. Πρώτα για να δώσουμε κι ύστερα για να πάρουμε· ο πατέρας κι η μάνα για τα παιδιά τους, ο αδελφός για τον αδελφό του, ο ιερέας για το ποίμνιό του, ο δάσκαλος για τους μαθητές του, ο πολίτης για τον τόπο του, ο κυβερ­νήτης για τη χώρα του.

Στον καιρό μας φαίνονται σαν και να έχουν αλλάξει οι αντιλήψεις των ανθρώπων· όλοι ζητούν δικαιώματα κι όλοι θέλουν να πάρουν, μα κανένας δεν σκέφτεται τί δίνει, τί κάνει πρώτα για τον εαυτό του, για να γίνει καλύτερος, κι υστέρα τί κάνει και για τους άλλους και για τον τόπο του. Γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς· στη ζωή δεν είμαστε μόνοι μας ούτε χωρίς τόπο. Είμαστε μια κοινωνία ανθρώπων επάνω σ’ έναν τόπο, που είναι το χωριό μας, η πόλη μας, η πατρίδα μας. Τα πρόσωπα και τα πράγματα είμαστε δεμέ­νοι έτσι, που να μην μπορεί να πει κανείς πως είναι μόνος του, αδέσμευτος κι ανεξάρτητος, που να κάνει ό,τι θέλει και του αρέσει.

Ο τρόπος αυτός, με τον οποίο μιλάμε σήμερα στην πρώ­τη του νέου έτους, είναι ο τρόπος με τον οποίο πιστεύει και ομιλεί η Εκκλησία, όταν απευθύνεται στα παιδιά της. Γιατί ο ποιμένας της Εκκλησίας από αυτήν εδώ τη θέση στα παι­διά της Εκκλησίας, στους χριστιανούς και στους πιστούς ομιλεί και απευθύνεται. Και ο λόγος του δεν μπορεί να είναι τίποτ’ άλλο παρά λόγος πίστεως, λόγος οικοδομής και παράκλησης προς το λαό του Θεού.

Δεχθείτε τα αυτά όχι σαν λόγια τυπικά, που λέγονται μόνο για να λεχθούν ούτε λόγια που θέλουν να κάνουν κάποια εντύπωση, αλλά σαν ρήματα ζωής, σαν λόγο Θεού, ερμηνευμένο με ταπεινοσύνη και αγάπη. Δεχθείτε στο τέλος και την ευχή της Εκκλη­σίας και εύχεσθε και σεις για εμάς, για να ζήσουμε όλοι «τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών εν ειρήνη και μετανοία». Αμήν.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

(Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, Συγγράματα τ. Γ΄, εκδ. Ι. Μ. Αγίου Νεοφύτου, Πάφος 1999, σ. 113-115. Απόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση από Α. Χριστοδούλου, Θεολόγο)

Και τώρα, στην αρχή του νέου χρόνου, και πάντοτε είναι ωραίο να δοξάζουμε με έργα και με λόγια την αιτία της σωτηρίας μας που είναι η Τριαδική θεότητα που δημιούργησε και συγκρατεί τα πάντα.

Με τη βοήθειά της διανύσαμε το χρόνο που πέρασε και οφείλουμε να ευχαριστήσουμε γι’ αυτό τη θεία μακροθυμία και με ακρίβεια να εξετάσουμε τους εαυτούς μας, σε τι ζημιωθήκαμε ψυχικά ή τι κερδίσαμε πνευματικά σε όλη τη διάρκειά του. Και αν είχαμε κάποιο πνευματικό κέρδος, ας βιαστούμε και αυτό το χρόνο να έχουμε παρόμοια κέρδη. Εάν όμως ζημιωθήκαμε, πρέπει να κλάψουμε και να θρηνήσουμε επειδή σπαταλήσαμε άσκοπα το χρόνο που μας δόθηκε για μετάνοια· είναι δε αδύνατο να τον βρούμε για δεύτερη φορά στην παρούσα ζωή. Πέρασε και έφυγε, δεν πρόκειται να επιστρέψει. Ζημιωθήκαμε πολύ γιατί τον τελειώσαμε κακώς.

Γι’ αυτό ας κλάψουμε και ας θρηνήσουμε και ας ζητήσουμε συγχώρηση από το Θεό. Ας μην πέσουμε σε απόγνωση, εάν πρόκειται να προσφέρουμε στο Θεό καρπό άξιο μετανοίας και εάν βάλουμε σαν στερεό θεμέλιο την αρχή της τώρα που ξεκινά ο νέος χρόνος. Τότε Εκείνος  που ευλογεί και στεφανώνει τον καινούριο χρόνο σίγουρα θα μας ευλογήσει και θα μας ενδυναμώσει για να του προσφέρουμε άξιο καρπό μετανοίας. Αυτός καθαγίασε και την καινούρια του αρχή αφού την έβαψε με μαρτυρικό αίμα και την τίμησε με μνήμες πολλών αγίων και της Θεοτόκου, ώστε και εμείς με τις ικεσίες τους να κάνουμε καλή αρχή του νέου χρόνου και καλά να φθάσουμε στο τέλος του, αν βέβαια φθάσουμε, και δεν έλθει το δικό μας τέλος πιο γρήγορα.

Είναι καλό καθημερινά να σκεφτόμαστε το θάνατο και να έχουμε μνήμη της εξόδου μας από τη ζωή αυτή, η οποία περνά χωρίς να το καταλάβουμε, μήπως έλθει ξαφνικά σαν κλέφτης και βρεθούμε απροετοίμαστοι και τιμωρηθούμε. Οι έμποροι καθημερινά μετρούν και ψηλαφούν το κέρδος ή τη ζημιά και χαίρονται για το πρόσκαιρο κέρδος ή λυπούνται για τη ζημιά των υλικών πραγμάτων. Κάνουμε λάθος δε εμείς που ενώ φθάσαμε στο τέλος του χρόνου να μη σκεπτόμαστε πόσο ζημιωθήκαμε ή τι κερδίσαμε κατά τη διάρκειά του και  να χαιρόμαστε ή να λυπούμαστε όπως οι έμποροι.

Γιατί αν ο Θεός δει ότι με αυτόν τον καλό τρόπο και εμείς φροντίζουμε για τη σωτηρία μας σίγουρα θα ευλογήσει το χρόνο που ήλθε και οι σκέψεις μας θα γεμίσουν με Άγιο Πνεύμα, οι λογισμοί μας με αγαλλίαση πνευματική, οι πράξεις μας θα είναι ντυμένες με στολή αφθαρσίας και η ταπεινοφροσύνη μας θα πολλαπλασιάσει τον άρτο της αθανασίας. Με ταπείνωση θα φωνάζουμε από τα βάθη της καρδιάς μας προς τον Κύριο και θα υμνούμε τον Θεόν Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, την μία και μοναδική θεότητα και ομοούσια φύση, γιατί αρμόζει σ’ αυτήν από εμάς τα δημιουργήματα όλη η δόξα, τιμή και προσκύνηση τώρα και πάντοτε και στους ατελεύτητους αιώνες.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Ιωάννης Μ. Φουντούλης, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.
(Απόσπασμα από το έργο «Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας», Ε΄, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σ. 235-237) 

Συνήθως λέγεται ότι η νηστεία της παραμονής των Θεοφανείων αφορά στην πόση του μεγάλου αγιασμού και επομένως ότι η προϋπόθεση για την κοινωνία από αυτόν αποτελεί η νηστεία μιας ημέρας. Για το θέμα αυτό θα ήταν σκόπιμο να λεχθούν δυο λόγια, γιατί είναι από τα πιο συζητούμενα θέματα από αυτά που σχετίζονται με τον αγιασμό των Θεοφανείων και για τα οποία ζητούν οι πιστοί τη συμβουλή των ιερέων.

Ότι ο μέγας αγιασμός «τα δευτερεία επέχει των θείων μυστηρίων» (Ευχολόγιον, κώδ. Βατοπεδίου 134 [745] του έτους 1538), είναι δηλαδή το δεύτερο μετά τη θεία κοινωνία ιερώτατον «μυστηριακόν είδος» (κατά τη σχολαστική ορολογία), κανείς δεν αμφιβάλλει. Είναι το «ύδωρ της αναγεννήσεως» του αγίου βαπτίσματος, που διά της επικλήσεως και επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος «αναστοιχειούται» (ή «μεταστοιχειούται»), κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας (Εις Ιωάννην Β΄ 1), και γίνεται «αφθαρσίας πηγή, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον» για τους πιστούς που μεταλαμβάνουν ή χρίονται από αυτό, πάροχο αγιασμού και ευλογίας σ’ ολόκληρη την κτίση.

Ότι το ύδωρ του μεγάλου αγιασμού είναι το ίδιο με το ύδωρ του αγίου βαπτίσματος είναι καταφανές και από την ταυτότητα των καθαγιαστικών ευχών, και από την παλαιά, και τη σύγχρονη ακόμα, πράξη της Εκκλησίας, που βάπτιζε και βαπτίζει σ’ αυτό τους κατηχουμένους, και από όσα γράφει ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, που θεωρεί μάλιστα αντιστρόφως το ύδωρ του βαπτίσματος «κατ΄ ουδέν ελαττούμενον του των αγίων Θεοφανείων» (Διάλογος, κεφ. 70). Ως τέτοιο δίδεται αντί της θείας κοινωνίας στους πιστούς, που για κάποιο λόγο κωλύονται να προσέλθουν σ’ αυτήν.

Αυτό ακριβώς προκάλεσε δύο ευλαβείς παρεξηγήσεις: ότι δηλαδή υποκαθιστά τη θεία μετάληψη, ως κατά κάποιο τρόπο ίσο με αυτήν, και ότι κατ’ αναλογίαν προηγείται της πόσεώς του νηστεία. Το πρώτο δεν θα έπρεπε καν να συζητείται, γιατί είναι σαφές ότι ο μέγας αγιασμός είναι μεν για τους λόγους που είπαμε το ιερότερο μετά τη θεία κοινωνία είδος, αλλά επ’ ουδενί είναι κοινωνία του σώματος και του αίματος του Κυρίου, ούτε ποτέ την αντικαθιστά. Παρά ταύτα υπάρχει η λαϊκή αντίληψη ότι τα Θεοφάνεια δεν κοινωνούμε, γιατί θα πάρουμε αγιασμό και «είναι το ίδιο».

Όσο δε για τη νηστεία προ του μεγάλου αγιασμού, και αυτή μάλλον καλλιεργήθηκε κατ’ αναλογίαν προς το νεώτερο έθος της νηστείας προ της θείας κοινωνίας, που δεν μπόρεσε όμως και αυτή να εξελιχθεί σε τριήμερη, λόγω του ότι οι προ των Θεοφανείων ημέρες του εορταστικού δωδεκαημέρου έχουν «κατάλυσιν εις πάντα», πλην, εννοείται της παραμονής. Όσο για τη νηστεία αυτή της παραμονής, που κοινώς θεωρείται ότι γίνεται για τον αγιασμό, είναι άσχετη με αυτόν και τηρείται, είτε πρόκειται κανείς να κοινωνήσει από αυτόν είτε όχι. Γι’ αυτό και δεν καταλύεται μετά την τυχόν πόση του αγιασμού κατά την παραμονή.

Έχει δε την αρχή της στο αρχαίο έθος να προηγείται των μεγάλων εορτών μία ημέρα νηστείας της Εκκλησίας όλης, είτε για το βάπτισμα των κατηχουμένων, όπως κοινώς λέγεται, που εγίνετο κατ’ αυτές, είτε, ασχέτως μάλλον προς αυτό, ως ένας από τους πολλούς τρόπους εξάρσεως της κυρίας ημέρας της εορτής και προπαρασκευής γι’ αυτήν με νηστεία, εγκράτεια και προσευχή. Ότι δε δεν αφορά στην πόση του αγιάσματος, φαίνεται και από το ότι ο αγιασμός όχι μόνον τελείται – επομένως και πίνεται – και κατά την παραμονή, κατά το νεώτερο έθος, της οποίας παραμονής δεν προηγείται ποτέ νηστεία, και από το ότι συχνά συμβαίνει και η παραμονή να μην είναι νήστιμος ημέρα, όταν συμπίπτει με Σάββατο ή Κυριακή.

Δεν προηγείται δηλαδή της πόσεως του μεγάλου αγιασμού νηστεία; Βεβαίως, ναι. Αλλ’ αυτή δεν είναι νοητό να είναι αυστηροτέρα ή μακροτέρας διαρκείας από την προβλεπομένη για την προσέλευση στη θεία κοινωνία νηστεία, τη λεγομένη «ευχαριστιακή νηστεία». Και αυτή, όπως και άλλοτε μας δόθηκε αφορμή να γράψουμε, είναι σαφής και απαράβατος, με μόνιμη εξαίρεση όταν υπάρχει κίνδυνος θανάτου. Η τελεία δηλαδή αποχή τροφής και ποτού από του δείπνου ή του μεσονυκτίου, της προηγούμενης ημέρας μέχρι της κοινωνίας, οποιαδήποτε ώρα κι αν γίνεται αυτή, το πρωί δηλαδή κατά τις μη νήστιμες ημέρες και το εσπέρας κατά τις ημέρες της νηστείας.

Όπως δε είδαμε, η τέλεση και η πόση του μεγάλου αγιασμού προβλέπεται από την εκκλησιαστική μας τάξη και παράδοση μετά τη θεία μετάληψη και προ της βρώσεως του αντιδώρου, δηλαδή λειτουργικότερα – το επαναλαμβάνουμε – μεταξύ της εκφωνήσεως της ευχής της ευχαριστίας μετά το «πάντας μεταλαβείν» («Ότι συ ει ο αγιασμός ημών…»), κατά την παλαιοτέρα τάξη, ή μετά την οπισθάμβωνο ευχή, κατά τη νεωτέρα, και του «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον…» και την επακολουθούσα διανομή του αντιδώρου και απόλυση.

Η νηστεία, κατά τους πατέρες και την παράδοση της Εκκλησίας, είναι «μέγα καλόν». Κινείται όμως μέσα σε ορισμένες από την παράδοση προδιαγραφές χρόνου και ποιότητος, που καλούμαστε να προβάλλουμε και να αξιοποιούμε. Η επέκτασή της όμως πέραν των ορίων αυτών μπορεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα και να αποβαίνει τελικώς εις βάρος αυτού του θελήματος του Θεού και του σκοπού της Εκκλησίας, που είναι ο αγιασμός των πιστών και όλης της δημιουργίας διά της μεταλήψεως και του ραντισμού διά του ύδατος του μεγάλου αγιασμού των Θεοφανείων. Καλός συμβιβασμός της παλαιάς με τη νεωτέρα παράδοση μπορεί να είναι η σύσταση ξηροφαγίας κατά το δείπνο της παραμονής, όταν συμπίπτει με Σάββατο ή Κυριακή. Η επέκταση δηλαδή κατά κάποιο τρόπο της ευχαριστιακής νηστείας μέσα σε λογικά όρια.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
(Λόγος στο Άγιο Βάπτισμα, Ε.Π.Ε. τ. 35-αποσπάσματα).

Τη διαφορά λοιπόν των βαπτισμάτων τη μάθαμε από αυτά, πρέπει όμως στη συνέχεια να πούμε για ποιo λόγο βαπτίζεται ο Χριστός και ποιό είναι το βάπτισμα που κάνει. Δεν κάνει ούτε το παλιό ιουδαϊκό βάπτισμα, ούτε το δικό μας που καθιερώθηκε στη συνέχεια, καθόσον δεν εί­χε ανάγκη από συγχώρηση αμαρτημάτων· διότι πώς θα συνέβαινε αυτό σε εκείνον που δεν είχε καμία αμαρτία; Διότι, λέει, «αμαρτία δεν έκανε, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του»(Α΄ Πετρ.2, 22)· και πάλι· «Ποιός μπορεί από σας να με ελέγξει για αμαρτία;»( Ιω. 8,46). Ούτε η σάρκα εκείνη στερούνταν το Πνεύμα· διότι πώς ήταν δυνατό αυτό στη σάρκα εκείνη που συνελήφθη από Πνεύμα άγιο; Εάν λοιπόν η σάρ­κα εκείνη ούτε το άγιο Πνεύμα στερούνταν, ούτε ήταν υπεύθυνη για αμαρτήματα, για ποιό λόγο βαπτίσθηκε; Αλλά προηγουμένως πρέπει να μάθουμε ποιο βάπτισμα έκανε, και τότε και αυτό θα μας γίνει πιο κατανοητό.

Ποιο λοιπόν βάπτισμα έκανε; Ούτε το ιουδαϊκό, ούτε το δικό μας, αλλά το βάπτισμα του Ιωάννη. Γιατί; Με σκοπό να μάθεις και από τη φύση αυτού του βαπτίσματος, ότι δεν βαπτίσθηκε για αμαρτίες του, ούτε επειδή είχε ανάγκη της χορηγίας του αγίου Πνεύματος· διότι το βάπτισμα εκείνο στερούνταν τη δυνατότητα και των δύο αυτών βαπτισμάτων, όπως ακριβώς βέβαια και αποδεί­ξαμε.

Και ότι δεν ήρθε στον Ιορδάνη ούτε για άφεση αμαρτημάτων, ούτε για τη χορηγία του αγίου Πνεύματος έγινε φανερό από αυτά· όμως για να μη νομίσει κάποιος από εκείνους που ήταν τότε παρόντες, ότι πηγαίνει εκεί για μετάνοια, όπως ακριβώς πήγαιναν και οι άλλοι, άκουσε πως και αυτό το διευκρινίζει ο Ιωάννης. Διότι εκείνος που έλεγε στους άλλους, «Να κάνετε έργα άξια της μετάνοιας» (Ματθ. 3, 8), άκουσε τί λέει σ’ αυτόν· «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα, και συ έρχεσαι προς εμένα;»(Ματθ. 3, 14). Αυτό το έλεγε για να δείξει ότι δεν πήγε σ’ αυτόν για τον ίδιο λόγο που πήγαιναν οι άλλοι· και ότι τόσο πολύ απέχει από την ανάγκη να βαπτισθεί γι’ αυτό, αφού ήταν κατά πολύ πιο ανώτερος και από τον ίδιο το Βαπτιστή, και ασύγκρι­τα καθαρότερος. Για ποιό λόγο λοιπόν βαπτίσθηκε, εάν αυτό δεν το έκανε ούτε για μετάνοια, ούτε για συγχώρη­ση αμαρτημάτων, ούτε για χορήγηση του Πνεύματος; Για δύο άλλους λόγους, που ένας είναι αυτός που ανα­φέρει ο μαθητής, και ο άλλος αυτός που λέγεται απ’ αυτόν στον Ιωάννη.

Ποια λοιπόν λέει ο Ιωάννης ότι είναι η αιτία του βαπτίσματος αυτού; Για να μάθουν οι πολλοί, όπως και ο Παύλος έλεγε, ότι «ο Ιωάννης βάπτισε βάπτισμα με­τάνοιας, λέγοντας να πιστέψουν σ’ εκείνον που έρχεται μετά απ’ αυτόν»(Πραξ. 19, 4)· αυτό ήταν το κατόρθωμα του βαπτίσματος. Διότι το να πηγαίνει στο σπίτι του καθενός, και πλησιάζοντας στις πόρτες και έχοντας μαζί του το Χριστό να τους καλεί έξω και να τους λέει, ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού, αυτό θα έκανε ύποπτη τη μαρτυρία και θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο· επίσης το να τον πάρει πά­λι και, μπαίνοντας στη συναγωγή, να τον δείχνει, και αυτό πάλι κατά τον ίδιο τρόπο έκανε ύποπτη τη μαρ­τυρία.

Αλλ’ όμως το να έρθει και αυτός προς τον Ιωάννη με σκοπό να βαπτισθεί, τη στιγμή που όλος ο κόσμος από κάθε πόλη ξεχυνόταν στον Ιορδάνη και διέμενε στις όχθες του ποταμού, και εκεί να δεχθεί την ουράνια μαρ­τυρία που γινόταν με τα λόγια του Πατέρα, τη μαρτυρία που γινόταν με την επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος με μορφή περιστεράς, αυτό έκανε ανύποπτη τη μαρτυρία που έδινε ο Ιωάννης γι’ αυτόν. Γι’ αυτό λέει, «και εγώ δεν τον γνώριζα», κάνοντας έτσι αξιόπιστη την μαρτύρια του.

Επειδή ήταν συγγενείς, για να μη φα­νεί ότι δίνει τη μαρτυρία για το Χριστό εξαιτίας της συγ­γένειάς τους, ρύθμισε η χάρη του αγίου Πνεύματος να περάσει ο Ιωάννης όλα τα προηγούμενα χρόνια του στην έρημο, για να μη φανεί ότι η μαρτυρία δίνεται από φιλία ή από κάποια άλλη παρόμοια επινόηση, αλλ’ όπως το έμα­θε αυτό από το Θεό, έτσι και το κάνει γνωστό στον κό­σμο. Γι’ αυτό λέει, «και εγώ δεν τον γνώριζα». Και από πού λοιπόν το έμαθες; «Εκείνος», λέει, «που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε». Τί σου είπε; «Σ’ όποιον θα δεις να κατεβαίνει το Πνεύμα με μορφή περιστεράς και να μένει επάνω σ’ αυτόν, αυτός είναι εκείνος που βαπτίζει με Πνεύμα άγιο» (Ιω. 1, 33).

Βλέπεις ότι γι’ αυτό ήρθε το άγιο Πνεύμα, όχι ότι τότε κατέβηκε για πρώτη φορά, αλλά για να φανερώσει εκείνον που κηρυσσόταν, κάνοντας αυτόν γνωστό σ’ ό­λους, σαν με κάποιο δάχτυλο, με την πτήση του υπό μορφή περιστεράς; Γι’ αυτό λοιπόν ήρθε να βαπτισθεί αλλά και για μία άλλη αιτία, την οποία αναφέρει αυτός. Και ποιά είναι αυτή; Όταν ο Ιωάννης είπε, «εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα και συ έρχεσαι προς εμένα;», αυτός αποκρίθηκε και είπε· «άφησέ τα αυτά τώρα διότι πρέπει εμείς να εκτελέσουμε κάθε εντολή»(Ματθ. 3, 14-15). Είδες ευγνωμοσύνη δούλου; Είδες ταπεινοφροσύνη Κυρίου; Τί τέλος πάντων σημαίνει, «να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύ­νη»; Δικαιοσύνη ονομάζεται η εκπλήρωση όλων των εντο­λών· όπως ακριβώς όταν λέει· «Ήταν και οι δύο δίκαιοι και εκτελούσαν κατά τρόπο άμεμπτο όλες τις εντολές του Κυρίου»(Λουκ. 1,6). Επειδή λοιπόν έπρεπε να εκτελέσουν τις εντολές αυτές όλοι οι άνθρωποι, όμως κανένας δεν πραγ­ματοποίησε αυτές στην εντέλεια, γι’ αυτό έρχεται ο Χρι­στός και εκτελεί την πραγματοποίηση αυτών των εντολών.

Και ποια εντολή εκτελεί με το να βαπτισθεί; Το να υπακούσει στον προφήτη ήταν εντολή. Όπως ακριβώς λοιπόν περιτμήθηκε, πρόσφερε θυσία, τήρησε τα Σάββατα, και έλαβε μέρος σε ιουδαϊκές εορτές, έτσι πρόσθεσε και αυτό που υπολειπόταν, το να υπακούσει στον προφήτη που βάπτιζε. Διότι, το ότι ήταν τότε θέλημα του Θεού να βαπτίζονται όλοι, άκουσε τι λέγει ο Ιωάν­νης· «Εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με νερό»(Ιω. 1, 33) και πάλι ο Χριστός λέει· «οι τελώνες και το πλήθος του λαού τήρησαν τις εντολές του Θεού, διότι έκαναν το βάπτισμα του Ιωάννη, οι Φαρισαίοι όμως και οι γραμματείς απέρριψαν το θέλημα του Θεού με το να μη βαπτισθούν απ’ αυτόν»(Λουκ. 7, 29-30).

Εάν λοιπόν αποτελεί εντολή το να υπακούει κανείς στο Θεό, ο δε Θεός έστειλε τον Ιωάννη για να βαπτίσει το λαό, ο Χριστός μαζί με όλες τις άλλες νομι­κές διατάξεις εκπλήρωσε και αυτή την εντολή. Υπόθεσε, δηλαδή, ότι οι εντολές του νόμου ήταν διακόσια δηνάρια. Αυτό το χρέος έπρεπε να το πληρώσει το δικό μας το ανθρώπινο γένος. Δεν το πληρώσαμε. Μας είχε στην εξουσία του ο θάνατος, επειδή ήμασταν υπεύθυνοι γι’ αυτές τις κατηγορίες. Όταν ήρθε ο Χριστός και μας βρήκε να εί­μαστε κάτω από την εξουσία του, κατέβαλε το χρέος, πλήρωσε την οφειλή και ελευθέρωσε εκείνους που δεν είχαν να πληρώσουν. Γι’ αυτό δεν είπε, ‛πρέπει να κάνετε σεις αυτό και αυτό’, αλλά, «να πληρώσω κάθε δικαιοσύ­νη»(Ματθ. 3,15). Εγώ ο Κύριος, λέει, που έχω, πρέπει να πληρώσω για εκείνους που δεν έχουν.

Αυτή είναι η αιτία του βαπτίσματος, για να φανεί ότι τηρεί όλες τις εντολές του νόμου· αυτή είναι η αιτία κα­θώς και εκείνη που αναφέρθηκε πριν απ’ αυτή. Γι’ αυτό και το Πνεύμα κατεβαίνει με μορφή περιστεράς, διότι ό­που υπάρχει συμφιλίωση με το Θεό, παρουσιάζεται περι­στερά. Καθόσον και στην περίπτωση της κιβωτού του Νώε ήρθε η περιστερά κρατώντας κλαδί ελιάς, σύμβολο της φιλανθρωπίας του Θεού και της απαλλαγής από τον κατακλυσμό.

Και τώρα παρουσιάζεται το Πνεύμα με μορφή περιστεράς, και όχι με το σώμα της (διότι πρέπει αυτά να τα γνωρίζομε σωστά), γνωστοποιώντας τη φιλανθρω­πία του Θεού στην οικουμένη, και συγχρόνως φανερώ­νοντας, ότι ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να μη έχει πονηριά, να είναι αγνός και άκακος, όπως ακριβώς και ο Χριστός λέει· «εάν δεν μετανοήσετε και δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών»(Ματθ, 18, 3). Εκείνη λοιπόν η κιβωτός, αφού σταμάτησε ο κατακλυ­σμός, έμεινε στη γη, ενώ αυτή η κιβωτός, αφού καθησύ­χασε η οργή, ανέβηκε στον ουρανό, και τώρα βρίσκεται το καθαρό εκείνο και αμόλυντο σώμα στα δεξιά του Πατέρα.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Το ότι δηλα­δή η σημερινή εορτή ονομάζεται Επιφάνεια, είναι γνωστό σ’ όλους. Ποιά όμως παρουσία είναι αυτή και ποιά από τα δύο συμβαίνει, είναι μία αυτή ή δύο; Αυτό δεν το γνωρίζουν, πράγμα που αποτελεί την πιο χειρότερη ντροπή και είναι άξιο για πολλά γέλια, διότι, ενώ κάθε χρόνο εορτάζουν την εορτή αυτή, όμως αγνοούν την υπόθεσή της.

Είναι ανάγκη λοιπόν κατ’ αρχή να πω στην αγάπη σας, ότι δεν πρόκειται για μία παρουσία, αλλά για δύο· μία είναι αυτή που έγινε σαν σήμερα, και δεύτερη είναι η μελλον­τική, που θα γίνει με τρόπο ένδοξο κατά τη συντέλεια του κόσμου. Και για την κάθε μία απ’ αυτές ακούσατε σήμερα τον Παύλο να γράφει στον Τίτο και να λέει για μεν τη σημερινή τα εξής: «Παρουσιάσθηκε η χάρη του Θεού, που σώζει όλους τους ανθρώπους, και μας διδά­σκει ν’ αρνηθούμε την ασέβεια και τις κοσμικές επιθυ­μίες, και να ζήσουμε κατά τον παρόντα αιώνα με σωφρο­σύνη, δικαιοσύνη και ευσέβεια», για δε τη μελλοντική· «και ν’ αναμένουμε την πραγματοποίηση της μακάριας ελπίδας και την παρουσία της δόξας του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού» (Τιτ. 2, 11-13). Αλλά και ο προφήτης για την ίδια εκείνη έλεγε τα εξής· «ο ήλιος θα μετατρα­πεί σε σκοτάδι και η σελήνη σε αίμα προτού να έρθει η μεγάλη και ένδοξη εκείνη ημέρα του Κυρίου» (Ιωήλ 2, 31).

Αλλά για ποιό λόγο ονομάζεται επιφάνεια όχι η ημέρα κατά την οποία γεννήθηκε, αλλά η ημέρα κατά την οποία βαπτίσθηκε; Διότι αυτή είναι η ημέρα κατά την οποία βαπτίσθηκε και αγίασε τη φύση των υδάτων. Γι’ αυτό βέβαια και τα μεσάνυχτα της εορτής αυτής όλοι φέρνουν νερό και το τοποθετούν μέσα στο σπίτι, φυλάσσοντάς το όλο το χρόνο, επειδή σήμερα αγιάστηκαν τα ύδατα. Και το θαύμα του αγιασμού των υδάτων γίνεται φανερό από το ότι δεν αλλοιώνεται η φύση του νερού εκείνου με το πέρασμα του χρόνου, αλλά ολόκληρο χρόνο και πολλές φορές δύο και τρία χρόνια παραμένει καθαρό και φρέσκο το νερό που σήμερα αντλήθηκε, και βρίσκε­ται μετά από τόσο χρόνο σε ίση αξία και κατάσταση με το νερό, που μόλις πριν λίγο πάρθηκε από την πηγή.

Για ποιό λόγο λοιπόν ονομάζεται αυτή η ημέρα Επιφάνεια; Επειδή ο Χριστός έγινε σ’ όλους γνωστός όχι όταν γεννήθηκε, αλλά όταν βαπτίσθηκε· διότι μέχρι αυτή την ημέρα ήταν άγνωστος στους πολλούς. Και ότι οι πολλοί τον αγνοούσαν και δεν γνώριζαν ποιός τέλος πάντων ήταν, άκουσε τον Ιωάννη Βαπτιστή που λέει: «ανάμεσά μας στέκεται κάποιος, τον οποίο σεις δεν γνωρίζετε»(Ιω. 1, 26).

Και γιατί είναι άξιο θαυμασμού εάν οι άλλοι τον αγνοούσαν, τη στιγμή βέβαια που και ο ίδιος ο Βαπτιστής τον α­γνοούσε μέχρι την ημέρα εκείνη; Διότι λέει, «Και εγώ δεν τον γνώριζα, αλλά εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με νερό, εκείνος μου είπε· σε όποιον θα δεις να κατεβαίνει το άγιο Πνεύμα και να μένει επάνω σ’ αυτόν, αυτός είναι εκείνος που βαπτίζει με άγιο Πνεύμα»(Ιω. 1, 33). Το ότι λοιπόν υπάρχουν δύο παρουσίες γίνεται αυτό φανερό από αυτά.

Είναι ανάγκη όμως να εξηγήσουμε για ποιό λόγο έρχεται ο Χριστός να βαπτισθεί, και τί είδους βάπτισμα ήταν αυτό· καθόσον πρέπει και αυτό να το γνω­ρίζουμε, όπως ακριβώς βέβαια και εκείνο· και πρέπει πρώ­τα να διδάξω στην αγάπη σας αυτό, διότι από αυτό θα γνωρίσουμε και εκείνο.

Υπήρχε το ιουδαϊκό βάπτισμα, που απάλλασσε από τις σωματικές ακαθαρσίες και όχι από τα αμαρτήματα της συνειδήσεως. Εάν κάποιος διέπραττε μοιχεία, εάν κάποιος τολμούσε να κλέψει, και αν κάποιος διέ­πραττε κάποια άλλη παρανομία, δεν τον απάλλασσε αυτό από την παράβαση αυτή, εάν όμως κάποιος άγγιζε οστά νεκρών, ή έτρωγε απαγορευμένη τροφή, ή επέστρεφε από θάνατο, ή πλησίαζε τους νεκρούς, λουζόταν, και παρέ­μενε ακάθαρτος μέχρι το βράδυ, ενώ στη συνέχεια κα­θαριζόταν. Διότι λέει: «Θα λούσετε το σώμα του με κα­θαρό νερό και θα είναι ακάθαρτος μέχρι το βράδυ»(Λευιτ.15, 5) και μετά θα καθαρίζεται· διότι στην πραγματικότητα αυτό δεν ήταν ακαθαρσία, αλλά επειδή ήταν πνευματικά ατε­λείς, με αυτά τα μέτρα ο Θεός τους έκανε ευλαβέστερους, και τους προετοίμαζε από την πρώτη εκείνη στιγμή να είναι πιο κατάλληλοι για την κατανόηση των υψηλοτέρων πραγμάτων.

Το ιουδαϊκό λοιπόν καθάρσιο δεν απάλλασσε από τα αμαρτήματα, αλλά μόνο από τις σωματικές ακαθαρσίες, ενώ το δικό μας βάπτισμα δεν είναι τέτοιο, αλλά είναι πολύ πιο ανώτερο και γεμάτο από πολλή χάρη, καθόσον απαλλάσσει από τα αμαρτήματα, καθαρίζει τη ψυχή, και χο­ρηγεί το άγιο Πνεύμα. Του Ιωάννη πάλι το βάπτισμα ήταν βέβαια πολύ πιο ανώτερο από το ιουδαϊκό, κατώτε­ρο όμως από το δικό μας, αποτελώντας, κατά κάποιο τρόπο, γέφυρα μεταξύ αυτών των δύο βαπτισμάτων, καθοδηγώντας μας από εκείνο προς αυτά· διότι δεν τους οδηγούσε στην τήρηση σωματικών καθαρμών, αλλά τους προέτρεπε και τους συμβούλευε ν’ απομακρυνθούν από εκείνους και να επιστρέψουν από την κακία στην αρετή και να στηρίζουν τις ελπίδες της σωτηρίας τους στα κατορθώματα των έργων και όχι σε διάφορα βαπτίσματα και καθαρμούς με νερό.

Διότι δεν έλεγε, πλύνε τα ρούχα σου, και λούσε το σώμα σου, και θα γίνεις καθαρός, αλλά τί; «Κάνετε έργα άξια της μετάνοιας»(Ματθ. 3, 8). Και ως προς αυτά ήταν ανώτερο από το ιουδαϊκό, αλλά κατώτερο από το δικό μας, επειδή το βάπτισμα του Ιωάννη δεν χάριζε Πνεύμα άγιο, ούτε παρείχε τη συγχώρηση που παρέχεται από τη θεία χάρη, διότι προέτρεπε να μετανοούν και δεν είχε την εξουσία να δίνει συγχώρηση. Γι’ αυτό ακριβώς και έλεγε· «Εγώ σας βαπτίζω με νερό, ενώ εκείνος θα σας βαπτίσει με Πνεύμα άγιο και φωτιά»(Ματθ. 3, 11). Είναι φανερό ότι αυτός δεν βάπτιζε με Πνεύμα άγιο. Τί σημαίνει «με Πνεύμα άγιο και φωτιά»; Θυμήσου σε παρακαλώ την η­μέρα εκείνη, κατά την οποία παρουσιάσθηκαν στους απο­στόλους διαμεριζόμενες πύρινες γλώσσες και κάθισαν επάνω στον καθένα από αυτούς.

Και ότι ήταν ατελές το βάπτισμα του Ιωάννη, μη έχοντας τη δύναμη να χορηγεί Πνεύμα άγιο, ούτε να συγχωρεί αμαρτήματα, γίνεται φανερά από το εξής. Όταν ο Παύλος συνάντησε κάποιους μαθητές τους ρώ­τησε· «Μήπως λάβατε Πνεύμα άγιο όταν πιστέψατε; Ε­κείνοι είπαν προς αυτόν· ούτε καν ακούσαμε ότι υπάρχει άγιο Πνεύμα. Είπε τότε προς αυτούς· σε τί λοιπόν βαπτισθήκατε; Εκείνοι είπαν· στο βάπτισμα του Ιωάννη. Είπε τότε ο Παύλος. Ο Ιωάννης βάπτιζε βάπτισμα μετά­νοιας»(Πραξ. 19, 2-4). Βάπτισμα μετάνοιας λοιπόν ήταν και όχι συγχωρήσεως. Και για ποιό σκοπό βάπτιζε; «Έλεγε στο λαό να πιστέψουν σ’ εκείνον που έρχεται μετά από αυτόν, δη­λαδή στον Κύριο Ιησού. Όταν το άκουσαν αυτό βαπτίσθηκαν στο όνομα του Κυρίου Ιησού. Και αφού έθεσε ο Παύλος τα χέρια του επάνω τους, ήρθε σ’ αυτούς το άγιο Πνεύμα»(Πραξ. 19, 4-6).

Είδες πως ήταν ατελές το βάπτισμα του Ιωάννη; Διότι, εάν δεν ήταν ατελές, δεν θα τους βάπτιζε πάλι ο Παύλος, δεν θα έθετε τα χέρια του επάνω τους· ενώ τώρα, αφού έκανε και τα δύο αυτά, φανέρωσε την υπεροχή του αποστολικού βαπτίσματος και ότι εκείνο ήταν κατά πολύ κατώτερο από αυτό.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

«Στις 6 Ιανουαρίου κλείνει ένα πλουσιότατο σε λατρευτικά δρώμενα, παραδοσιακά έθιμα και μακραίωνες συνήθειες Δωδεκαήμερο, που συνδέεται με κεντρικά στοιχεία του χριστιανικού Ευαγγελίου: την κατά σάρκα γέννηση, την Περιτομή και τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού, που είναι βασικοί σταθμοί της Ενανθρώπησης του Θεού στον κόσμο. Παράλληλα, την 1η του έτους εορτάζεται και η μνήμη του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας μας, Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων κάνουν το διάστημα αυτό έναν πόλο εορταστικό και λατρευτικό στην καρδιά του χειμώνα, που συμπληρώνεται από τον αντίστοιχο εαρινό, δηλαδή εκείνον των πασχαλίων εορτών. Πώς προέκυψε όμως ιστορικά το εορταστικό αυτό σύμπλεγμα;

 Η αρχή των Θεοφανείων

Για τις εορτές και τη λατρεία των πρώτων Χριστιανών οι πηγές μας είναι βέβαια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, κατόπιν οι λεγόμενοι Αποστολικοί Πατέρες, που υπήρξαν μαθητές και “ακουσταί” των Αποστόλων, όπως ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, ο Κλήμης Ρώμης και άλλοι, και κατόπιν άλλοι χριστιανοί συγγραφείς του 2ου και 3ου αιώνα, καθώς και κείμενα κανόνων, προτροπών και διδαχών που γράφτηκαν τότε.
Σ’ αυτά ξεχωρίζουμε το Πάσχα και την κυριακάτικη Θ. Λειτουργία, τις καθημερινές προσευχές και το βάπτισμα των νέων Χριστιανών, που γινόταν ομαδικά το Μέγα Σάββατο το βράδυ. Για την περίοδο αυτή, του χειμώνα, η πρώτη μαρτυρία που έχουμε είναι του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα (δηλαδή 150-210), που μας πληροφορεί ότι οι οπαδοί του Βασιλείδη (που ήταν της αίρεσης των Γνωστικών) γιόρταζαν την ημέρα “του βαπτίσματος του Κυρίου” με αγρυπνίες και αναγνώσματα, χωρίς όμως να συμφωνούν όλοι για την ημερομηνία – άλλοι την τοποθετούσαν στις 6 κι άλλοι στις 10 Ιανουαρίου.

Όπως συμπεραίνουν νεώτεροι ειδικοί, από το διάστημα αυτό, ξεκινώντας ίσως από την Αλεξάνδρεια, μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα σ’ όλη την Ανατολή, την 6η Ιανουαρίου εορταζόταν μια τριπλή εορτή: η γέννηση του Χριστού, η προσκύνηση των μάγων και η βάπτισή Του. Η λέξη “Επιφάνεια” καλύπτει και τις τρεις εορτές, είναι η φανέρωση του Θεού ως βρέφους στους ανθρώπους γενικά και στους Μάγους ειδικά, η φανέρωση της Θεότητας στον Ιορδάνη με τη συμμαρτυρία του Πατρός και του Πνεύματος.

Γιατί όμως στις 6 Ιανουαρίου;

Η προέλευση, πιθανότατα, είναι εξωβιβλική: είναι γνωστό, ότι αιγύπτιοι λάτρεις ενός μυστηριακού θρησκεύματος εόρταζαν την εμφάνιση του Χρόνου ή Κρόνου μέσα από τα νερά του Νείλου στις 6 Ιανουαρίου. Αυτή ήταν μια από τις πολλές ειδωλολατρικές “Επιφάνειες”. Είναι φανερό ότι οι Χριστιανοί ξεκίνησαν στην Αίγυπτο να δίνουν τη δική τους απάντηση για το ποια είναι η πραγματική “Επιφάνεια” του Θεού μέσα από τα νερά: αυτή του βαπτιζομένου Ιησού. Με το παράδειγμά Του και την εντολή Του αργότερα για βάπτιση των πιστευόντων όχι μόνο πλέον “εν ύδατι” (όπως στην θρησκευτική πρακτική πολλών ανατολικομεσογειακών θρησκειών, όπου το λιγοστό νερό θεωρείται πάντα θεόσταλτο καθαρτήριο), αλλά και “εν Πνεύματι”, ο Χριστός αναδείκνυε τη μοναδική ιστορική “Επιφάνεια” του Θεού σε μια ιστορία ευθύγραμμη, που δεν επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, η “Επιφάνεια” των νερών ή του θεού-Ηλίου (solis invicti) στη Δύση, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, ήταν η αποθέωση της κυκλικής φυσικής ροής του κόσμου.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Τα άγια Θεοφάνεια του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζουμε κατά την ημέρα αυτή, και στη Μεγάλη Εκκλησία και στις κατά τόπους άγιες Εκκλησίες, επιτελώντας την παννυχίδα από το εσπέρας. Ο ίδιος ο Θεός Λόγος αφού ενδύθηκε τον παλαιό Αδάμ και εκτέλεσε όλα τα νόμιμα, έρχεται για να βαπτισθεί προς τον μέγα Ιωάννη τον Προφήτη, ο οποίος και τον εμπόδιζε λέγοντας: Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από Εσένα, και Συ έρχεσαι σε μένα; Όταν όμως άκουσε από τον Κύριο το, άσε τώρα αυτά, και κατάλαβε ότι το Βάπτισμά Του αποτελεί εκπλήρωση όλης της δικαιοσύνης του Θεού, είναι δηλαδή μέσα στο σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου, δεν Του έφερε εμπόδιο. Βαπτίσθηκε λοιπόν ο Κύριος και αγίασε όλη τη φύση των υδάτων. Κι αφού έθαψε στα ρείθρα του Ιορδάνου όλη την αμαρτία των ανθρώπων, αμέσως βγήκε από το νερό. Έτσι ανακαίνισε και ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε παλιώσει λόγω των αμαρτιών, οπότε του χάρισε τη Βασιλεία των Ουρανών».

Εδώ και μερικές ημέρες η Εκκλησία μάς προετοιμάζει, μετά την Γέννηση του Κυρίου, για την δεύτερη (τρίτη στην πραγματικότητα μετά και την περιτομή Αυτού) μεγάλη Δεσποτική εορτή, των Θεοφανείων, της Βαπτίσεως του ενανθρωπήσαντος Θεού. Η μία, σημειώνουν οι άγιοι υμνογράφοι, παραπέμπει στην άλλη, μολονότι και οι δύο εορτάζονταν από κοινού στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ως εορτή των Επιφανείων, της Φανέρωσης του Θεού στον κόσμο, κάτι που διακρίθηκε από τον τέταρτο μ. Χ. αιώνα, για λόγους περισσότερο πρακτικούς παρά πίστεως. Τελικώς όμως καθιερώθηκε ο ξεχωριστός εορτασμός τους, ο οποίος μολονότι ξεχωριστός, συνθεωρείται από τη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο υμνογράφος Ιωάννης ο μοναχός, μάλιστα, συγκρίνει τις δύο εορτές, για να καταλήξει σε κάτι που ξενίζει: η Βάπτιση του Κυρίου είναι λαμπρότερη από την εορτή των Χριστουγέννων. «Λαμπρά μεν η παρελθούσα εορτή – σημειώνει – λαμπροτέρα δε Σωτήρ η επερχομένη». Και εξηγεί: «Εκείνη άγγελον έσχε ευαγγελιστήν και αύτη Πρόδρομον εύρε προετοιμαστήν. Εν εκείνη, αιμάτων εκχεομένων, ως άτεκνος ωδύρετο η Βηθλεέμ∙ εν ταύτη, υδάτων ευλογουμένων, πολύτεκνος γνωρίζεται η Κολυμβήθρα. Τότε Αστήρ τους Μάγους εμήνυσε, νυν δε Πατήρ κόσμω σε υπέδειξεν. Ο σαρκωθείς και πάλιν ερχόμενος εμφανώς, Κύριε, δόξα σοι» (Λαμπρή η προηγουμένη εορτή της Γεννήσεως του Κυρίου, λαμπρότερη όμως, Σωτήρα, αυτή που έρχεται. Εκείνη είχε ως ευαγγελιστή άγγελο, και αυτή βρήκε προετοιμαστή Πρόδρομο. Σε εκείνη, επειδή χύθηκαν τα αίματα των νηπίων, οδυρόταν η Βηθλεέμ ως άτεκνη, ενώ σε αυτήν, επειδή ευλογήθηκαν τα ύδατα, η Κολυμβήθρα της Εκκλησίας γίνεται γνωστή ως πολύτεκνη. Τότε Αστέρας φανερώθηκε στους Μάγους, τώρα δε ο Πατέρας Σε υπέδειξε στον κόσμο. Συ που σαρκώθηκες και πάλιν έρχεσαι φανερά, Κύριε, δόξα Σοι).

Ο ίδιος υμνογράφος, συνθεωρώντας, όπως είπαμε, τις δύο εορτές, τις βλέπει ως επί μέρους φάσεις εκπλήρωσης της αρχικής υποσχέσεως του Θεού, ήδη από την εποχή της πτώσεως στην αμαρτία των πρωτοπλάστων, περί της σωτηρίας του κόσμου. Σε κάθε φάση μάλιστα ο Θεός χρησιμοποίησε και τα ανάλογα μέσα, τους «λειτουργούς του μυστηρίου» Του. «Κύριε, πληρώσαι βουλόμενος α ώρισας απ’ αιώνος, από πάσης της κτίσεως, λειτουργούς του μυστηρίου σου έλαβες∙ εκ των Αγγέλων τον Γαβριήλ, εκ των ανθρώπων την Παρθένον, εκ των Ουρανών τον Αστέρα, και εκ των υδάτων τον Ιορδάνην∙ εν ω το ανόμημα του κόσμου εξείληψας, Σωτήρ ημών δόξα Σοι» (Κύριε, θέλοντας να εκπληρώσεις όλα όσα καθόρισες προαιώνια, απ’ αρχής της δημιουργίας, έλαβες λειτουργούς συνεργάτες του μυστηρίου σου: από τους Αγγέλους τον Γαβριήλ, από τους ανθρώπους την Παρθένο Μαρία, από τους Ουρανούς τον Αστέρα, και από τα ύδατα τον Ιορδάνη, μέσα στον οποίο εξάλειψας την αμαρτία του κόσμου, Σωτήρα μας, δόξα Σοι).

Η επισήμανση του υμνογράφου περί της εξαλείψεως της αμαρτίας του κόσμου μέσα στον Ιορδάνη συνιστά την απαρχή αυτού που θα ολοκληρωθεί επάνω στον Σταυρό του Κυρίου και στην Ανάστασή Του. Ό,τι αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού - ότι δηλαδή ο Κύριος στον Σταυρό «κατήργησε το σώμα της αμαρτίας του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία», όπως και με την Ανάστασή Του καταπάτησε τον θάνατο και τον διάβολο - ξεκίνησε από τη Βάπτιση του Κυρίου. (Ένας ύμνος μάλιστα του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου προσφέρει ανάγλυφα την αλήθεια αυτή. Ο Κύριος έρχεται στον Ιορδάνη με τον τρόπο που Τον υπέδειξε ο Ιωάννης: «ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Ιωάννης βλέπει τον Κύριο, αλλά Τον βλέπει φορτωμένο με τις αμαρτίες του κόσμου. Κι έτσι φορτωμένος έρχεται στον Ιορδάνη, οπότε ο Ιωάννης Τον αντιμετωπίζει με φόβο και τρόμο. «Αίρων τας ημών αμαρτίας επί ώμων, ήλθες Ιησού προς τα ρείθρα του Ιορδάνου∙ εγώ δε δέδοικά σου το φρικτόν της ελεύσεως∙ πώς ουν μοι κελεύεις σε βαπτίσαι; Αυτός εμέ καθάραι ήκεις, και πώς Βάπτισμα το παρ’ εμού επιζητείς, το πάντων καθάρσιον;». Δηλαδή: Με σηκωμένες τις αμαρτίες μας στους ώμους Σου, ήλθες Ιησού στα ρείθρα του Ιορδάνου. Εγώ δε φοβάμαι τη φρικτή έλευσή Σου. Πώς λοιπόν με διατάζεις να σε βαπτίσω; Συ ο ίδιος ήλθες να με καθαρίσεις και πώς ζητάς το δικό μου βάπτισμα, το βάπτισμα που εσύ φέρνεις και καθαρίζει τα πάντα;).

Η Γέννησή του Κυρίου αποτέλεσε τη βάση της νίκης κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, η Βάπτισή Του ενεργοποίησε τη νίκη αυτή, ο Σταυρός και η Ανάσταση την οριστικοποίησαν. Ο Κύριος με άλλα λόγια λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας με όλες τις φάσεις της ζωής Του. Η αποστολή έπειτα από Αυτόν του αγίου Πνεύματος, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, σήμανε την απαρχή της οικειοποιήσεως της λύτρωσης αυτής από όσους θα Τον αποδέχονταν. Στην Εκκλησία δηλαδή αυτό που ο Κύριος έφερε στο ανθρώπινο γένος θα γινόταν και προσιτό και οικείο στις καρδιές των ανθρώπων. Κι όπως με το Βάπτισμα του Κυρίου έχουμε την απαρχή της νίκης κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, όπως είπαμε, έτσι και με το βάπτισμα στην κολυμβήθρα πια της Εκκλησίας, ο πιστός εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και γεύεται ψυχοσωματικά τις δωρεές αυτής της λύτρωσης.

Η υμνολογία της Εκκλησίας μας αδιάκοπα και πολλαπλώς τονίζει τις διαστάσεις αυτές της κάθαρσης του κόσμου και του ανθρώπου από την αμαρτία διά της Βαπτίσεως του Κυρίου. Δεν βαπτίστηκε ο Κύριος, διότι είχε ανάγκη Αυτός του βαπτίσματος: απόδειξη το γεγονός ότι αμέσως βγήκε από τον Ιορδάνη, ελλείψει αμαρτιών, την ώρα που οι άλλοι βαπτιζόμενοι παρέμεναν εξομολογούμενοι τις αμαρτίες τους. Το βάπτισμα, όπως είπαμε, ήταν για εμάς τους ανθρώπους. Εισερχόμενος στον Ιορδάνη Αυτός που σήκωνε τις αμαρτίες των ανθρώπων, βύθισε και εξάλειψε τις αμαρτίες αυτές, όπως παλαιότερα ο Ίδιος ως μόνον Θεός εξάλειψε τις αμαρτίες των ανθρώπων διά του κατακλυσμού των υδάτων επί Νώε, κι όπως έδωσε νέα αρχή στη ζωή του Ισραήλ, κάνοντάς τους να περάσουν μέσα από τα σχισμένα ύδατα της ερυθράς θάλασσας με τον Μωυσή. Έτσι τα νερά λειτούργησαν πάντοτε, πραγματιστικά, αλλά και συμβολικά, για την κάθαρση των αμαρτιών των ανθρώπων. Γι’ αυτό και ο Κύριος, είδαμε, τη σωτηρία την «έδεσε» με το «νερό και το Πνεύμα». «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος ου μη εισέλθη εις την Βασιλείαν των Ουρανών».

Και βεβαίως η εξάλειψη των αμαρτιών διά του Βαπτίσματος του Κυρίου ήταν το αποτέλεσμα του αγιασμού των υδάτων και του φωτισμού που έφερνε η είσοδός Του στο νερό του Ιορδάνη, συνεπώς σε όλη τη φύση, κύριο και καθοριστικό στοιχείο της οποίας είναι το νερό. Ο Κύριος δηλαδή, η πηγή της αγιότητας και του σωτηρίου πνευματικού φωτός, εισάγει με την είσοδό Του στο νερό, τον αγιασμό και το φως Του. Έκτοτε η φύση αγιάστηκε και η Εκκλησία μας συνεχίζει και διαιωνίζει τον αγιασμό αυτόν με τον Σταυρό του Κυρίου που εμβαπτίζεται κατά την τελετή του Αγιασμού των υδάτων. Είπαμε όμως: ο αγιασμός αυτός συνιστά την απαρχή, η οποία οριστικοποιήθηκε τελεσίδικα με τον Σταυρό και την Ανάσταση, περαιτέρω δε με την αποστολή του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

Η υμνολογία μας είναι ανεξάντλητη στη διαπίστωση των επί μέρους θεολογικών όψεων της Βαπτίσεως του Κυρίου. Και βεβαίως είναι αυτονόητο ότι αφενός εξαγγέλλει πάντοτε την αιτία του χαρακτηρισμού της Βαπτίσεως του Κυρίου ως εορτής Θεοφανείων: στη Βάπτιση φανερώθηκε ο Τριαδικός Θεός. «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Ο Πατέρας που προσμαρτυρεί τον Ιησού ως μονογενή Του Υιό, ο Χριστός που βαπτίζεται, το άγιον Πνεύμα που βεβαιώνει την αλήθεια των λόγων του Θεού Πατέρα. Και αφετέρου επισημαίνει ότι με το Βάπτισμά Του ο Κύριος αρχίζει κατά επίσημο, θα λέγαμε, τρόπο τη δράση Του στον κόσμο προς σωτηρία αυτού. Όπως παλιά στον Ισραήλ ένας προφήτης ή ένας ιερέας έχριε διά μύρου τον βασιλιά, ώστε αυτός επισήμως να κατασταθεί στη θέση του, έτσι και εδώ: ο ίδιος ο Θεός Πατέρας χρίει διά του πνευματικού μύρου, του αγίου Πνεύματος, τον Υιό Του ως τον Μεσσία του κόσμου.


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/

Άνοιξε το άρθρο για να το διαβάσεις ολόκληρο

- Γέροντα, γιατί στις γιορτές συνήθως συμβαίνει κάποιος πειρασμός;

- Δεν ξέρεις; Στις γιορτές ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι έχουν χαρά και κερνούν, δίνουν ευλογίες, δώρα πνευματικά στους ανθρώπους. Εδώ οι γονείς κερνούν, όταν γιορτάζουν τα παιδιά, η οι βασιλείς χαρίζουν ποινές, όταν γεννιέται κανένα βασιλόπουλο, οι Άγιοι γιατί να μην κεράσουν;

Μάλιστα η χαρά που δίνουν κρατάει πολύ και βοηθιούνται πολύ οι ψυχές. Γι΄ αυτό ο διάβολος ,επειδή το ξέρει αυτό, δημιουργεί πειρασμούς ,για να στερηθούν οι άνθρωποι τα θεία δώρα και να μη χαρούν ούτε να ωφεληθούν από την γιορτή. Και βλέπεις, μερικές φορές στην οικογένεια, όταν σε μια γιορτή ετοιμάζονται όλοι να κοινωνήσουν , τους βάζη ο πειρασμός να μαλώσουν, και όχι μόνο δεν κοινωνούν, αλλά ούτε στην εκκλησία πηγαίνουν.

Αρχιμανδρίτου Σωφρόνιου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης,
εκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, Αγγλία

Ταπεινώσου και αγάπα την αλήθεια, και ο Κύριος οπωσδήποτε θα σου δώσει να Tον γνωρίσεις με το Άγιο Πνεύμα. Και τότε θα γνωρίσεις με την πείρα σου ΤΙ είναι η αγάπη Tου Θεού και Τι η αγάπη του ανθρώπου!
Υπάρχει μικρή αγάπη, υπάρχει μέση, υπάρχει και τέλεια. Όποιος φοβάται την αμαρτία αυτός αγαπά τον Θεό. Όποιος έχει κατάνυξη, αυτός αγαπά περισσότερο. Όποιος έχει στην ψυχή του φως και χαρά, αυτός αγαπά ακόμη περισσότερο. Και όποιος έχει τη χάρη και στην ψυχή και στο σώμα, αυτός έχει την τέλεια αγάπη. Τέτοια χάρη έδινε το Άγιο Πνεύμα στους μάρτυρες και με αυτήν υπέμεναν με γενναιότητα όλους τους πόνους!
Ποιος τάχα θα μπορούσε να μιλήσει για τον παράδεισο, πώς είναι εκεί; Για τον παράδεισο μπορεί να μιλήσει μόνο όποιος γνώρισε εν Πνεύματι Αγίω τον Κύριο και την αγάπη Του για μας. Ο Κύριος είναι τόσο αγαθός, ώστε η ψυχή από την αγάπη Του τίποτε άλλο δεν μπορεί να θυμηθεί. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος είναι τόσο γλυκιά και τόσο αλλοιώνεται από αυτήν ολόκληρος ο άνθρωπος, ώστε να λησμονεί ακόμα και τους γονείς του.
Ψυχή που γνώρισε τον Κύριο και την αγαλλίαση κοντά Του, δεν επιθυμεί πια τίποτε στη γη κι δεν προσκολλάται σε τίποτε γήινο. Κι αν της πρότειναν βασιλεία, δεν θα τη δεχόταν, γιατί η αγάπη Του Χριστού είναι τόσο τερπνή και προξενεί τέτοια χαρά και αγαλλίαση στην ψυχή, που ούτε η βασιλική ζωή δεν μπορεί να την ικανοποιήσει! […]
Ο Κύριος αγαπά τόσο πολύ τον άνθρωπο, που δεν μπορούμε ούτε να το σκεφτούμε. Μακάριος ο αμαρτωλός που στράφηκε στον Θεό και Τον αγάπησε! Όποιος μίσησε την αμαρτία, ανέβηκε το πρώτο σκαλοπάτι της ουράνιας κλίμακας. Όταν ο εμπαθής λογισμός δεν μπορεί να προσβάλει την ψυχή, αυτό είναι το δεύτερο σκαλοπάτι. Κι όποιος γνώρισε με το Άγιο Πνεύμα την τέλεια αγάπη, αυτός βρίσκεται στο τρίτο σκαλοπάτι. Αυτό όμως είναι σπάνιο.
Για να φτάσουμε στην αγάπη Του Θεού, πρέπει να τηρούμε όλα όσα παρήγγειλε ο Κύριος στο Ευαγγέλιο. Πρέπει να συμπάσχει η καρδιά μας και όχι μόνο τον άνθρωπο να αγαπούμε, αλλά να συμπονούμε και κάθε πλάσμα, κάθε κτίσμα του Θεού.
Να, ένα πράσινο φύλλο στο δέντρο, κι εσύ το έκοψες χωρίς λόγο. Αν και δεν είναι αμαρτία, όμως, πώς να το πω, προκαλεί τον οίκτο∙ η καρδιά που έμαθε να αγαπά λυπάται και το φύλλο, και όλη την κτίση. Και ο άνθρωπος είναι μεγάλο δημιούργημα! Αν βλέπεις ότι παραπλανήθηκε και θα καταστραφεί, προσευχήσου γι’ αυτόν και κλάψε, αν μπορείς, αλλιώς, στέναξε τουλάχιστον γι’ αυτόν ενώπιον του Θεού. Και την ψυχή που ζει έτσι την αγαπά ο Κύριος, γιατί έγινε όμοια με Αυτόν.
Έτσι προσευχόταν ο όσιος Παΐσιος ο Μέγας για να συγχωρήσει ο Κύριος το μαθητή του, που αρνήθηκε τον Χριστό και παντρεύτηκε μια Εβραία. Αυτή του η προσευχή ευχαρίστησε τόσο πολύ τον Κύριο, ώστε ο Ίδιος θέλησε να παρηγορήσει το δούλο Του και εμφανίστηκε σε αυτόν και Του είπε: « Παΐσιε, γιατί προσεύχεσαι γι’ αυτόν που με απαρνήθηκε;» Αλλά ο Παΐσιος απάντησε: «Κύριε Εσύ ως ελεήμων, συγχώρεσέ τον». Τότε λέει ο Κύριος: « Παΐσιε, έγινες όμοιος μ’ Εμένα στην αγάπη»! Τόσο ευπρόσδεκτη είναι στον Κύριο η προσευχή για τους εχθρούς!
Η ψυχή δεν μπορεί να έχει ειρήνη, αν δεν προσεύχεται για τους εχθρούς. Η ψυχή που διδάχθηκε από τη χάρη Του Θεού να προσεύχεται, αγαπά και λυπάται όλη τη δημιουργία, και προπαντός τον άνθρωπο, για τον οποίο (ο Κύριος) έπαθε επάνω στο σταυρό και πονούσε βαθιά για όλους μας.
Ο Ελεήμων Κύριος με δίδαξε με τη χάρη Του να αγαπώ τους εχθρούς. Χωρίς τη χάρη Του Θεού δεν μπορούμε να αγαπούμε τους εχθρούς! Το Άγιο Πνεύμα, όμως, εμπνέει αγάπη, και τότε η ψυχή λυπάται ακόμη και τους δαίμονες, γιατί εξέπεσαν από το αγαθό και έχασαν την ταπείνωση και την αγάπη για τον Θεό!
Κύριε, δώσε μου να ΑΓΑΠΩ μόνο Εσένα. Εσύ με έπλασες, Εσύ με φώτισες με το άγιο βάπτισμα, Εσύ συγχωρείς τις αμαρτίες μου και μου δίνεις τη χάρη να κοινωνώ το τίμιο Σώμα και Αίμα Σου. Δώσε μου τη δύναμη να μένω πάντα κοντά Σου. Κύριε, δώσε μου αδαμιαία μετάνοια και την αγία σου ταπείνωση!


Πηγή: http://www.diakonima.gr/
π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

«Να αγαπάμε τους συνανθρώπους μας, χωρίς να αναρωτιόμαστε, αν αυτοί μας αγαπούν» (Γέρων Σωφρόνιος του Essex).

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται και από διάφορες απαιτήσεις, όπως στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην οικονομική άνεση, στην ηδονή. Κυρίως όμως στην αγάπη. Οι άνθρωποι, όχι απλά θέλουν να τους αγαπούν, αλλά το απαιτούν, το ζητούν. Φαίνεται αυτό σ’ όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις, στη φιλία, στο γάμο, στο επάγγελμα, ακόμα και στη σχέση μας με τον πνευματικό πατέρα.

Η επιθυμία να μάς αγαπούν και να εκφράζουν την αγάπη τους αυτοί με τους οποίους συνδεόμαστε, ασφαλώς δεν είναι εφάμαρτη. Κρύβει την ανάγκη μας για επιβίωση πνευματική, ψυχολογική και σωματική. Ο άνθρωπος, πλασμένος κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού, που είναι κοινωνία αγάπης, χαίρεται και αναπτύσσεται, όταν ζει την αγάπη.

Ωστόσο, η ανάγκη αυτή για επιβίωση -ακόμα και σωματική- καθίσταται πιο επιτακτική στη βρεφική ηλικία. Μειώνεται στο βαθμό που ο άνθρωπος μεγαλώνει, δηλαδή απεξαρτοποιείται. Κι αυτό όχι μόνο στο σωματικό επίπεδο, αλλά και στο ψυχολογικό και στο πνευματικό. Όσο απεξαρτοποιείται από αυτή την ανάγκη τόσο ωριμάζει, κι όσο ωριμάζει τόσο αισθάνεται «πεπληρωμένος» «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού».

Έτσι, ενώ η επιθυμία να μάς αγαπούν μάς ευχαριστεί, η απαίτηση και η εξάρτηση από αυτή γίνεται βάσανο που κατακαίει την ύπαρξη και μας στερεί την ελευθερία, τη χαρά, την ειρήνη.

Ένας άγιος, όπως ο Γέροντας Σωφρόνιος, καταθέτοντας το πιο πάνω βίωμα του, ασφαλώς δεν αποστασιοποιείται από την ανθρώπινη σχέση ούτε την απορρίπτει εγωκεντρικά. Απλά εκφράζει την ελευθερία του και την αγάπη του, που δεν έχει απαίτηση από τους άλλους. Γι’ αυτό και οι άλλοι κοντά του αισθάνονται «ευρυχωρία κι όχι στενοχώρια», κατά τον π. Επιφάνειο Θεοδωρόπουλο.

Βέβαια, το ζητούμενο δεν είναι να μην έχουμε την ανάγκη της αγάπης των γύρω μας. Γιατί, νομίζω, πως μια τέτοια επιδίωξη θα οδηγήσει σε σκληρότητα και εσωτερική ανασφάλεια. Το σημαντικό είναι ν’ αναπτυσσόμαστε μέσα στην αγάπη του Χριστού, αποκτώντας τη δική Του αγάπη που «δεν ήλθε να διακονηθεί αλλά να διακονήσει και να δώσει τη ζωή Του λύτρον αντί πολλών». Τότε, η απεξάρτηση από την ανάγκη και την επιθυμία της αγάπης των άλλων θα έλθει ως αποτέλεσμα, ως δείγμα της ανάπτυξής μας, της ωριμότητάς μας.

Τότε, ζώντας εμπειρικά την ωριμότητά μας, θα ζούμε, μαζί με τους συνανθρώπους μας, την ομορφιά του κόσμου του Μεγάλου Θεού μας. Θα καταλάβουμε πως οι όποιες εξαρτήσεις από τους γύρω μας, όσο «ανθρώπινες» και «καλές» και να είναι, δεν δίδουν αυτό που στο βάθος θέλουμε, ως προερχόμενες από ατελείς ανθρώπους. Αν αυτό μας οδηγήσει στην αναζήτηση του Θεού και της Αγάπης Του, στην πραγματικότητα θα μας οδηγήσει στην ενότητα με τους ανθρώπους, δηλαδή στην εμπειρία της ερχόμενης Βασιλείας του Θεού.


Πηγή: http://www.diakonima.gr/

Μαρία Βλάχου

Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, μετά από κάθε σημαντικό γεγονός που συνδέεται με την έλευση του Υιού του Θεού στον κόσμο για τη σωτηρία του, εορτάζεται η σύναξη προς τιμήν του προσώπου που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτό.

Για παράδειγμα, όπως μετά τη Βάπτιση του Χριστού έχουμε τη Σύναξη του Αγίου Ιωάννη του  Βαπτιστού, έτσι μετά  τη Γέννησή Του έχουμε τη Σύναξη της Θεοτόκου.

Η κάθε Σύναξη  προεκτείνει την καθεαυτό γιορτή εμβαθύνοντας στο νόημά της και επαναλαμβάνοντας τους περισσότερους ύμνους της.

Συνεπώς,  η Σύναξη της Θεοτόκου τονίζει μεν τη Γέννηση του Κυρίου δίνοντας  όμως έμφαση στην πραγματικότητα της  Σάρκωσής Του, πράγμα που μπορεί να λανθάνει της προσοχής μας σήμερα,  ενώ ήταν ζωτικής σημασίας  για την Εκκλησία κατά τους πρώτους αιώνες που είχε να αντιμετωπίσει  αιρετικούς που αμφισβητούσαν την Ενσάρκωση. Θεωρούσαν την εμφάνιση του Υιού του Θεού «κατά δόκησιν» και πίστευαν ότι η παρουσία του στη γη ήταν φαινομενική. Στην ουσία ήταν οπαδοί του ιρανικού ζωροαστρισμού ο οποίος πρέσβευε τη δυαρχία, την ύπαρξη δηλαδή ενός καλού και ενός κακού θεού  σε συνδυασμό με την δυαλιστική αντίληψη κατά την οποία  ο πρώτος είναι δημιουργός της ψυχής ενώ ο δεύτερος του σώματος και της ύλης του κόσμου. Γι’ αυτό, ήταν ασύλληπτο γι’ αυτούς να διανοηθούν πως ο καλός θεός που ήρθε να σώσει την ψυχή του ανθρώπου,   μπορούσε να προσλάβει και να σώσει την ανθρώπινη σάρκα, την οποία θεωρούσαν δημιούργημα του κακού θεού.

Η Εκκλησία αντέδρασε με σθένος κατά των προαναφερθεισών  δοξασιών γιατί διαστρέφουν την αλήθεια, αφού ο Ένας και  Αγαθός από τη φύση του Θεός δημιούργησε τον κόσμο, δηλαδή την ύλη και το σώμα του ανθρώπου.

Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος επισημαίνει πόσο σημαντική για τη σωτηρία είναι η αλήθεια αυτή  καθώς η  αποδοχή της  πραγματικότητας της Σάρκωσης του Θεού, αποτελεί  ίδιον του Χριστιανού.

Αυτή την αλήθεια τονίζει η Σύναξη της Παναγίας αλλά και το γεγονός ότι από όλα τα δώρα που προσέφερε η  δημιουργία του Θεού προς ευχαριστία για την αποστολή του Υιού Του, το ανώτερο είναι  η Παναγία Παρθένος, που με την  προσφορά τους εαυτού της έγινε συνεργός  στο υπέρτατο μυστήριο, γι’ αυτό και αποτελεί μεσίτρια του ανθρωπίνου γένους, παρηγοριά και ελπίδα μας!


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Ομότιμος καθηγητής Εισαγωγής και Ερμηνείας Καινής Διαθήκης ΑΠΘ Στέργιος Ν. Σάκκος
(Στέργιου Ν. Σάκκου,  Ο Θεός στη γη μας, Θεσ/κη 2005, σ. 118-123)

3. Η σημασία της αναγεννήσεως

Χωρίς αυτή τη τρίτη γέννηση ούτε η πρώτη αΐδια γέννηση ούτε η δεύτερη ιστορική ενσάρκωση του Χριστού έχουν κανένα νόημα και καμία αξία για μας, όσο σπουδαία και μεγάλα κι αν είναι. Αυτή θ’ αξιοποιήσει τα δώρα τους, διότι αυτή θα κάνει προσωπικό μας σωτήρα το Χριστό, θα ιδιοποιήσει το έργο του για τη σωτηρία μας.

Ο απόστολος Παύλος γράφει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι «σωτήρ πάντων ανθρώπων, μάλιστα πιστών» (Α΄ Τι. 4,10). Αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς ήλθε στο κόσμο για να σώσει όλους τους ανθρώπους, δεν σώζονται, όμως, όλοι· σώζονται μόνο οι πιστοί. Η σωτηρία που έφερε ο Χριστός, είναι αντικειμενική. Για να γίνει υποκειμενική, για να σωθεί ο καθένας, πρέπει να πιστέψει. Ο Χριστός με τον ερχομό του στο κόσμο άνοιξε τη πύλη της ζωής, έστρωσε το τραπέζι της χαράς, έφερε τα φάρμακα της σωτηρίας. Για να θεραπευτεί ο άρρωστος άνθρωπος, για να χορτάσει, για να σβήσει τη δίψα του είναι ανάγκη να καθίσει και να φάει στο τραπέζι, να πιει από τη πηγή, να δεχτεί τα φάρμακα. Διαφορετικά, παραμένει όπως και προ Χριστού στη φθορά και κατρακυλάει στο θάνατο. Στη περίπτωση, όμως, αυτή δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να κατηγορούμε το Χριστό.

Στα παλιά χρόνια οι ληστές συνήθιζαν, όταν ήθελαν να σκοτώσουν δύο ανθρώπους, να σκοτώνουν τον ένα, και τον άλλο να τον δένουν ζωντανό με το πτώμα πρόσωπο με πρόσωπο, και να τον αφήνουν έτσι μέχρι να πεθάνει. Φαντασθείτε τη δυστυχία του ζωντανού, που πέθαινε έναν αργό και φρικιαστικό θάνατο. Με πόση σπουδή θα τινάζονταν μακριά από το πτώμα, αν κάποιος τον ελευθέρωνε! Κι όμως στη περίπτωση μας οι περισσότεροι άνθρωποι αγκαλιάζουν και σφίγγουν με τα χέρια τους το πτώμα του θανάτου και μετά την ελευθερία που χάρισε ο Χριστός!

Το παράδειγμα μας βοηθά να βγάλουμε ωφέλιμα συμπεράσματα. Είναι δυνατόν να είμαστε ειδωλολάτρες και μετά τη γέννηση του Χριστού. Ο Χριστός είναι «το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιω 1,9). Φωτίζονται όσοι το δέχονται· οι άλλοι μένουν στο σκοτάδι, στην απιστία, στη πλάνη, στη διαφθορά.

Και το άλλο συμπέρασμα· φοβερό η τύφλωση, κακό η αρρώστια, τραγικό η σκλαβιά. Για σκεφθήτε, όμως, πόσο χειρότερη είναι η κατάσταση να είναι κανείς τυφλός και να νομίζει ότι βλέπει, να είναι άρρωστος και να μη το ξέρει, να είναι σκλάβος και να πιστεύει ότι είναι ελεύθερος! Αυτό συμβαίνει με το μεγαλύτερο μέρος του λεγόμενου χριστιανικού κόσμου. Είναι ειδωλολάτρες, προσκυνούν είδωλα και ξόανα, λατρεύουν θεούς και θεές, ζουν στη πλάνη και στην απιστία, κατοικούν στα μνήματα του θανάτου, έχουν όλα τα γνωρίσματα της έκφυλης ζωής, και όμως, νομίζουν, ότι είναι χριστιανοί, επειδή δεν είναι αντίχριστοι. Είναι, όμως, χωρίς Χριστό!

Ω, να μπορούσαμε να νιώσουμε βαθειά μέσα μας ότι η γέννηση του Χριστού είναι το πιο μεγάλο γεγονός όχι μόνο της ιστορίας, αλλά και της δικής μας ζωής! Ο ερχομός του δεν χώρισε μόνο την ιστορία στην προ Χριστού και μετά Χριστόν εποχή, αλλά χώρισε και την ανθρωπότητα στην εκτός Χριστού και μετά Χριστού. Εκτός Χριστού είναι όσοι δεμένοι με την αμαρτία και την απιστία μένουν μακριά από το Χριστό. Μετά Χριστού είναι όσοι πιστοί και αγνοί τον ακολουθούν ή όσοι αμαρτωλοί μετάνιωσαν και επέστρεψαν κοντά στο Θεό και ζουν μαζί με το Χριστό.

Αυτοί γιορτάζουν αληθινά Χριστούγεννα μέσα στην Εκκλησία και δοξολογούν το Κύριο, που εκένωσε τον εαυτό του (Φιλ. 2,7), διέσπασε τη σφαίρα της αιωνιότητας και μπήκε στην τροχιά της ανθρώπινης ιστορίας, έγινε άνθρωπος, ήλθε ανάμεσα μας και πλησιάζει το καθένα μας προσωπικά. «Εν αρχή ην ο Λόγος… και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιω 1,1.14). Μέσα σ’ αυτά τα θεόπνευστα λόγια του ευαγγελιστή Ιωάννη κρύβεται όλη η σωτήρια αλήθεια και η λυτρωτική χαρά των Χριστουγέννων, που δίνεται δώρο σ’ εκείνους που με τη πίστη δέχονται να γεννηθεί ο Χριστός μέσα τους, για να αναγεννηθούν οι ίδιοι με τη χάρη του αγίου Πνεύματος εν Χριστώ και να γίνουν «τέκνα Θεού» (Ιω 1,12-13).



Πηγή: http://www.pemptousia.gr/
Ομότιμος καθηγητής Εισαγωγής και Ερμηνείας Καινής Διαθήκης ΑΠΘ Στέργιος Ν. Σάκκος

1. Η αναγέννηση

 Η τρίτη γέννηση του Χριστού είναι η γέννησή του στη ζωή των ανθρώπων που τον πιστεύουν και τον δέχονται προσωπικό τους Θεό. Διότι αν και ο Χριστός ενανθρώπησε για να σώσει όλο το κόσμο, εν τούτοις, δεν σώζονται όλοι οι άνθρωποι.

Βέβαια, ο Κύριος «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τι 2,4), και ασφαλώς είναι παντοδύναμος, σέβεται, όμως, και την ελευθερία του ανθρώπου και δεν μπορεί, δεν θέλει, να μας σώσει, αν εμείς δεν θέλουμε.

Έτσι παρουσιάζεται στην Αποκάλυψη σαν ένας ζητιάνος οδοιπόρος, που γυρνά από πόρτα σε πόρτα, από ψυχή σε ψυχή, και χτυπά να του ανοίξουμε. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (Απ. 3,20). Και η ιστορία της πρώτης χριστουγεννιάτικης νύχτας επαναλαμβάνεται. Κλειστές οι πιό πολλές πόρτες, όπως τότε στη Βηθλεέμ· φιλοξενούν άλλους θεούς και θεές οι καρδιές μας. Ο γλυκύτατος Ιησούς δεν βρίσκει παρά μόνο λίγες ψυχές να τον δεχθούν. «Εις τα ίδια ήλθεν και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον» (Ιω 1,11). Σ’ όποιον όμως καταλύει, κάνει παλάτι το σταύλο του και το πιο πλούσιο τραπέζι το παχνί του· γεννιέται μέσα του και τον αναγεννά.

Αυτή η αναγέννηση είναι αναγκαία για τη σωτηρία μας. Μόνο όσοι «γεννώνται άνωθεν» (Ιω 3,3), κατά την έκφραση του ίδιου του Κυρίου, μπαίνουν στη βασιλεία του Θεού και γίνονται πολίτες της. Πώς όμως είναι δυνατόν να ξαναγεννηθούμε; (Ιω 3,4),αναρωτιέται ο Νικόδημος και μαζί του όλοι εμείς. Για να πάρουμε την απάντηση, ας ακούσουμε τί είπε ο άγγελος στη Παρθένο Μαρία, που έκπληκτη μάθαινε πως θα γεννούσε χωρίς άνδρα· «Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (Λκ 1,35). Με Πνεύμα άγιο γεννήθηκε ο Χριστός μέσα στη κοιλιά της Μαρίας, με Πνεύμα άγιο μπορούμε κι’ εμείς να τον συλλάβουμε και να τον κυοφορήσουμε μέσα μας· θα γεννήσουμε το Χριστό, όταν προηγηθεί η ένωσή μας με το Πνεύμα το άγιο. Ναι, αδελφοί μου! Κάτι το πολύ καταπληκτικό συμβαίνει στη ζωή μας, που ο κόσμος δεν το γνωρίζει, δεν το έμαθε, ούτε ποτέ θα το μάθει. Με το άγιο Πνεύμα ο κάθε χριστιανός μπορεί να συλλάβει και να γεννήσει τον Ιησού. Κι ο Ιησούς που θα γεννήσουμε είναι ο ίδιος ο εαυτός μας, που θα γίνει ένας άλλος Χριστός μέσα στο κόσμο, ένας μικρός Χριστός, δηλαδή, ένας πραγματικός χριστιανός.

Ολοζώντανο παράδειγμα μιας τέτοιας αναγεννήσεως είναι ο απόστολος Παύλος. Αυτός κατόρθωσε να συλλάβει το Χριστό και να τον γεννήσει πρώτα μέσα του, ώστε να λέει· «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2,20). Τα σπλάγχνα του ήταν σπλάγχνα Χριστού, ο νους του νους Χριστού, η καρδιά του καρδιά Χριστού. Γι’ αυτό και μπόρεσε ύστερα να τον γεννήσει και στις ψυχές άλλων γύρω του, όπως γράφει στους Γαλάτας· «Τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν» (4,19)· παιδάκια μου, που σας κοιλοπονώ μέχρι να γεννηθεί μέσα σας ο Χριστός. Τί φιλόστοργος πατέρας ο απόστολος! Σαν να τους βάζει στην κοιλιά του και να τους κυοφορεί, ώστε να γεννηθούν χριστιανοί, μικροί Χριστοί. Πόσα έχει να πει αυτό σ’ όλους τους διδασκάλους του Ευαγγελίου, στους κατηχητές και στις κατηχήτριες! Το μεγάλο έργο τους, η μεγάλη αποστολή τους είναι να γεννήσουν το Χριστό στις ανθρώπινες ψυχές με τις ώδινες της γυναίκας που τίκτει.

2. Πώς αναγεννιόμαστε

Όταν ο Ιησούς αποχαιρετούσε τους μαθητές του λίγο πριν το πάθος, τους είπε πως θα τους στείλει τον Παράκλητο, ο οποίος «παρ’ υμίν μένει και εν υμίν έσται» (Ιω 14,17), που τώρα είναι κοντά σας, αλλά τότε θα είναι μέσα σας. Αυτός ο Παράκλητος επιτελεί την τρίτη εν Πνεύματι γέννηση του Χριστού μεσ’ την καρδιά μας. Αυτός ενώνεται μαζί μας και φέρνει στον κόσμο ένα νέο Χριστό, τον αναγεννημένο εαυτό μας. Αλλά πώς μας επισκέπτεται ο Παράκλητος;

Η πρώτη μας συνάντηση μαζί του γίνεται με τη πίστη. Η πίστη ανοίγει τη πόρτα της ψυχής, για να μπει μέσα ο Κύριος. Η πίστη τον υποδέχεται, υποτάσσει τις καρδιές μας σ’ αυτόν και γεννά μέσα τους θερμό ενδιαφέρον και δυνατό πόθο για να τον πλησιάσουν. Αυτή αποτελεί την πρωταρχική προϋπόθεση του «κατοικήσαι τον Χριστόν εν ταις καρδίαις», λέει ο Παύλος (Εφ. 3,17). Χρειάζεται, όμως, και η αγάπη, για να μείνει μέσα μας ο Κύριος και να μας κάνει ναό του και θυσιαστήριό του. «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» καταθέτει ο Ιησούς (Ιω 14,23). Για να στερεωθεί η πίστη μας και να αυξηθεί η αγάπη μας βοηθά ο λόγος του Θεού. Όταν ο θείος λόγος, το κήρυγμα και η διδασκαλία, κατοικεί πλούσια μέσα μας, τότε ο Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, σφηνώνει όχι απλώς ανάμεσα μας, αλλά μέσα στα σπλάγχνα μας. Μας καλλιεργεί μυστικά και μας ετοιμάζει για τη τέλεια ένωσή μας με το Θεό.

Αλλά εκείνο, με το οποίο επί τέλους συντελείται μέσα μας η γέννηση του Χριστού, είναι το μυστήριο. Ο Κύριος το δήλωσε απερίφραστα· «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ιω 6,56). Έρχεται, χτυπά τη πόρτα μας και όταν του ανοίξουμε, μας κάνει αυτός το τραπέζι. Αυτός, ο ζητιάνος της σωτηρίας μας, φέρνει το σώμα του και το αίμα του να μας θρέψει και να μας κάνει ευτυχισμένους. Μας καλεί να συνδειπνήσουμε, διότι «αληθώς η σαρξ του εστί βρώσις, και αληθώς το αίμα του εστί πόσις» (Ιω. 6,55). Τότε γιορτάζουμε αληθινά Χριστούγεννα, όταν με φόβο Θεού, με πίστη και με αγάπη μεταλαμβάνουμε τα άχραντα μυστήρια και αναγεννιόμαστε μαζί με το νεογέννητο Χριστό.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/


(Ιωσήφ Μοναχού, «Λόγοι Παρακλήσεως», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 15, σ. 319-332)

Έτσι η έμφυτη μιμητικότητά μας αποκτά το πρότυπό της, τον Κύριο. Η ενεργητικότητά μας έχει τη συμμαχία της Χάριτός Του. Στη διάσπαση της προσωπικότητάς μας, που προήλθεν από την πτώση στην αμαρτία, μας άφησε την ειρήνη Του που ενώνει τα διεστώτα· «ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιω. ιδ' 27). Στην αγωνία και την αβεβαιότητα του χρόνου και των μεταβολών μας υποσχέθηκε ότι θάναι μαζί μας μέχρι της συντέλειας του αιώνος (Ματθ. κη' 20). Στην ανησυχία μας ότι είμαστε λιγοστοί σε σύγκριση με το πλήθος αυτών που δεν Τον ακολουθούν μας ενθαρρύνει λέγοντας· «Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον ότι ευδόκησεν ο πατήρ υμών δούναι υμίν την βασιλείαν» (Λουκ. ιβ' 32).

Στο παράπονό μας, γιατί πάντοτε να μας μισούν και να μας επίβουλεύονται εμάς τους χριστιανούς, μας παρηγορεί λέγοντας «Μακάριοί έστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Ματθ. ε' 11). Μας υπενθυμίζει ακόμη ότι ο κίνδυνος του σώματος δεν είναι ο ουσιαστικός, διότι υπάρχει η αθάνατη ψυχή. Μη φοβηθήτε —λέει— από αυτούς που σκοτώνουν το σώμα, τη δε ψυχή δεν μπορούν να σκοτώσουν (Ματθ. ι' 28). Τέλος, μας έδωσε το χαρμόσυνο μήνυμα, την άγκυρα της ελπίδας όλων μας: «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. ε' 12).

***

Ποιος δεν θα σκιρτήσει και δεν θα γεμίσει από χαρά και αγαλλίαση, όταν αναλογισθεί όλη αυτή τη Χάρη και δωρεά που μας κληρονόμησε η αγάπη του Λυτρωτή μας! Δεν μας άφησε, ακόμη, στερημένους από την αίσθηση της παρουσίας Του και σ’ αυτή τη ζωή, αλλά διά των θείων Μυστηρίων, εν τη Εκκλησία, μας κάμνει κοινωνούς της πολύμορφης ενέργειας της Χάριτός Του.

Ολόκληρο το πλήρωμα της θείας αποκαλύψεως βρίσκεται διά παντός μέσα στην Εκκλησία, που είναι το Σώμα του Κυρίου μας· έτσι το θείο θέλημα είναι πάντοτε, σ’ όσους το ζητούν, γνωστό. Και αυτός ο Κύριος βρίσκεται κρυμμένος μέσα στις θείες εντολές, που κι αυτές είναι σαφείς και γνωστές διά της Εκκλησίας: «Αμήν λέγω υμίν, ο λαμβάνων, εάν τινα πέμψω, εμέ λαμβάνει, ο δε εμέ λαμβάνων λαμβάνει τον πέμψαντά με» (Ιω. ιγ' 20). Ο δε άγιος Μάξιμος αναφέρει ότι «ο εντολήν δεξάμενος και ποιήσας αυτήν έχει μυστικώς την Αγίαν Τριάδα».

Πράγματι, ο Χριστός είπεν ότι «ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με... Και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα και μόνην (κατοικίαν) παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ιω. ιδ' 21-23). Να, λοιπόν, η αλήθεια των λόγων του αγίου Μαξίμου, ότι όποιος τηρήσει τις θείες εντολές θα έχει εντός του μυστικώς όλη την Αγία Τριάδα. Τα πιο πάνω λόγια του Χριστού μας αποκαλύπτουν την Τριαδολογική όψη της θείας οικονομίας, διότι η εντός ημών παρουσία του Θεού Λόγου εξυπακούει —λόγω του ομοουσίου και αδιαιρέτου των θείων προσώπων— και την παρουσία του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος.

Όπως τονίσαμε και άλλοτε, στην ορθόδοξη παράδοση τα δόγματα και το ήθος, η πίστη και τα έργα, δεν μετρούνται χωρισμένα. Είναι απλώς δύο μορφές του ιδίου πράγματος. Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στις Κατηχήσεις του λέγει: «Ο γάρ της θεοσεβείας τρόπος εκ δύο τούτων συνέστηκε, δογμάτων ευσεβών και πράξεων αγαθών· και ούτε τα δόγματα χωρίς έργων αγαθών ευπρόσδεκτα τω Θεώ, ούτε τα μη μετ’ ευσεβών δογμάτων έργα τελούμενα προσδέχεται ο Θεός». Είναι σαν να λέγωμεν· έργα άπιστα και πίστις άεργη. Η θεία αποκάλυψη εκφράζεται διά των θείων εντολών, κι αυτές δεν είναι άρθρα νόμου ή ξερές ηθικές διατάξεις, αλλά αποτελούν το λόγο του Θεού, τον οποίον ελάλησεν ο σαρκωθείς Θεός Λόγος, ο οποίος γι’ αυτό είναι κρυμμένος μέσα στις εντολές Του.

Όποιος λοιπόν θέλει να βρει τον Χριστό που δεν είναι μόνο ψηλά στον ουρανό, ούτε μόνο μέσα στους Πατρικούς κόλπους, αλλά και μέσα σε κάθε Του εντολή, ας αρχίσει από αυτή τη στιγμή την ακριβή τήρηση και φύλαξη των εντολών Του, και ας είναι βέβαιος ότι η απόδειξη της παρουσίας του θα του γίνει αισθητή. «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν» (Ιω. ιδ' 21).

Ποιος δεν θέλει να δει, να αισθανθεί δίπλα του, κοντά του, εντός του, τον γλυκύτατό μας Ιησούν; Εφ’ όσον τούτο είναι επιθυμία όλων μας, ας αρχίσουμε να τηρούμε συνειδητά και με ακρίβεια αυτό το παραμελημένο από μας καθήκον της τηρήσεως των θείων εντολών, κι’ ας είμαστε βέβαιοι ότι η ελπίδα μας δεν θα μας καταισχύνει. Και η ελπίδα αυτή είναι το: «ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ! επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω· είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου»· (Ματθ. κε' 21). Γένοιτο!


Πηγή: http://www.pemptousia.gr

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Οι θεόσοφοι Πατέρες μας, οι πραγματικοί αυτοί ψυχολόγοι που ήσαν «διδακτοί Θεού», μας αποκάλυψαν τα μυστικά αυτών των καταστάσεων. Μας αποκάλυψαν ότι στον μακράν της θείας Χάριτος άνθρωπο η δύναμη του κακού βρίσκεται εντός της καρδίας, ενώ η Χάρις απ’ έξω. Αντίθετα, στον άνθρωπο που έλαβε τη Χάρη, η Χάρις βρίσκεται εντός της καρδίας του, το δε κακό απ’ έξω. Έτσι ο άνθρωπος που βαπτίστηκε και έλαβε τη Χάρη γίνεται «δυνάμει» καλός· του λείπει το «ενεργεία» καλός, που θα επιτευχθεί εάν φυλάξει τις θείες εντολές μετέχοντας στο πλήρωμα της Χάριτος διά των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Τότε θα μπορεί να λέει με τον Παύλο, «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (Φιλιπ. δ' 13).

Ο Κύριός μας Ι. Χριστός, διά της ενανθρωπήσεώς Του έγινε και παραμένει το αιώνιο πρότυπό μας, και «ουκ απέστη πάντα ποιών έως εις τον ουρανόν ανήγαγεν ημάς και την βασιλείαν αυτού εχαρίσατο την μέλλουσαν». Διά των εντολών Του έδειξε το δρόμο, διά του βίου Του έδειξε τον τρόπο και διά της Χάριτός Του, η οποία βρίσκεται συνεχώς αποταμιευμένη στο Σώμα Του, την Εκκλησία, μας έδωσε τη δυνατότητα της επιτυχίας.

Διερωτάται τώρα κανείς: Μετά από τη χειροπιαστή αυτή πραγματικότητα, όπου «εχθροί όντες, κατηλλάγημεν τω Θεώ» (Ρωμ. ε' 10), μετά από το μάθημα που διδαχθήκαμε, μετά από το «θείον επάγγελμα» όπου εσπουδάσαμε και το οποίο δεν μας αποφέρει ως έσοδο αξίες υλικές και προσωρινές, αλλά τη ζωή και την αιωνιότητα, είναι δυνατό να μας μένει καιρός για μάταιες ασχολίες; Πράγματι, τι θα μας χρειαζόταν άλλη ασχολία εκτός από τις απόλυτες ανάγκες της συντήρησής μας; Αυτό εννοούσε κι’ ο Παύλος όταν έλεγε, «τα άνω φρονείτε, ου ο Χριστός εστίν...», διότι «το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. γ' 20).

Επειδή όμως βρισκόμαστε ακόμα στη γη αυτή, πρέπει να ζούμε «χρώμενοι μεν τω κόσμω, αλλά μη καταχρώμενοι αυτού» (Α' Κορ. ζ' 31)· δηλ. να ζούμε κατά το νόμο της χρείας και όχι της επιθυμίας. Δυστυχώς, σ’ αυτό συχνά είμαστε απρόσεκτοι και ράθυμοι, γι’ αυτό ο Κύριός μας με πολλή πικρία ανέφερε κάποτε ότι οι άνθρωποι του «αιώνος» τούτου (δηλ. οι μακράν του Θεού) είναι συνήθως «φρονιμώτεροι υπέρ τους Υιούς του φωτός εις την γενεάν την εαυτών» (Λουκ. ιστ' 8), δηλ. πιο ενεργητικοί, πιο αποφασιστικοί στις επιδιώξεις τους, παρά οι υιοί του φωτός, οι πιστοί χριστιανοί.

***

Ας προσέξουμε τώρα μερικά ακόμη σημεία από το βίο του Χριστού μας τον οποίο καλούμαστε να μιμηθούμε: Έλεγεν ο Κύριός μας για την αδυναμία του σατανά να αποκτήσει οιονδήποτε δικαίωμα ή εξουσία πάνω Του: «Έρχεται ο του κόσμου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιω. ιδ' 30)· και πάλι· «θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιω. ιστ' 33)· και· «Ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπιών και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού» (Λουκ. ι' 19).

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε μας, όταν ζούμε εν Χριστώ. Εκείνος του οποίου άλλοτε είμεθα δούλοι και υποχείριοι, ο σατανάς, δεν βρίσκει πια καμμιά θέση μέσα μας· έτσι, μπορούμε να πούμε μαζί με τον Δαυίδ «του εχθρού εξέλιπον αι ρομφαίαι εις τέλος» (Ψαλμ. 9, 7). Όταν πάλι δειλιούμε λόγω της σφοδρότητος των παθών και της αμαρτίας, ο Χριστός μας δυναμώνει λέγοντάς μας· «θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» και «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε» (Ψαλμ. 49, 15). Και όταν η αδίστακτη μανία του εχθρού επιμένει να κτυπά, μας υπενθυμίζει ότι μας έδωσε τη δύναμη όχι μόνο να αντιστεκόμαστε, αλλά και να «πατούμεν επάνω όφεων και σκορπιών και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού».

Όπως προαναφέρθηκε, αυτό επιτυγχάνεται όταν, «ενδυόμενοι» τον Χριστό κατά το βάπτισμα, εισέρχεται εντός της καρδίας η Χάρις και εξορίζεται το κακό. Η τυραννική δύναμη του κακού, που προηγουμένως εβίαζε τον άνθρωπο και στραγγάλιζε την ελευθερία του, τώρα δεν έχει εξουσία επάνω του, διότι εναπόκειται στον άνθρωπο να υπακούσει, ν’ ακολουθήσει, ή να αρνηθεί.

Ο πιστός που έχει «ενδυθεί» τον Χριστό, έχει την ικανότητα να διακρίνει και ν’ αποφασίσει, και ν’ αντισταθεί, διώχνοντας τον εχθρό με οποιοδήποτε τρόπο κι αν αυτός είναι καλυμμένος. Το παράδειγμα του Κυρίου μας όπου νήστευε κι αγωνιζόταν στην έρημο είναι για μας ο φωτεινός οδηγός πλεύσεως στο τρικυμιώδες αυτό πέλαγος της ζωής. Για μας είχε κάμει εκείνο τον αγώνα στην έρημο. Γι’ αυτό κι ο καθένας μας, δυναμωμένος από τη χάρη Του, ας επαναλαμβάνει μαζί Του: «Ύπαγε οπίσω μου, σατανά· Κύριον τον Θεόν μου προσκυνήσω, και αυτώ μόνω λατρεύσω» (Ματθ. δ' 10).


Πηγή: www.pemptousia.g

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Αλλά εκείνο που βρίσκουμε να περισσεύει πάνω άπ’ όλα στον γλυκύτατό μας Ιησούν είναι η παναγάπη Του με την οποία μας εθεράπευσε. Η ιδιοτέλεια, η πλεονεξία, το ψέμα, η υποκρισία, ο εγωϊσμός και κάθε τι που διέστρεφε το ήθος των ανθρώπων, όλα μαζί τα παρά φύσιν ελαττώματα, θεραπεύτηκαν από την ανιδιοτελή θείαν αγάπη, την οποίαν η θεία φύση του Χριστού μας μετέδωσε στην προσληφθείσαν ανθρώπινη φύση. Έτσι, μαζί με τον αληθινό Θεό αποκαλύπτεται και ο αληθινός άνθρωπος, ο «καινός», ο «κατά Θεόν κτισθείς», ο οποίος παρουσιάζεται σαν μια σύνθεση πίστεως και έργου, δηλ. αποκαλύψεως του Θεού και εν Χριστώ βιώματος.

Το χριστιανικό βίωμα, που είναι η ζωντανή αντανάκλαση της ζωής του Χριστού μας, δεν αποτελεί πια προσπάθεια τηρήσεως εξωτερικών τύπων και κανόνων, που είναι κάτι ξένο στη φύση. Αλλά, αντίθετα, ο εν Χριστώ αναγεννημένος άνθρωπος αβίαστα και φυσιολογικά ανταποκρίνεται στην καινούργια εν Χριστώ υπόστασή του, εφ’ όσον «όστις εις Χριστόν εβαπτίσθη, Χριστόν ενεδύθη». Η δύναμη και η μορφή της αμαρτίας, σαν παρά φύσιν ζωής, καταλύονται, γιατί όλα έγιναν, χάριτι, «καινά», έλλογα, χριστοποιημένα, φυσιολογικά, αλλά και υπέρ φύσιν.

***

Γενόμενος πλέον ο άνθρωπος «σώμα Χριστού» και «μέλος Αυτού» μετέχει ύποστατικά στην άγιότητα· έτσι ο άγιασμός που όλοι μας νοσταλγούμε δεν είναι κάτι που αγνοούμεν, αλλά κάτι που δεχόμαστε στο βάπτισμα και που, άρα, χρειάζεται φύλαξη και διατήρηση. «Ούκέτι εσμέν ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των άγίων και οικείοι του Θεού» (Εφεσ. β' 19). Γι’ αυτό πρέπει, όπως λέγει ο Παύλος, «να νεκρώσωμεν τα μέλη ημών τα επί της γής» (Κολ. γ' 5), δηλ. κάθε σαρκικό και ίδιοτελές φρόνημα, διότι είμαστε τέκνα άναστάσεως. Ο Χριστός εγερθείς όντως εκ νεκρών «συνήγειρε και συνεκάθισε εν τοις επουρανίοις» και τη δική μας ανθρώπινη φύση (Εφεσ. β' 6). Αφού «συνηγέρθημεν» με τον Χριστό, «τα άνω φρονώμεν μη τα επί της γης» (Κολ. γ' 2).

Όπως ο νεκρός δεν μπορεί να μετέχει σε τίποτε από όσα τον περιβάλλουν, έτσι και ο νεκρωθείς ως προς την αμαρτία χριστιανός δεν έχει πια σχέση με την ποικιλόμορφη αμαρτία. Εμείς «συναπεθάναμεν» με τον Χριστό «συνταφέντες Αυτώ διά του βαπτίσματος»· γι’ αυτό πρέπει να «συσταυρωθώμεν» με τον Χριστό και να μη ζούμε για τον εαυτό μας, αλλά να ζούμε για τον Χριστό κι’ Αυτός να ζει μέσα μας (Γαλ. β' 20). Αν λοιπόν ζει μέσα μας ο Χριστός, δεν πρέπει να μένουμε σε μια αρνητική μόνο στάση κατά της αμαρτίας, αλλά να προχωρούμε και στην υγιή πράξη, στην εργασία των θείων εντολών. «Έκκλινον από κακού —λέγει ο προφ. Δαυίδ— και ποίησον αγαθόν ζήτησον ειρήνην και δίωξον (επιδίωξε) αυτήν» (Ψαλμ. 33, 15). Εάν αυτό δεν γίνει, ώστε να παγιωθεί μέσα μας η «ενχρίστωση», η χριστοπολιτεία, η «χριστοσκέψη», η χριστοενέργεια, τότε δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: ή ο Θεός Λόγος δεν σαρκώθηκε πραγματικά και, επομένως, δεν ενώθηκε με τη δική μας φύση, ή εμείς είμαστε ανεπίδεκτοι των ενεργειών της χάριτός Του. Όμως, ο Λόγος όντως «εγένετο σάρξ», δηλ. άνθρωπος· επομένως, μόνον η δική μας κακή προαίρεση ευθύνεται για κάθε αποτυχία μας.

***

Ο ολοκληρωμένος εν Χριστώ άνθρωπος επιτυγχάνει να σηκώσει τα αίτια της διαιρέσεώς του με τον Θεό και τους συνανθρώπους του. Η ανιδιοτέλεια, σαν το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της κατά Θεόν αγάπης, επιβάλλει την ενότητα και την αλληλοκατανόηση, γιατί η αρχή του κακού προήλθε από τον ατομισμό και την ιδιοτέλεια που διασπά την ενότητα και την αρμονία. Πηγή όλου του κακού και των συνεπειών που ακολούθησαν την πτώση είναι ο διάβολος, «ο όφις ο αρχαίος, ο πλανών την οικουμένην όλην», ο «απ’ αρχής ανθρωποκτόνος», ο οποίος «εν τη αληθεία ουχ έστηκεν..., ότι ψεύστης έστι και ο πατήρ του ψεύδους» (Αποκ. ιβ' 9) (Ιω. η' 44). Αν εξετάσουμε προσεκτικά για να βρούμε τι είναι σατανισμός, θα δούμε ότι δεν είναι άλλο από τον ατομισμό· τη φιλαυτία σ’ όλη της την έξαρση· την ιδιοτέλεια σ’ όλη της την έκταση· με λίγα λόγια την παράλογη και αρρωστημένη αγάπη στον εαυτό μας συνδυασμένη με μίσος και αποστροφή για κάθε τι που δεν είναι δικό μας. Όλες οι άλλες μορφές του κακού που προκαλούν τις δυστυχίες, τις συμφορές, τις αγωνίες και, τέλος, αυτόν τον θάνατο δεν είναι στην ουσία παρά τα αποτελέσματα του ατομισμού. Μη έχοντας δύναμη ο μακράν από τον θείο φωτισμό άνθρωπος να ακολουθήσει την οδό της αυτοθυσίας για την υποστήριξη του γενικού καλού, υποκύπτει στον πειρασμό της επιδίωξης της προσωπικής του ικανοποιήσεως και, μη μπορώντας να το πετύχει, καταφεύγει στα πιο αθέμιτα μέσα.

Δόξα λοιπόν και μεγαλοσύνη στον γλυκύτατό μας Κύριο, όπου, με την ενανθρώπισή Του, μας έδειξε και διδακτικά και πρακτικά την ενότητα και αδελφοσύνη. Σαν μέλη του Σώματός Του πρέπει να καλλιεργούμε την αγάπη σαν το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της χριστιανικής προσωπικότητάς μας, εφ’ όσον δεν πρέπει πια να ζούμε για τον εαυτό μας, αλλά για Εκείνον που σταυρώθηκε και αναστήθηκε για μας και ο οποίος είναι Αγάπη.

Η ανιδιοτελής αγάπη με κανένα άλλο τρόπο δεν εκδηλούται παρά ως απομίμηση της αγάπης του Χριστού μας. «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει —λέγει ο Χριστός— ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιω. ιε' 13), πράγμα που εφάρμοσε πρώτος Εκείνος. Ο δε Παύλος δείχνοντάς μας πως εκδηλούται η κοινωνία της αγάπης γράφει: «Γινώσκετε γαρ την χάριν του Κυρίου ημών Ι. Χριστού, ότι δι’ ημάς επτώχευσε πλούσιος ων, ινα ημείς τη εκείνου πτωχεία πλουτίσητε» (Β' Κορ. η' 9). Και ολοκληρώνει ο Ιωάννης: «Αγαπητοί, ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν» (Ά Ίω. δ' 11).

Αυτή είναι η αληθινή, η ανιδιοτελής αγάπη, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» (Α' Κορ. ιγ' 5). Μόνο με αυτήν είναι δυνατό «να βαστάσωμεν τα βάρη αλλήλων» και έτσι να «αναπληρώσουμε τον νόμο του Χριστού» (Γαλ. στ' 2). Το ότι είμαστε κατ’ εικόνα Θεού πλασμένοι σημαίνει ότι είμαστε δεκτικοί της Θεομιμήσεως. Ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος έδειξε σε μας, στην πράξη, τον τρόπο της Θεομιμήσεως. Με την μίμηση του πανάρετου βίου του Κυρίου μας ανακτούμε το κατά Θεόν ήθος που διέστρεψε η αμαρτία. Για την επιτυχία όμως του σκοπού αυτού είναι απαραίτητη η θεία Χάρις. Μόνη η πρόθεση και απόφασή μας δεν αρκεί· γι’ αυτό τόνιζε ο Κύριος ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε' 5).


Πηγή: http://www.pemptousia.gr

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Όπως γνωρίζουμε, η επέμβαση του Θεού στην ιστορία της ανθρωπότητας αποτελούσε συνεχιζομένην επί αιώνες θείαν αποκάλυψη, η οποία ολοκληρώθηκε με τη σάρκωση του θείου Λόγου. Σκοπός της προ Χριστού θείας αποκαλύψεως ήταν να μάθει ο πεπτωκώς άνθρωπος από που έρχεται και που πηγαίνει· να μάθει την καταγωγή του και από που έχουν την αρχή τους και για τι προορίζονται όλα όσα τον περιστοιχίζουν και, συνάμα, την ύπαρξη και τη δύναμη του Θεού που τα εδημιούργησε· τέλος το και σπουδαιότερο, να προετοιμαστεί ο άνθρωπος να δεχθεί τον Λυτρωτή που επρόκειτο να έλθει.

Για πολλούς αιώνες πάλευε ο άνθρωπος μ’ αυτές τις γνώσεις, που τις διαστρέβλωνε ο διάβολος και τα όργανά του· για τούτο η δοκιμασία της έρευνας και της αμφιβολίας βασάνιζε πάντοτε την ανθρωπότητα. Όσοι είχαν υγιή πίστη δέχονταν τις μερικές αποκαλύψεις που έκαμνεν ο Θεός κατά καιρούς· εν τούτοις δεν μπορούσαν να δουν το κύριο αποτέλεσμα: τη θεραπεία της αρρωστημένης ανθρωπότητος που θα κατέληγε στον εξαγιασμό και τη θέωση. Η έννοια της θ. αποκαλύψεως έθελγε, σαν ένα νοσταλγικό συμπέρασμα, την ανθρωπότητα, χωρίς όμως να πραγματοποιείται ο επαγγελλόμενος σκοπός.

Και αυτός ακόμα ο Μωσαϊκός Νόμος, που εθεωρείτο ο κώδικας της θ. αποκαλύψεως, δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα μέσο για αναχαίτιση του ανθρώπου από την πολυθεΐα και την ειδωλολατρεία, και ένας κανόνας για την μεταξύ των ανθρώπων χρηστότερη συμπεριφορά. «Ο Μωσαϊκός νόμος τίποτε δεν τελειοποίησε —λέγει ο Απ. Παύλος— κι έτσι εισάγεται μια καλύτερη ελπίδα (ο Χριστός) διά της οποίας προσεγγίζομεν τον Θεό» (Εβρ. ζ' 19)· και πάλι· «Ο Μωσαϊκός Νόμος έχει μόνο σκιάν των μελλόντων αγαθών, και όχι αυτήν την εικόνα της πραγματικότητος» (Εβρ. ι' 1).

***

Το άγχος αυτό της πανανθρώπινης αγωνίας το κατάργησε η παρουσία του θείου Λόγου «όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου». Στην καταστροφή που έφθασε ο άνθρωπος μετά την πτώση του, συμπαρασύροντας και την υπόλοιπη κτίση στη φθορά, δεν γινόταν θεραπεία με την απλή γνώση της θ. αποκαλύψεως. Χρειαζόταν επέμβαση δυναμική (σαν αυτή που από το μηδέν έφερε στην ύπαρξη τη δημιουργία, όταν ο Θεός «είπε και εγενήθησαν, ενετείλατο και εκτίσθησαν»), για ν’ ανακόψει την ορμή της φθοράς και ν’ αποκαταστήσει στον άνθρωπο τη θεία εικόνα που είχε διαφθαρεί. Η κατάσταση της ανθρωπότητας έμοιαζε με κάποιον που κατρακύλησε σε βάραθρο βαθύ, ενώ μερικοί που έστεκαν στο χείλος του βαράθρου τον συμβούλευαν ότι έπρεπε να βγει. Το ότι έπρεπε να βγει ο άνθρωπος από το χάος της πτώσεώς του ήταν η μόνη αλήθεια που έβλεπε μπροστά του, αλλά το μέσον αυτής της σωτηρίας δεν φαινόταν πουθενά.

Η γοερή κραυγή του πανανθρώπινου πόνου συνεχιζόταν με πολυπληθείς ικεσίες: «Κύριε, επίφανον το προσωπόν σου και σωθησόμεθα» (Ψαλμ. 79, 4)· και πάλιν· «Κλίνον, Κύριε, το ους σου και επάκουσόν μου, ότι πτωχός και πένης ειμι εγώ» (Ψαλμ. 85,1)· και πάλιν· «Σοι εγκαταλέλειπται ο πτωχός, ορφανώ συ ήσθα βοηθός» (Ψαλμ. 9, 35) κ.λπ. Και στο καθορισμένο χρονικό διάστημα, ο ποιητής των αιώνων «έκλινεν ουρανούς και κατέβη», κατά την Αγία Γραφή, για να ανακατασκευάσει την συντριβείσαν από την πτώση θείαν εικόνα, τον άνθρωπο. Η ολοκληρωτική υποταγή του ανθρώπου στη φθορά και στο θάνατο δεν άφησε τίποτε στην αρχική του θέση. Το τριμερές της ψυχής (θυμικό, λογιστικό, επιθυμητικό) διεστράφη και λειτουργούσε αντίθετα. Οι δυνάμεις της ψυχής (φρόνηση, ανδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη κ.λπ) και αυτές αντεστράφησαν και μαζί με τη σάρκα αποτέλεσαν το «σώμα του θανάτου» που αναφέρει ο Παύλος (Ρωμ. ζ' 24). Η διάνοια, οι σκέψεις, οι πόθοι, οι ενέργειες και ο,τιδήποτε αποτελούσε το ψυχοσωματικό «είναι» του ανθρώπου διεστράφη και λειτουργούσε αντίθετα.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο πέλαγος διεφθαρμένων σκέψεων και αποφάσεων ο άνθρωπος διαμόρφωσε, με τα ίδια κριτήρια, και τον εξωτερικό του κόσμο και ρύθμιζε ανάλογα και τις σχέσεις του με όσα τον περιστοίχιζαν, πρόσωπα και πράγματα. Ο φόβος του θανάτου, η ιδιοτέλεια, το πάθος της φιλαυτίας, ο ακόρεστος πόθος της πλεονεξίας που τον εκτρέφει, η αβεβαιότης του χρόνου και τα διάφορα άλλα επίκτητα ελαττώματα και κακά αποτέλεσαν τα χαρακτηριστικά της «εικόνας του χοϊκού ανθρώπου». Δεν ήταν, κατά τον προφήτη, η πληγή «από μέρους» (δηλ. μερική), ώστε να επιτεθεί μάλαγμα η επίδεσμος· ήταν σήψη από κεφαλής μέχρις ονύχων. Η πανάπειρη του Θεού αγαθότητα, η αμέτρητη φιλανθρωπία Του, το ανερμήνευτον έλεός Του συγκατέβηκε στην τόση δυστυχία και ευδόκησε να οικονομήσει τη σωτηρία.

Έτσι, «όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός..., ίνα (όχι μόνον να μας σώση από το θάνατο και τη φθορά, αλλά και) την υιοθεσίαν απολαύωμεν» (Γαλ. δ' 4-5). Την έκταση της καταστροφής δεν μπορούσε κανείς άλλος να περιστείλει εκτός από τον πρώτο Αρχιτέκτονα, Εκείνον «δι’ ου τα πάντα εγένετο». Και πράγματι, να που Αυτός «εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών»(Φιλιπ. β', 7), γενόμενος άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο. Αυτός που αμέσως μετά την παρακοή κατέκρινε τον άνθρωπο λέγοντάς του «Γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. γ' 19), έπρεπεν ο ίδιος πάλι να ανασηκώσει αυτό το επιτίμιο από την «χοϊκήν» ανθρωπότητα, χαρίζοντας σ’ αυτή τις ιδιότητες του «επουρανίου ανθρώπου». Η πρώτη φωνή έδειχνε το κατάντημα της θνητότητος του ανθρώπου έπρεπε μια δεύτερη φωνή να τον επαναφέρει πάλιν πίσω προς την ζωή. Έπρεπε ν’ ακουστεί· «έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών και επιφαύσει σοι ο Χριστός» (Εφεσ. ε' 14).

Η πτώση του ανθρώπου δεν ήταν μόνο η μετάβασή του από τη σφαίρα της ζωής στο κράτος του θανάτου. Όλος ο ψυχοσωματικός του κόσμος παραμορφώθηκε γι’ αυτό ο Θεός ανέλαβεν εξ αρχής την ανακατασκευή του και θέλησε να τον προσλάβει ο Ίδιος στην Υπόστασή Του για να του μεταδώσει από τον Εαυτό Του την αληθινή ζωή και να τον επαναφέρει στον θεοειδή προπτωτικό του χαρακτήρα. Το κύριο στοιχείο που χαρακτήριζε την προπτωτική κατάσταση του ανθρώπου ήταν η θεία χάρις όπου του έδιδε τις υπέρ φύσιν θείες ιδιότητες του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν». Αυτή τη χάρη επανέφερε στον άνθρωπο ο Κύριός μας, γιατί, όπως φόρεσε εξ ολοκλήρου τη φύση μας (χωρίς την αμαρτία, η οποία δεν είναι πράγμα φυσικό κι ούτε ανήκε ποτέ στη φύση μας), έτσι μετάδωσε κατά χάριν σ’ αυτήν όλες Του τις θεϊκές χάριτες και ιδιότητες.

Η πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης από τον θείο Λόγο επανέδωσε λοιπόν στον άνθρωπο ό,τι είχε απωλέσει με την πτώση του. Έδωσε στο σώμα την αρμονική κίνηση και επιθυμία, στη δε ψυχή και το νου την υγιή και λογική σκέψη και απόφαση, ώστε να μην υπάρχει θέση για την αμαρτία. Με την προσωπική του επαφή ο Χριστός δίδαξε και παρέδωσε όλη τη θεία αποκάλυψη για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, και κατοχύρωσε τους πιστούς του από κάθε μορφή πλάνης και απάτης του πονηρού. Με τις θείες του εντολές επανέφερε την ισορροπία στη διασαλευθείσαν αρμονία των φυσικών όρων και νόμων, στο κάθε ιδιαίτερο πρόσωπο αλλά και στην κοινωνία σαν σύνολο. Και με τον πανάρετό Του βίο απέδειξε ότι είναι εφαρμόσιμα όσα έχει παραγγείλει να τηρούμε.


Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Ένα πολύτιμο εισιτήριο εισόδου για τη Βασιλεία του Θεού είναι η αρετή της ευσπλαγχνίας. Η ευσπλαγχνία είναι ιδαίτερα θεοφιλής αρετή, και ελκύει το Θείο έλεος γι  αὐτόν που την έχει. Ο ευσπλαγχνικότατος Κύριος θέλει ο άνθρωπος, ο κάθε άθρωπος, να Του μοιάσει. Να είναι ευαίσθητος στον πόνο του άλλου και στην ανάγκη του. Να συμπονάει τον συνάνθρωπό του, να συμπάσχει μαζί του, να είναι πρόθυμος να θυσιαστεί προκειμένου να τον ανακουφίσει. Να τον συγχωρεί, να τον δικαιολογεί, να μακροθυμεί μαζί του. Όλα αυτά είναι ευσπλαγχνία, η βαθιά αγάπη που πηγάζει μέσα από το «είναι«, μέσα από τα σπλάγχνα του ανθρώπου.

Την διάλεξε ο Κύριος, για να μας γνωστοποιήσει πως βάσει αυτής θα κρίνει τους ανθρώπους. Αν διαβάσει κανείς το άγιο Ευαγγέλιο της Κρίσεως, θα δει πως οι σπλαγχνικοί θα ακούσουν το «δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν» (Ματθ. 25 : 34). Οι άσπλαγχνοι θα ακούσουν το «πορεύεσθε απ  ἐμοῦ οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον…».

Όλες τις αρετές να έχει ένας άνθρωπος, αν δεν είναι εύσπλαγχνος, παράδεισο δεν μπορεί να ζήσει, γιατί ο παράδεισος είναι αγάπη. Ο άσπλαγχνος, που για μια ζωή άμεινε σκληρός και απονεκρωμένος, μακρυά από αυτό το θείο αίσθημα που πλησιάζει τον άνθρωπο στον Θεό όσο κανένα άλλο, τελικά καταστρέφει τα πνευματικά όργανα της αγάπης στην ψυχή του. Είναι σαν κάποιος να καταστρέφει με τον κακό τρόπο της ζωής του τους πνεύμονές του κι αυτοί τελικά δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Και σ  ἕνα ωραίο και θαλερό δάσος με πολύ οξυγόνο να τον βάλλεις, εκείνος δεν μπορεί να το χαρεί, γιατί δεν μπορεί να αναπνεύσει!

Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μας γνωστοποιεί μέσα στο άγιο Ευαγγέλιο την τραγική απώλεια δύο τέτοιων ψυχών στα πρόσωπα του άπληστου πλουσίου, που φρόντιζε να μαζεύει αγαθά μόνο για τον εαυτό του, αλλά και του άπονου πλουσίου, που άφηνε χρόνια και χρόνια στην πόρτα του τον φτωχό Λάζαρο πεινασμένο, άστεγο, πληγωμένο. Ποτέ δεν είχε κάνει μια κίνηση συμπαθείας γι  αὐτό το αξιολύπητο πλάσμα που σερνόταν δίπλα στα σκαλοπάτια του σπιτιού του. Το αποτέλεσμα; Έχασε τον παράδεισο! Δεν του επετράπη η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού.

Τα θύματα όμως της ανθρώπινης ασπλαγχνίας, αν επιδείξουν καρτερία και ανεξικακία, τα δοξάζει ο Θεός και τους χαρίζει άπειρες φορές περισσότερη αγάπη από αυτήν που τους στέρησαν οι άνθρωποι. «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται» (Ματθ. 5 : 6). Πεινασμένοι για δικαιοσύνη;

Πεινασμένοι για ψωμί;

Για φροντίδα;

Για αγάπη;

Για κατανόηση;

Απ  ὅ,τι κι αν είναι πεινασμένοι, στη Βασιλεία Του θα χορτάσουν.

Θα είναι «πρίγκηπες του ουρανού»!

Ας γνωρίσουμε λιγάκι μερικούς από αυτούς. Έζησαν μέσα στον εικοστό αιώνα όλοι. Στερήθηκαν, ταπεινώθηκαν, υπέφεραν από την ασπλαγχνία των ανθρώπων. Τώρα τους ανήκει ο μακαρισμός του Κυρίου.

Είναι υπαρκτά πρόσωπα. Τα γνωρίσαμε στην παιδική και νεανική μας ηλικία.

 Ανήμερα Χριστούγεννα στις σκάλες του αγίου Νικολάου (Πάτρα)

Ανήμερα Χριστούγεννα στην Πάτρα πριν μερικά χρόνια. Οκαιρός, όπως τις περισσότερες φορές σ  αὐτή τη μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης ήταν παγερός κι έριχνε ψιλό – ψιλό χιονόνερο. Μια χριστιανή κοπέλα κατηφόριζε από τον δρόμο που περνάει από το πλάϊ του αρχαίου Ωδείου, προς το κάτω μέρος της πόλεως. Οδρόμος αυτός λίγο πιο κάτω συναντάει τον Ι. Ναό του αγίου Νικολάου και τις περίφημες σκάλες, οι οποίες ενώνουν την άνω πόλη με την κάτω. Εκεί ακριβώς,  στο τελευταίο πλατύσκαλο, βλέπει μια γριούλα καθισμένη κατάχαμα να σιγοκλαίει. Φαινόταν να νιώθει τόσο δυστυχισμένη, που δεν την  ένοιαζε ούτε το ότι βρεχόταν ούτε ότι έκανε κρύο. Όπως ήταν φυσικό, η κοπέλα την πλησίασε, έσκυψε από πάνω της και τη ρώτησε γιατί κλαίει και κάθεται στα σκαλιά μες στη βροχή. Η γριούλα, αναθαρρεμένη από το στοργικό ενδιαφέρον, απάντησε ενώ τα δάκρυα εξακολουθούσαν να τρέχουν στα αποστεωμένα μάγουλά της:

–Παιδάκι μου! Τσακώθηκαν ο γυιός μου με τη νύφη μου και μ  ἔδιωξαν από το σπίτι! … Αλλά…, συνέχισε, αν είναι να ζήσουν αγαπημένοι, ας πεθάνω εδώ, παιδί μου. Εγώ τη χόρτασα τη ζωή!

Ανήμερα Χριστούγεννα! Ποιός θα το πίστευε; Κι όμως, έτσι έγινε ακριβώς. Δεν είναι το παραμύθι του Άντερσεν «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα». Είναι ένα γεγονός μιας απίστευτης ασπλαγχνίας. Τα ήμερα ματάκια της γερόνισσας και τα ανεξίκακα λόγια της αποδείκνυαν την αθωότητά της. Δεν φαινόταν να είναι ο άνθρωπος της οργής και της κακίας, που δημιουργεί προβλήματα. Απλώς πλήρωνε εκείνη ξένες αμαρτίες αδιαμαρτύρητα. Μόνο έκλαιγε, έκλαιγε και οι σταγόνες της βροχής αναμειγνύονταν με τα δάκρυά της.

Τι απέγινε η γριούλα; Δόξα τω Θεώ που η Πάτρα μέχρι πρότινος διέθετε πτωχοκομείο. Εκεί η γιαγιά μαζί με άλλες γιαγιάδες και παπούδες κοιτάνε – οι περισσότερο μάταια – προς την πόρτα, μήπως φανεί κάποιος η κάποια απ  αὐτούς που κράτησαν στην αγκαλιά τους, τους τάϊσαν, τους νανούρισαν, ξενύχτησαν στην αρρώστια τους, ξοδεύτηκαν και στερήθηκαν για να τους προικίσουν και να τους σπουδάσουν!

Να μην είναι, λοιπόν, η ασπλαγχνία μία από τις πιο σοβαρές κακίες που εμποδίζει την ψυχή του ανθρώπου να μπει στη Βασιλεία του Θεού, στον παράδεισο της αγάπης.


Πηγή: http://www.diakonima.gr/
(Πηγή: «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», εκδ. Ι. Κελλίον Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Άγιον Όρος, σ. 625-632.)

Γνωρίζουμε βεβαίως όλοι, γνωρίζουμε ότι ο αισθητός αυτός ήλιος αποστέλλει το φως του σε όλη την υφήλιο, «και ουκ έστιν (ουδείς) ως αποκρυβήσεται της θέρμης αυτού» και από της διαυγέστατης λαμπρότητός του. Πολλές φορές όμως οι ολόλαμπρες ακτίνες του καλύπτονται από νέφη και ομίχλη ή από το φύλλωμα των δένδρων, αλλά και πάλι, η πνοή κάποιου ανέμου διαλύει το νεφικό επικάλυμμα και την ομίχλη εκείνη και επιτρέπει στις φεγγοβόλες ακτίνες να εξαπλωθούν τρανώς σε όλη την κτίση. Τον δε προ ηλίου «ήλιον της δικαιοσύνης» τον νοητό, ο οποίος εγεννήθη σήμερα από την «κούφη νεφέλη», από την φωτοφόρο και ηλιακή και πάναγνο κοιλία παραδόξως, καλύπτει η του «δούλου μορφή», τα νηπιώδη σπάργανα και το σπήλαιο το φτωχό και συμφώνως με την οικονομία και ορισμένα άλλα, τα οποία συμβολίζουν την πτωχεία και την ταπεινότητα.

Καθώς όμως ήδη ελέχθη, η πνοή και η ορμή του ανέμου διασκορπίζει το κάλυμμα του νέφους και της ομίχλης και φανερώνει καθαρά τις ηλιακές ακτίνες· έτσι συμβαίνει και έδώ, με τον «ήλιον της δικαιοσύνης», τον Θεό και Δεσπότη ο οποίος καλύπτεται με σπάργανα και κρύπτεται σε σπήλαιον και φάτνη αλόγων ζώων για την πολλή του συγκατάβαση και «δι’ ύπερβολήν αγαθότητος»· το συνεργόν Πανάγιον Πνεύμα και η ευδοκία του Πατρός τον φανερώνει καθαρά, αυτόν τον κρυπτόμενον στην φάτνη ήλιον και Θεόν και κινεί όλη την κτίση, την ορατή και την αόρατη, να προστρέξει και να κηρύξει τον Βασιλέα της δόξης και Δημιουργό των όλων, ο οποίος κρύπτεται σε σπήλαιο και φάτνη περιτυλιγμένος με τα σπάργανα. Εκεί όπου ήλθαν αδιστάκτως και «οι μάγοι εξ ανατολών» μετά δώρων πολυτελών να δωροφορήσουν και να τον προσκυνήσουν πιστώς. Και όχι μόνον αυτοί, αλλά και άγγελοι κατήλθαν από τον ουρανό και ανακραύγαζαν μελωδικά προς τον «εν υψίστοις Θεόν και επί γης» ειρηνάρχην για την καταλλαγή του Θεού προς τους ανθρώπους, που πραγματοποίησε με την ευδοκία του Πατρός· του απένειμαν ως Βασιλέα τους την οφειλόμενη επευφημία και απεκάλυψαν τρανώς τον κρυπτόμενον ακόμη Βασιλέα και τον ανήγγειλαν στους πλησιοχώρους ποιμένες όπως ήρμοζε σε αυτούς, ως «ποιμένα των προβάτων τον μέγαν». «Ότι ετέχθη», λέγει, «υμίν σήμερον Σωτήρ, ως έστι Χριστός Κύριος εν πόλει Δαυΐδ. Και τούτο υμίν το σημείον ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον και κείμενον εν φάτνη».

Καθώς ήκουσαν αυτά «οι ποιμένες είπον προς αλλήλους. Διέλθωμεν δη εις Βηθλεέμ και ίδωμεν το ρήμα τούτο, ό ο Κύριος εγνώρισεν ημίν. Και ήλθον σπεύσαντες και εύρον την τε Μαρίαν και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη, και ιδόντες διεγνώρισαν» στον λαόν, «και υπέστρεψαν δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν και είδον, καθώς ελαλήθη προς αυτούς».

Για ποιό λόγο διαφημίζεται και μεγαλύνεται από τον ουρανό και τη γη ο κρυπτόμενος ως νήπιον σε σπήλαιον και φάτνη; Είναι φανερό ότι αυτό γίνεται για να γνωστοποιηθεί σε όλη την κτίση ότι το βρέφος αυτό εξουσιάζει όλα τα αόρατα και τα ορατά και ότι είναι ο Βασιλεύς της δόξης.

Γι’ αυτό μάλιστα και όλη η κτίση, σύμφωνα με τον φυσικό νόμο, έμεινε ακίνητη από σεβασμό προς τον παράδοξο και απόρρητο εκείνο τοκετό, ώστε οι ροές των ποταμών και οι αναβλύσεις των πηγών και οι κινήσεις των θαλασσών και οι πτήσεις των πουλιών και οι πορείες των ανθρώπων και των ερπετών και των θηρίων και των τετραπόδων και γενικά όλη η φύση και η κτίση, ουράνιος και επίγειος «έστη και εξέστη και ήργησε» και για μία στιγμή διέκοψε την κίνηση και την εργασία της, μέχρι να τελειώσει το μυστήριο του παραδόξου και απορρήτου εκείνου τοκετού, όπως σαφώς μας εμήνυσε η περί τούτων ιστορία.

Και εγώ το δέχομαι αυτό και το πιστεύω πρόθυμα και πείθομαι, επειδή είναι απίθανο τη στιγμή που πραγματοποιείται τόσο μεγάλο έργο να τολμά και κάποιο άλλο να λαμβάνει χώρα και να κινητοί έστω κατ’ ελάχιστον. Αλλά όλα μαζί ακινητοποιήθηκαν σαν να αποδεσμεύτηκαν προς στιγμήν από τον νόμο της φύσεως, λογικά και άλογα, ορατά και αόρατα, σεβόμενα ως δούλοι τον Δεσπότη. Διότι λέει, «εθεμελίωσας την γην και διαμένει, ότι τα σύμπαντα δούλα σα». Επειδή λοιπόν «τα σύμπαντα δούλα αυτού» και ησθάνοντο το μέγα έργον του Κυρίου των, την σωτηρία του κόσμου, κάθε ένα από τα κτίσματα στάθηκε απαρασάλευτο μέχρι που ολοκληρώθηκε εκείνο το θείο έργο, και μετά από αυτά η κτίση συνέχισε κανονικά τήν εργασία της.

Όντως «εξέστη ο ουρανός επί τούτω και της γης κατεπλάγη τα πέρατα» «ότι παιδίον εγεννήθη ημίν και υιός Θεού εδόθη ημίν, ού η αρχή επί του ώμου αυτού και συναϊδίου Πατρός και της ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον, καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος».

Και «άγγελος» μεν λέγεται επειδή φέρει από τον Θεόν και Πατέρα Ευαγγέλια καταλλακτήρια, δηλαδή καλά, χαρούμενα μηνύματα συνδιαλλαγής και συμφιλιώσεως μεταξύ Θεού και ανθρώπων, και διά του θείου Βαπτίσματος υιοθεσίας αξιωτήρια, και της φύσεώς μας από την πονηρή δουλεία απαλλακτήρια, και του θανάτου παντελώς αναιρετήρια και του διαβόλου ασυμπαθώς φυγαδευτήρια, και της τυραννίδος των δαιμόνων δεσμωτήρια και πολυχρονίων νεκρών εξαναστήρια, και μυστηρίων νέων και μεγάλων παραδοτήρια· και όχι μόνον αυτά, αλλά και Βασιλείας Ουρανών υποσχετήρια και για όσους εβίωσαν καλώς αθανάτου κληρονομιάς αποδοτήρια. Σε αυτά τα Ευαγγέλια διασώζεται το μυστήριο της αμωμήτου πίστεως, η σφραγίς του τρισάγιου Θεού· και άλλων πολλών και μεγάλων δωρεών και μυστηρίων φρικτών Ευαγγέλια έφερε, των οποίων αυτός ο ίδιος έγινε και δοτήρας και διδάσκαλος. Και οπωσδήποτε ευλόγως λέγεται και «μεγάλης βουλής», θείας και πρακτικής, «άγγελος». Το δε «θαυμαστός σύμβουλος» το λέγει επειδή έχει την ύπαρξη «προ των αιώνων και εν αρχή» μαζί με τον Πατέρα του και το Πνεύμα συναΐδιον και της ιδίας με αυτούς φύσεως. Σύμβουλός του είναι η «μεγάλη βουλή», ο Πατήρ και Θεός. Τί συμβούλευσε; Είναι φανερόν ότι να κτίσει τον αόρατο και ορώμενο κόσμο και όλα τα κοσμήματα που υπάρχουν σε αυτούς και τον άνθρωπο, και να συγκρατούνται δι’ αυτού και να συνέχωνται τα πάντα, ώστε να διαμένουν τα σύμπαντα και να διασώζονται με τον καλύτερο τρόπο. Και δεν το έκαμε αυτό ασυμβούλως, ούτε πάλι του λέγει προστακτικώς να κτίσει τον κόσμο και μέσα σε αυτόν τον άνθρωπο, αλλά συμβουλευόμενος θαυμαστώς τον θαυμαστό αυτό σύμβουλο και Αγαπητό Υιό Του, λέει· «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» που σημαίνει Θεόν επίγειο και αρχηγό, ο οποίος λόγω του αυτεξουσίου εικονίζει τον Θεό «καθ’ ομοίωσιν» δε, δηλαδή αθάνατο και, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, ικανό να ομοιωθεί διά της αρετής με τον Θεό. Πράγματι λοιπόν «πάντα δι’ αυτού εγένετο» του θαυμαστού συμβούλου, «και χωρίς αυτού εγένετο ουδέν εν ό γέγονε», όπως έχει γραφεί.

Το δε «Θεός ισχυρός» διακηρύσσει τρανώς το ισχυρό της θείας φύσεως· διότι υπάρχουν και οι ειδωλικοί ψευδώνυμοι θεοί, δεν είναι όμως και ισχυροί. Ώστε και εσύ ακούοντας «ότι παιδίον εγεννήθη και εδόθη ημίν» να μην υποπτευθείς ότι είναι απλό αυτό το παιδί και εφάμιλλο με τα άλλα παιδιά, αλλά να εννοήσεις ότι αυτό το παιδί είναι και θαυμαστός σύμβουλος του Θεού και Πατρός· «και της ειρήνης αυτού ουκ εστίν όριον», όπως ήδη ελέχθη· διότι αυτό το παιδί έχει απεριόριστο και απέραντο πλούτο ειρήνης μαζί με τον Πατέρα Του και με το Πνεύμα.

Το δε «πατήρ του μέλλοντος αιώνος» θέλει να φανερώσει το δημιουργικό και προάναρχο του παιδιού αυτού που γεννήθηκε. Όπως δηλαδή κάποιος που έχει γίνει πατέρας πολλών παιδιών είναι αίτιος της πλάσεως και της γεννήσεώς τους, έτσι και το παιδί αυτό που γεννήθηκε είναι κτίστης και γεννήτορας όλων των δημιουργημάτων, άρχοντας και πατέρας και ηγέτης των επτά παρερχομένων αιώνων και του απέραντου ογδόου, γι’ αυτό και λέγεται «πατήρ του μέλλοντος αιώνος».

«Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» σήμερα και σπαργανώθηκε παιδικά, αυτός που σπαργάνωσε παλαιά με ομίχλη την θάλασσα. «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν», του οποίου η αρχή είναι άναρχος και τέλος δεν έχει.

«Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν», το οποίο συγκρατεί, ως δούλα του, τα σύμπαντα· γι’ αυτό και ως δούλα το υπηρετούν και το επευφημούν και του προσφέρουν δώρα· οι μάγοι και ο αστέρας, οι άγγελοι και οι ποιμένες, το σπήλαιο και η φάτνη, η Παρθένος Μητέρα υπερφυώς και ο μνήστωρ Ιωσήφ ο τεχνίτης, φαινόμενος ως πατέρας του τεχνουργού των πάντων. Λείπει όμως η επιστασία των μαιών από τον τίμιο εκείνο και παράδοξο και παρθενικό τοκετό διότι εκεί που γίνεται μητέρα η Παρθένος με την επισκίαση της Δυνάμεως του Υψίστου, μαίες δεν χρειάζονται. Αυτά λοιπόν και τα ισότιμα με αυτά φανέρωναν σαφώς την θεαρχία και παντοκρατορία του νεογέννητου παιδιού. «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» από την αγία Παρθένο χωρίς πατέρα αυτό που εγεννήθη «εκ γαστρός προ εωσφόρου» από τον Πατέρα χωρίς μητέρα.

«Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» κριτής ζώντων και νεκρών.

«Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» και φανέρωσε σήμερα το προαιώνιο μυστήριο, και έτσι περατώθηκε με τον καλύτερο τρόπο εκείνο το οποίο «πολυμερώς και πολυτρόπως» διείδαν από παλαιά οι Προφήτες· προέλεγαν δηλαδή ότι «εκ Σιών εξελεύσεται νόμος και λόγος Κυρίου εξ Ιερουσαλήμ» και ότι «ο Θεός από Θαιμάν ήξει» και ότι «εκ Σιών η ευπρέπεια της ωραιότητος αυτού» και ότι «εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί» και τα λοιπά.

«Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν», την γέννηση του οποίου εμυήθησαν οι μάγοι, οι βασιλείς των Περσών και ήλθαν με οδηγό τον αστέρα να τον προσκυνήσουν, αυτοί τους οποίους η αγία Γραφή ονόμασε από παλαιά Σεβωείμ, λέγοντας• «ότι άνδρες υψηλοί Σεβωείμ διαβήσονται προς σε και προσκυνήσουσι λέγοντες ότι εν σοι ο Θεός έστι και ουκ εστί Θεός πλην σου». Αυτοί λοιπόν οι άνδρες ήλθαν και τον προσκύνησαν και θεολογώντας του προσέφεραν δώρα· χρυσόν μεν επειδή είναι Βασιλεύς, λίβανον επειδή είναι Θεός και σμύρνα για το άχραντον Πάθος· την έκβαση αυτού έφερε εις πέρας ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, όταν μετά το Πάθος κήδευσαν το ζωηφόρο Εκείνο σώμα με εκατό λίτρες σμύρνης και αλόης.

«Ότι παιδίον εγεννήθη υμίν» και είναι τώρα ξαπλωμένο στη φάτνη, αυτός ο οποίος κρατεί στο χέρι του τη σφαίρα της γης και συγκρατεί θεοπρεπώς και ανέτως όλη την κτίση.

Και για να πω συγκεφαλαιώνοντας το πληρέστατο παραλείποντας τα περισσότερα, «ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» κόσμου σωτήριον, νοσημάτων ιατήριον. δαιμόνων αφανιστήριον, ειδωλικών ξοάνων και βωμών καταλυτήριον, θυσιών διαβολικών και βέβηλων κνισσών εξαλειπτήριον, τυραννικής διαβόλου αποστασίας αλυσοδετήριον αιώνιον. και καθολικής αναστάσεως νεκρών αρχετήριον.

Ποιός είδε ή άκουσε ποτέ παρόμοιο παιδί να είναι ξαπλωμένο σε φάτνη περιτυλιγμένο με σπάργανα και να κρατεί στην παλάμη του τα σύμπαντα, να προσκαλεί στα ύψη το ύδωρ της θαλάσσης και να το διαχέει όπου θέλει, να αναπαύεται στη φάτνη και συγχρόνως να χρησιμοποιεί σαν όχημα τα χερουβίμ, να γαλακτοτροφήται από Μητέρα παρθένο και να «εξαποστέλλη πηγάς υδάτων εν φόραγξι», να περικρατήται σε παρθενικές αγκάλες και να κρατεί ασφαλώς τα σύμπαντα: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού!», όπως αναφωνεί και ο θείος Παύλος. Ω θαύματος παραδόξου, από τα σύγχρονα και τα παλαιά καινοφανεστέρου. Ω θείας κηδεμονίας και άκρας συγκαταβάσεως. Πώς ο απεριόριστος Λόγος και Υιός του Θεού και Πατρός περιορίστηκε εκούσια μέσα στη μορφή του δούλου; Πώς ο κατά φύσιν ασώματος περιεβλήθη με σώμα; Πώς φάνηκε αυτός που είναι και στους αγγέλους αθέατος; Πώς ο κτίστης των αθανάτων δυνάμεων καταδέχτηκε να φορέσει σάρκα; Πώς αυτός που διαθέτει τον ασύγκριτο πλούτο της θεότητος και χαρίζει τα πλούσια δώρα έφθασε στην έσχατη πτωχεία; Πράγματι, τί πτωχότερο μπορεί να υπάρξει από το βουστάσιο και τη φάτνη και το σπήλαιο; Πώς ωράθη παραδόξως ο αόρατος; Πώς ο Ύψιστος κατέβηκε; Πώς ο υπερουράνιος ηθέλησε να ζήσει μαζί με εμάς τους χαμηλούς; Πώς ο περικυκλούμενος από στρατιές λαμπρότατων αγγέλων ήλθε να συναναστραφεί με τους ανθρώπους; Πώς ο «περιβαλλόμενος φως ως ιμάτιον» περιβάλλεται με σπάργανα ευτελή; Πώς ο υπερκαθαρός κατήλθε προς εμάς που ευρισκόμεθα στον λάκκο και την σαπρία των ολέθριων παθών; Για ποιόν λόγο, γιατί έγινε η ασύλληπτος αυτή και πολλή συγκατάβαση; Είναι βεβαίως φανερό για όσους θέλουν να ερευνήσουν τη δύναμη του μυστηρίου· θα το διασαφήσω σύντομα χρησιμοποιώντας μία εικόνα. Όπως κάποιος που έχει πέσει σε λάκκο βαθύτατο και βορβορώδη δεν μπορεί να ανέλθει μόνος του από εκεί, αλλά χρειάζεται κάποιο χέρι από επάνω να τον ανασύρει, κάτι παρόμοιο έπαθε και η φύση μας· επωμίστηκε δεινώς με την πτώση στο βόθρο της παραβάσεως και πεσμένη στο λάκκο του Άδη είχε ανάγκη από κάποιο χέρι πανίσχυρο για να την ανασύρει. Και επειδή κανενός σύνδουλου χέρι δεν είχε αυτή την ικανότητα, εκτείνεται από επάνω, από τα θεία υψώματα «η πανσθενουργός δεξιά» προς τα κάτω, η οποία, και ως πατρική δεξιά, όχι μόνο ανείλκυσε από τον λάκκο εκείνο αυτούς που είχαν πέσει, αλλά και «τω πλήθει της δόξης και της δυνάμεως αυτής συνέτριψε τούς ύπεναντίους», όπως έχει γραφεί, και λαμβάνοντας υπεφυώς τη φύση μας, η οποία είχε ριφθεί εκεί, την οδήγησε υψηλά στους ουρανούς και αφού την κάθισε στο θρόνο εκ δεξιών του Πατρός την αξίωσε να προσκυνείται από όλη την κτίση, και προσκαλώντας εμάς εκεί έλεγε «ει τις εμοί διακονεί, εμοί ακολουθείτω, ίνα όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται». Ομοίως και ο μακάριος Παύλος συνιστά: «Τα άνω ζητείν, τα άνω φρονείν, ένθα κάθηται Χριστός εκ δεξιών του Θεού και Πατρός».


Πηγή: http://www.diakonima.gr/

http://impantokratoros.gr/C9BB5B69.el.aspx



Ο Μέγας Βασίλειος μιλώντας για την μέλλουσα Κρίση λέγει ότι «Ευτυχισμένη είναι η ψυχή, η οποία νύκτα και ημέρα δεν έχει άλλη μέριμνα παρά πως κατά την μεγάλη ημέρα κατά την οποία όλη η κτίση θα σταθεί μπροστά στον Κριτή, για να αποδώσει λόγο περί των έργων της, θα μπορέσει και αυτή εύκολα να ενεργήσει τον απολογισμό του βίου της.
Γιατί, όποιος έχει ενώπιον των ματιών του εκείνη την ημέρα και την ώρα και πάντοτε μελετά την απολογία του μπροστά στο δικαστήριο, που δεν μπορεί να πλανηθεί, αυτός ή καθόλου ή ελάχιστα θα αμαρτήσει, γιατί το να αμαρτάνει κανείς προέρχεται από την απουσία του φόβου του Θεού από εμάς.
Σε όσους δε, είναι ζωηρή η αναμονή των απειλουμένων τιμωριών, ο ενοικών σε αυτούς φόβος δεν θα τους δώσει ευκαιρία να περιπέσουν σε απρόσεκτες πράξεις ή σκέψεις»
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σχετικά με την παρουσία του Κυρίου στην ζωή μας τονίζει: «Αν δεν μπορούμε να βλέπουμε τον Κύριο και με τους οφθαλμούς του σώματος, μπορούμε όμως να Τον βλέπουμε διαρκώς με τα μάτια της διανοίας, αν είμαστε σε πνευματική εγρήγορση. Μπορούμε μάλιστα όχι απλώς να Τον βλέπουμε αλλά και να καρπωνόμαστε μεγάλα αγαθά. Διότι αυτή η θέα είναι αναίρεση κάθε αμαρτίας, καθαίρεση κάθε πονηρού πράγματος, απομάκρυνση κάθε κακού. Αυτή η θέα είναι ποιητική κάθε αρετής, γεννητική καθαρότητος και απαθείας, παρεκτική αιωνίου ζωής και ατελείωτης βασιλείας».
Ο γέροντας Παΐσιος, εξηγώντας ποιό είναι το βαθύτερο νόημα της ζωής, θα πη: «Όταν ο άνθρωπος βοηθηθή να πιστέψη στον Θεό και στην μέλλουσα ζωή, την αιώνια, συλλάβη δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ζωής και μετανοήση, αλλάξη ζωή, έρχεται αμέσως η θεία παρηγοριά με την Χάρη του Θεού, η οποία τον αλλοιώνει, διώχνοντας και όλα τα κληρονομικά ελαττώματα. Όταν ο άνθρωπος πιστεύη στον Θεό και στην μέλλουσα ζωή, τότε καταλαβαίνει ότι αυτή η ζωή είναι μάταιη και ετοιμάζει το διαβατήριό του για την άλλη ζωή. Ξεχνούμε ότι όλοι θα φύγουμε. Δεν θα βγάλουμε ρίζες εδώ. Αυτή η ζωή δεν είναι για να καλοπεράσουμε. Σε αυτή την ζωή δοκιμάζεται ο καθένας, αν ανταποκρίνεται σε όσα του ζητάει ο Θεός».
Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος σε λόγο του για την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας λέγει: «Ελάτε, αγαπητοί, ας βαδίσουμε στον δρόμο που μας έδειξε ο Κύριος, για να φθάσουμε με χαρά στην βασιλεία του. Ας πάρουμε προμήθειες και λάδι στα αγγεία μας, διότι το μάκρος εκείνου του δρόμου δεν είναι μικρό.
Ας ζώσουμε λοιπόν την μέση μας με ζώνη την ειλικρίνεια και την αλήθεια, περιμένοντας να υποδεχθούμε, ως άνθρωποι και πιστοί δούλοι, τον προσωπικό μας Δεσπότη. Ας ανάψουμε τα λυχνάρια μας και ας αγρυπνούμε με ανδρεία… Να, και η μητέρα μας Ιερουσαλήμ λέει σε εμάς “Ποθήστε με, παιδιά μου, όπως ακριβώς σας ποθώ εγώ· τίποτε να μην αποκτήσετε πάνω στη γη· για τίποτε να μη μεριμνήσετε.
Διότι, να, ο Νυμφίος είναι έτοιμος να παρουσιασθεί μέσα στις νεφέλες του ουρανού με την δόξα του ευλογημένου Πατρός, και θα καλέσει τον καθένα από εσάς με το όνομά του, και θα τον βάλει να καθίσει στο τραπέζι με την παράταξη των αγίων εκείνων που ζούν μέσα σε εκείνο το ανέκφραστο φως, στην άφθαρτη και αθάνατη και αιώνια ζωή, σύμφωνα με τους κόπους του”».
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στην ομιλία του στην Κοίμηση της Θεοτόκου τονίζει ότι «Ο Ιωακείμ ποιμαινόμενος σαν πρόβατο από τον Θεό, δεν του έλειπε κανένα από τα αγαθά. Καί ας μη νομίσει κανείς πως λέγοντας αγαθά εννοώ όσα ποθούν οι πολλοί και τα φαντάζονται οι λαίμαργοι μένοντας με ανοικτό πάντοτε στόμα, τα οποία από την φύση τους ούτε να παραμείνουν μπορούν, ούτε γνωρίζουν να βελτιώνουν την συμπεριφορά εκείνου που τα έχει, αλλά από μόνα τους καταρρέουν και την ίδια στιγμή σκορπίζονται, έστω και αν είχαν μεγάλη αφθονία σε αυτά. Εννοώ τα αγαθά που επιθυμούν και αγαπούν οι φρόνιμοι και που παραμένουν στους αιώνες, όσα ευφραίνουν τον Θεό και βγάζουν ώριμο καρπό για αυτούς που τα έχουν, εννοώ τις αρετές, που θα δώσουν τον καρπό τους στον καιρό τους, δηλαδή στον αιώνα τον μελλοντικό και ο καρπός θα είναι η αιώνια ζωή για όσους κοπίασαν επάξια και πρόσφεραν τους κόπους τους με όση δύναμη μπορούσαν».


Πηγή: http://www.diakonima.gr/



Γιώργος Μεταλληνός
Παρεμβάσεις Ιστορικές και Θεολογικές Εκδ. «Διήγηση», Αθήνα 1998.

Με την ενανθρώπηση και τη γέννησή Του ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός πραγματοποιεί το σκοπό της πλάσεως του ανθρώπου, την εμφάνιση του Θεανθρώπου στην Ιστορία. Την ένωση του κτιστού πλάσματος με τον Άκτιστο Πλάστη. Ο σκοπός της ενανθρωπήσεως είναι η θέωση του ανθρώπου. «Άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων). «Αυτός ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ. Αθανάσιος). «Άνθρωπος γαρ εγένετο ο Θεός και Θεός ο άνθρωπος» (Ι. Χρυσόστομος). Στη λογική ενός ηθικιστού ο όρος «θεοποιηθώμεν», που χρησιμοποιούν Πατέρες, όπως ο Μ. Αθανάσιος, είναι σκάνδαλο. Γι’ αυτό μιλούν για «ηθική θέωση». Διότι φοβούνται να δεχθούν ότι με τη θέωση μεταβάλλεται «κατά χάριν» αυτό που ο Τριαδικός Θεός είναι «κατά φύσιν» (άκτιστος, άναρχος, αθάνατος). Τα Χριστούγεννα είναι, γι’αυτό, άμεσα συνδεδεμένα και με τη Σταύρωση και την Ανάσταση, αλλά και την Ανάληψη και την Πεντηκοστή. Ο Χριστός-Θεάνθρωπος χαράζει το δρόμο, που καλείται να βαδίσει κάθε σωζόμενος άνθρωπος, ενούμενος μαζί Του.

 Ο Ευαγγελισμός και τα Χριστούγεννα οδηγούν στην Πεντηκοστή,, το γεγονός της θεώσεως του ανθρώπου εν Χριστώ, μέσα δηλαδή στο σώμα του Χριστού. Αν τα Χριστούγεννα είναι η γέννηση του Θεού ως ανθρώπου, η Πεντηκοστή είναι η τελείωση του ανθρώπου ως Θεού κατά χάριν. Με το βάπτισμά μας μετέχουμε στη σάρκωση, το θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, ζούμε και μεις τα «Χριστούγεννά μας», την ανά-πλασή μας. Οι Άγιοι δε, που φθάνουν στην ένωση με το Χριστό, τη θέωση, μετέχουν στην Πεντηκοστή και φθάνουν έτσι στη τελείωση και ολοκλήρωση του αναγεννημένου εν Χριστώ ανθρώπου. Αυτό σημαίνει εκκλησιαστικά πραγμάτωση του ανθρώπου, εκπλήρωση δηλαδή του σκοπού της υπάρξεώς του.

 Όσο και αν είναι κουραστικός ο θεολογικός λόγος, και μάλιστα στον αμύητο θεολογικά σύγχρονο άνθρωπο, δεν εκφράζει παρά την πραγματικότητα της εμπειρίας των Αγίων μας. Μέσα από αυτήν την εμπειρία και μόνο μπορούν να κατανοηθούν εκκλησιαστικά, δηλαδή Χριστοκεντρικά, τα Χριστούγεννα. Αντίθετα, η αδυναμία του μη αναγεννημένου εν Χριστώ ανθρώπου να νοηματοδοτήσει τα Χριστούγεννα έχει οδηγήσει σε κάποιους γύρω απ’ αυτά μύθους. Οι άγευστοι της αγιοπνευματικής ζωής, μη μπορώντας να ζήσουν τα Χριστούγεννα, μυθολογούν γι’αυτά, στα όρια της φαντασίας και μυθοπλασίας, χάνοντας το αληθινό νόημά τους. Όπως μάλιστα θα δούμε, ο αποπροσανατολισμός αυτός δεν συνδέεται πάντοτε με την άρνηση του μυστηρίου, αλλά με αδυναμία βιώσεώς του, που οδηγεί αναπόφευκτα στην παρερμηνεία του.

Μία πρώτη μυθολογική απάντηση στο ερώτημα των Χριστουγέννων δίνεται από την αίρεση, τη στοχαστική και ανέρειστη –ανεμπειρική δηλαδή- θεολόγηση. Ο δοκητισμός, η φοβερότερη αίρεση όλων των αιώνων, δέχθηκε κατά φαντασίαν νάρκωση του Θεού Λόγου (δοκείν-φαίνεσθαι). Φαινομενική, δηλαδή, παρουσία του Θεού στην ενδοκοσμική πραγματικότητα. Για ποιο λόγο θα μπορούσε να ερωτήσει κανείς. Οι Δοκήται ή Δοκηταί κάθε εποχής δεν μπορούν να ανεχθούν, στα όρια της λογικής τους, τη σάρκωση και τη γέννηση του Θεού ως ανθρώπου. Μεταβαλλόμενοι σε αυτόκλητους υπερασπιστές του κύρους του Θεού, ντρέπονται να δεχθούν κάτι που ο ίδιος ο Θεός επέλεξε για τη σωτηρία μας. Το δρόμο της μητρότητας. Να γεννηθεί δηλαδή από μια Μάνα, έστω και αν αυτή δεν είναι άλλη από το καθαρότερο πλάσμα όλης της ανθρώπινης ιστορίας, την Παναγία Παρθένο.

 Όλοι αυτοί μπορούν να καταταχθούν στους «υπεράγαν» Ορθοδόξους (κατά τον άγ. Γρηγόριο το Θεολόγο). Γιατί ο Δοκητισμός οδήγησε στο Μονοφυσιτισμό, στην άρνηση της ανθρωπότητας του Χριστού. Είναι οι συντηρητικοί, οι τυποκράτες, οι ευσκανδάλιστοι. Γι’ αυτούς όλους είναι σκάνδαλο η αλήθεια, η πραγματικότητα, η ιστορικότητα. Ενώ άλλοι απορρτίπτουν τη θεότητα του Χριστού, αυτοί αρνούνται την ανθρωπότητά του. Και όμως, η Ορθοδοξία ως Χριστιανισμός στην αυθεντικότητά του, είναι η «ιστορικότερη θρησκεία», κατά τον αείμνηστο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Ζει στην πραγματικότητα των ενεργειών του Θεού για τη σωτηρία μας και τις δέχεται με το ρεαλισμό της Θεοτόκου: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1,38)! «Και ο Πιλάτος στο Σύμβολο» λέγει μια ωραία σερβική παροιμία. Διότι ο Πιλάτος, ο πιο άβουλος αξιωματούχος της ιστορίας, ως υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο, βεβαιώνει την ιστορικότητα του Ευαγγελίου. Εις πείσμα όμως των Δοκητών ο Θεός-Λόγος «σαρξ εγένετο -δηλαδή άνθρωπος- και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού (το άκτιστο φως της θεότητάς Του)» (Ιωάνν. 1, 14). Διότι «εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ. 2,9), είναι δηλαδή τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.

 Η σάρκωση και γέννηση του Θεανθρώπου είναι σκάνδαλο για την ανθρώπινη σοφία, που αυτοκαταργούμενη και αυτοαναιρούμενη σπεύδει να χαραχτηρίσει «μωρία» το μυστήριο του Χριστού, που κορυφώνεται στον σταυρικό του θάνατο (Α’ Κορ. 1,23). Είναι δυνατόν ο Θεός να φθάσει σε τέτοιο όριο κενώσεως, ώστε να πεθάνει πάνω στο σταυρό ως Θεάνθρωπος; Αυτό είναι το σκάνδαλο για τους σοφούς του κόσμου. Γι’ αυτούς οι «θεοί» του κόσμου τούτου συνήθως θυσιάζουν τους ανθρώπους γι’ αυτούς, δεν θυσιάζονται αυτοί για τους ανθρώπους. Πώς θα δεχθούν το μυστήριο της Θείας Ανιδιοτέλειας; «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν (θυσίασε) … ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού» (Ιωανν. 3, 16. 17). Στα όρια της «λογικής» ή «φυσικής» θεολογήσεως χάνεται τελικά το θείο στοιχείο στο πρόσωπο του Χριστού και μένει το ανθρώπινο, παρανοημένο και αυτό και παρερμηνευόμενο. Διότι δεν υπάρχει ιστορικά άνθρωπος-Χριστός, αλλά Θεάνθρωπος. Η ένωση Θεού και ανθρώπου στο πρόσωπο Θεού-Λόγου είναι «ασύγχητη» μεν, αλλά και «αδιαίρετη». Οι «λογικές» ερμηνείες του Προσώπου του Χριστού αποδεικνύονται παράλογες, διότι αδυνατούν να συλλάβουν με τη λογική το «υπέρλογο».

 Η νομική-δικανική συνείδηση ζει και αυτή στο Χριστό το σκάνδαλό της. Αναζητεί σκοπιμότητα κοινωνική στη Σάρκωση και καταλήγει και αυτή στο μύθο, όταν δεν αυτοπαραδίδεται στον Θείο Λόγο. Οι Φράγκοι κατασκεύασαν, μέσω του διακεκριμένου σχολαστικού τους Ανσέλμου (11ος αι.), το μύθο της «ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης». Ο Θεός-Λόγος σαρκούται, διά να σταυρωθεί-θυσιασθεί και δώσει έτσι ικανοποίηση στην προσβλή που προξένησε στο Θεό η ανθρώπινη αμαρτία! Τα κρατούντα τότε στη φραγκική φεουδαρχική κοινωνία προβάλλονται (μυθολογικά) στο Θεό, που παίρνει τη θέση στη φραγκογερμανική φαντασία ενός υπεραυτοκράτορα.

 Ας φωνάζει ο Ιωάννης: «ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν…» (3,16), ή ο Παύλος: «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην προς ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών, Χριστός υπέρ ημών απέθανεν» (Ρωμ. 5,8). Όχι! «Για να πάρει εκδίκηση» και «ζητώντας ικανοποίηση» θα μάθει να φωνάζει ο δυτικός (ή δυτικοποιημένος) άνθρωπος.

Έτσι πλάσθηκε ένας «Χριστιανισμός» άλλου είδους, που δεν διαφέρει από μυθοπλασία, αφού προβάλλει στο Θεό τη φαντασία και τις προλήψεις μας. Η εκλογίκευση και η εκνομίκευση του μυστηρίου του Θεανθρώπου είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος του Χριστιανισμού στην ιστορία.

Η θρησκευτική (τυπολατρική) συνείδηση ζει το «σκάνδαλο» της ενανθρωπήσεως καταφεύγοντας στη θρησκειοποίηση της Πίστεως. Εξαντλεί το νόημα των Χριστουγέννων στις τελετές και χάνει τον αληθινό σκοπό τους, που είναι η «υιοθεσία» (θέωση). «Ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν…» (Γαλ. 4,5). Είναι το σκάνδαλο του φαρισαϊσμού, έστω και αν λέγεται Χριστιανισμός.

Είναι όμως οι εχθροί του «παιδίου» που βιώνουν το σκάνδαλο της εξουσίας. Ο Ηρωδισμός! Οι κρατούντες ή μάλλον «δοκούντες άρχειν…» (νομίζοντες ότι κυβερνούν) (Μαρκ. 10,42), όπως ο Ηρώδης, βλέπουν στον νεογέννητο Χριστό κάποιον ανταγωνιστή και κίνδυνο των συμφερόντων τους. Γι’ αυτό «ζητούσι την ψυχήν του παιδίου» (Ματθ. 2,20). Παρερμηνεύουν έτσι τον αληθινό χαραχτήρα της βασιλικής ιδιότητας του Χριστού, της οποίας «ουκ έσται τέλος». Ο Χριστός ως Βασιλεύς όλης της κτίσεως είναι ο μόνος αληθινός Κύριός της, ο δημιουργός και σωτήρας της και όχι ως οι Ηρώδες του κόσμου τούτου, που αδίστακτοι δολοφονούν, για να κρατήσουν την εξουσία τους.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Ε.Π. 36,516) προσφέρει δυνατότητα ορθής προσεγγίσεως των Χριστουγέννων, δηλαδή αγιοπνευματικής: «Τοίνυν εορτάζομεν μη πανηγυρικώς, αλλά θεϊκώς. μη κοσμικώς, αλλά υπερκοσμίως . μη τα ημέτερα, αλλά τα του ημετέρου (=όχι δηλαδή τους εαυτούς μας, αλλά τον Χριστόν ας τιμάμε…). μάλλον δε τα του Δεσπότου. μη τα της ασθενείας, αλλά τα της ιατρείας. μη τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως.



Πηγή: http://www.diakonima.gr/

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Δείτε την γαλήνη που έχει ο φάρος ακόμα και όταν κτυπάτε αλύπητα από τα μανιασμένα κύματα. Δεν φοβάται, δεν δειλιάζει, γιατί γνωρίζει ότι έχει βαθιά και γερά θεμέλια.

Έτσι λοιπόν και ο άνθρωπος του βιώνει την εν Χριστώ ζωή, μένει γαλήνιος ακόμα και μέσα στους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, ακόμα και όταν τα μανιασμένα κύματα του πόνου και των πειρασμών τον κτυπούν. Μένει γαλήνιος γιατί έχει βαθιά και γερά θεμέλια. Έχει ταπείνωση, μετάνοια, πίστη και ελπίδα στον Θεό. Έχει νιώσει την αγάπη του Θεού στην ύπαρξή του και γι’ αυτό δεν φοβάται πλέον. Δεν φοβάται τίποτα, ακόμα και τον θάνατο.
Ο άνθρωπος του Θεού, είναι σαν έναν φάρο. Φωτίζει και καθοδηγεί τους χαμένους. Μένει αμετακίνητος απέναντι στην αμαρτία, μένει πράος, ήσυχος και ειρηνικός όταν τον κτυπήσουν πειρασμοί και δυσκολίες.
Η επίγεια ζωή μας είναι σαν την θάλασσα, γεμάτη εκπλήξεις. Άλλοτε ευχάριστες, άλλοτε δυσάρεστες.
Χωρίς Χριστό η ζωή μας δεν είναι τίποτα άλλα παρά μία βρώμικη σταγόνα μπροστά στον αιώνιο και απέραντο ωκεανό της Χάριτος που η εν Χριστώ ζωή προσφέρει στον άνθρωπο.
Είσαι χριστιανός; Γίνε φάρος για τους άλλους. Όχι με λόγια, όχι με υποδείξεις. Αλλά με την σιωπή σου, με την ταπείνωσή σου, με την συγχωρετικότητά σου, με την αγάπη σου, με την μετάνοιά σου, με την ζωή σου.
Είσαι χριστιανός; Γίνε φάρος… πάψε να φοβάσαι τα κύματα των πειρασμών, πάψε να απελπίζεσαι με τις πρώτες δυσκολίες. Έχεις οδηγό της ζωής σου τον Αρχηγό της Ζωής και του Θανάτου, έχεις Πατέρα που σε αγαπά, έχεις Θεό που έγινε Άνθρωπος για σένα, έχεις θεμελιωτή της πίστεώς του, τον Παράκλητο.
Είσαι χριστιανός; Μάλλον…είμαι χριστιανός;
 

Πηγή: http://www.diakonima.gr/
Τέτοιες μέρες δεν μπορώ να ξεχάσω έναν δάσκαλο που είχα γνωρίσει στα νιάτα μου.
Καλή του ώρα όπου κι αν είναι τώρα…
Τέλος πάντων.
Θυμάμαι λοιπόν, όταν μια φορά είχαμε κουβεντιάσει για το πόσο απαραίτητο είναι να μην κρατάμε θυμό μέσα μας αλλά να κοιτάμε πως θα απαλλαγούμε από αυτόν, μας έβαλε να το δούμε αυτό πρακτικά.
- Αύριο, μας είχε πει, να φέρετε όλοι στο σχολείο μια πλαστική σακούλα και ένα μικρό σακί με πατάτες.
Τον κοιτάξαμε έκπληκτοι αλλά είχαμε μάθει πως δεν αστειεύεται με κάτι τέτοια. Έτσι την άλλη μέρα είχε ο καθένας μας ο,τι μας είχε ζητήσει.
Τότε εκείνος λέει:
- Κάθε φορά που αποφασίζετε να μην συγχωρέστε κάποιον, να παίρνετε μια πατάτα, να γράφετε πάνω της το όνομα εκείνου και την ημερομηνία και να την βάζετε μέσα στην πλαστική σακούλα. Δεν πέρασε πολύς καιρός που μερικές σακούλες ήταν αρκετά βαριές.
Μας είπε επίσης αυτή την σακούλα να την κουβαλάμε μαζί μας, όπου κι αν πηγαίνουμε. Στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, στο σχολείο, στα ψώνια παντού. Καταλαβαίνεις γιατί έτσι;
Μ' αυτό τον τρόπο ήθελε να μας δείξει ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε το βάρος που κουβαλάμε. Να έχουμε επίγνωση κάθε στιγμή. Να το έχουμε μαζί μας ακόμα και στα μέρη που είναι κάπως… καθως πρέπει. Για φαντάσου τώρα να έχεις μια σακούλα με πατάτες στην disco.
Όπως επίσης φαντάσου ότι αρκετές από αυτές τις πατάτες είχαν αρχίσει να σαπίζουν. Για να μας θυμίζουν το τίμημα που έχουμε να πληρώσουμε για τον αρνητισμό και τον πόνο μέσα μας, όταν δεν αποφασίζουμε να συγχωρούμε.
Πάρα πολλές φορές σκεφτόμαστε πως το να συγχωρήσουμε κάποιον είναι ένα δώρο που του κάνουμε. Θαρρώ πως είναι το αντίθετο. Είναι δώρο στον εαυτό μας. Απαλλασσόμαστε από ένα περιττό βάρος.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα σκεφτείς πόσο δύσκολο είναι να συγχωρέσεις κάποιον θυμήσου:
"Δεν είναι ήδη αρκετά βαριά η σακούλα σου;"


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/

 

(Έργα αγίου Μάξιμου του Ομολογητή, Τ. Φ 14, σελ. 113- 123)

Η Θεία Λειτουργία είναι τύπος της διαχρονικής Θείας Λειτουργίας που τελείται στον ουράνιο κόσμο και περιγράφεται μερικώς στο ιερό λειτουργικό βιβλίο της Αποκαλύψεως του αγίου Ιωάννου του θεολόγου. Ο τύπος που τελείται σήμερα από την Εκκλησία δια χειρών των ειδικών ιερέων, εμπεριέχει πλήθος από συμβολισμούς τους οποίους οφείλει να ξέρει ο πιστός ώστε όχι απλά να παρακολουθεί αλλά να μετέχει. Να μυσταγωγείται μέσω αυτών και να οδηγείται ο νους του στα ουράνια. Το θέμα της Θείας Λειτουργίας, που είναι η καρδιά της εν αγίω Πνεύματι λατρείας της Ορθοδοξίας, είναι τεράστιο. Εδώ θα αρκεστούμε σε ελάχιστους από αυτούς, όπως τους καταγράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.Δηλαδή τι συμβολίζει το κλείσιμο των θυρών που γίνεται μετά το Ευαγγέλιο, τι η είσοδος των αγίων Μυστηρίων, τι ο θείος ασπασμός, τι το θείο σύμβολο της πίστεως, τι η δοξολογία με τον Τρισάγιο ύμνο, και τι η Κυριακή προσευχή που μας παρέδωσε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός.
Τίνος σύμβολο είναι το κλείσιμο των θυρών.
Το κλείσιμο των θυρών της αγίας Εκκλησίας του Θεού, που γίνεται μετά την ανάγνωση του αγίου Ευαγγελίου και την απομάκρυνση των κατηχουμένων, φανερώνει την παροδικότητα των υλικών και την είσοδο των αξίων στο νοητό κόσμο, δηλαδή το νυφικό θάλαμο του Χριστού, που θα γίνει έπειτα από το φοβερό εκείνο χωρισμό και τη φοβερότατη απόφαση. Φανερώνει ακόμα τη ριζική απόρριψη της απάτης που προκαλούν οι αισθήσεις.
Τι σημαίνει η είσοδος των αγίων Μυστηρίων.
Η είσοδος πάλι των αγίων και σεβαστών Μυστηρίων είναι η αρχή κι ο πρόλογος, όπως έλεγε ο μεγάλος εκείνος γέροντας, της καινούριας διδαχής,που θα γίνει στους ουρανούς, σχετικά με την ο